Δευτέρα, 07 Σεπτέμβριος 2026

Υγεία: Έξι συγκεκριμένα πεδία για βελτιώσεις

Τα τελευταία χρόνια, ταυτόχρονα με τις γνωστές παθογένειες του Συστήματος Υγείας, ζούμε κάποιες προσπάθειες βελτίωσης. Νομίζω ότι οι είναι αποσπασματικές και όχι ενταγμένες σε συνολικό σχεδιασμό. Έχω τη γνώμη ότι οι αναγκαίες αλλαγές αφορούν έξι πεδία:
Πρώτο, άρση του πελατειακού - κομματικού χαρακτήρα του συστήματος. Είναι απόλυτη ανάγκη να επιβληθεί «πολιτική αχρωματοψία». Οι διοικητές των νοσοκομείων και των μεγάλων οργανισμών να επιλέγονται με αξιοκρατικά κριτήρια. Τα εποπτικά όργανα του υπουργείου Υγείας να γίνουν ανεξάρτητα από την κυβέρνηση και τα κόμματα. Ειδικά το Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας θα μπορέσει να παίξει πλήρως το θεσμικό του ρόλο (σύμβουλος της πολιτείας και, έμμμεσα, των πολιτών, αδέκαστος αξιολογητής των υπηρεσιών υγείας, των νοσοκομείων), μόνο αν ξεφύγει από τις πολιτικές, αλλά και τις συνδικαλιστικές επεμβάσεις. Το ίδιο ισχύει για τις προσλήψεις γιατρών στο ΕΣΥ.
Δεύτερο, άμεση συγχώνευση των νοσοκομειακών μονάδων. Είναι παράλογο να έχουμε χιλιάδες κλινικές σε σχεδόν 120 νοσοκομεία. Εξίσου παράλογο είναι να υπάρχουν 3 και 4 μικρά νοσοκομεία σ΄ ένα νομό, αλλά το 80% των περιστατικών να φεύγει και να πηγαίνει σε πανεπιστημιακά νοσοκομεία άλλων περιοχών. Δε βρισκόμαστε στη δεκαετία του ΄50, τότε που δεν υπήρχαν δρόμοι και οι αποστάσεις ήτα τεράστιες. Η συγχώνευση των νοσοκομειακών μονάδων είναι απαραίτητη όχι τόσο για δημοσιονομικούς, όσο για ιατρικούς λόγους. Θα εξασφαλίσει καλύτερη παροχή θεραπευτικού έργου, αποτελεσματικότερη εκπαίδευση γιατρών - νοσηλευτών και πολύ πιο ορθολογικές εφημερίες. Για το τελευταίο, ας τονιστεί ότι -με εξαίρεση δυσπρόσιτες και απομονωμένες περιοχές- πρέπει να πάψουν άμεσα οι εφημερίες στα Κέντρα Υγείας. Ας καθοριστεί επιτέλους ποια είναι η «ασφαλής εφημερία» (δηλαδή ποιες ειδικότητες είναι ανάγκη να εφημερεύουν) και ας πάψει η πολυδιάσπαση των Μονάδων Υγείας και των εφημεριών. Τα Κέντρα Υγείας και τα νοσοκομεία θα πρέπει να στηρίζονται στην ποιότητα, ενώ τώρα το σύστημα λειτουργεί σαν τροχονόμος της ποσότητας και της πολλαπλής διασποράς. Γενικότερα, θα έλεγα ότι πρέπει, το γρηγορότερο, να σχεδιαστεί ο «νοσοκομειακός χάρτης της χώρας» για τα ερχόμενα 20 χρόνια.
Τρίτο, συνολικότερη αλλαγή στο φάρμακο. Δεν αρκεί η παρέμβαση στις τιμές, αν δεν ελέγχεται η κατανάλωση. Η ηλεκτρονική συνταγογράφηση είναι σημαντική πρόοδος, όμως απουσιάζει ένα Κέντρο Ελέγχου, που θα δίνει οδηγίες στους γιατρούς και θα ομαδοποιεί τις συνταγές ανά φάρμακο, ασθένεια και γιατρό. Όσο αυτό δε γίνεται, τόσο συχνότερα ο εκάστοτε υπουργός Υγείας θα περιορίζεται να «τσιμπάει» κάθε εξάμηνο ένα γιατρό που εκτελεί υπερσυνταγογράφηση, και θα τον δίνει βορά στα πρωτοσέλιδα. Εξάλλου, η τιμολόγηση του φαρμάκου είναι σήμερα ασαφής στην πιστοποίησή της. Για τον καθορισμό της τιμής ενός φαρμάκου, θα μπορούσαν να ισχύσουν ως κριτήρια οι τιμές σε δύο βόρειες και δύο νότιες χώρες, συν στάθμιση οικονομικών δεικτών στη Ελλάδα.
Τέταρτο, Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Εδώ, από τη πλήρη πολυδιάσπαση περάσαμε στον απόλυτο συγκεντρωτισμό: με τη μεταφαρά του συνόλου των γιατρών του ΙΚΑ στο νέο οργανισμό (στις αρχές του 2011), ο ΕΟΠΥΥ έγινε ταυτόχρονα και χρηματοδότης και πάροχος υπηρεσιών. H Πρωτοβάθμια Υγεία καλείται ν΄ αντιμετωπίσει ένα πολύ σημαντικό νέο δεδομένο: ότι σήμερα υπάρχουν πολύ περισσότεροι πολλοί ηλικιωμένοι ασθενείς, με πολλαπλά νοσήματα, σε σύγκριση με 30 χρόνια πριν. Επειδή λοιπόν πάρα πολλοί ασθενείς είναι δύσκολο να μετακινούνται, απαιτούνται πολλές μικρές ιατρικές «επιχειρήσεις» πολλαπλών ειδικοτήτων. Έτσι ο κάθε ηλικιωμένος ασθενής θα βρίσκει συγκεντρωμένες τις ειδικότητες που χρειάζεται, δε θα μετακινείται αενάως από τον Άνα στον Καϊάφα.
Πέμπτο, ανθρώπινο δυναμικό. Είναι ανάγκη ν΄ ανακοπεί ο υπερπληθωρισμός στις Σχολές Υγείας με μείωση των εισακτέων. Στη συνέχεια, μπορούν να θεσπιστούν εξετάσεις για τους πτυχιούχους γιατρούς, ώστε οι καλύτεροι να ξεκινάνε πρώτοι ειδικότητα. Οι γιατροί του ΕΣΥ θα μπορούν ν΄ ασκούν ιδιωτική ιατρική μόνο εφόσον δίνουν εγγυημένα προτεραιότητα στο ΕΣΥ. Πχ. ένας χειρουργός θα χειρουργήσει ιδιωτικά έναν ασθενή του, μόνο αν έχει πρώτα χειρουργήσει ορισμένο αριθμό ασθενών στο ΕΣΥ.
Έκτο, σχέση δημόσιου - ιδιωτικού τομέα. Στο λεπτό αυτό ζήτημα, ούτε ο δημόσιος τομέας είναι λογικό να προγραμματίζει ανεξάρτητα από τη δυνατότητα του ιδιωτικού τομέα, ούτε όμως και ο ιδιωτικός να προκαλεί τεχνητή ζήτηση στο δημόσιο, ώστε ν΄ αμείβεται κερδοσκοπικά απ΄ αυτόν (παράδειγμα: οι τομογραφίες, όπου ξεπερνάμε κατά πολύ τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ). Από την άλλη, όλα ανεξαιρέτως τα νοσοκομεία, δημόσια και ιδιωτικά, πρέπει ν΄ αξιολογούνται με τα ίδια κριτήρια. Έχοντας τις ίδιες τιμές και παρέχοντας τις ίδιες υπηρεσίες. Τέλος, στην περίπτωση οποιασδήποτε σύμβασης μεταξύ των δύο τομέων πρέπει να επικρατεί η διαφάνεια.
Τα παραπάνω αφορούν το οργανωτικό - κλινικό κομμάτι. Προφανώς μπορούν να υπάρξουν κι άλλες προτάσεις, που μπορεί να είναι καλύτερες ή από καλύτερους, στα ίδια ή και σε άλλα πεδία. Προϋποθέσεις: τεκμηρίωση, ανάλυση των αναγκών του ελληνικού λαού και, συνεργασία με όσους εργαζόμενους πονάνε το σύστημα και είναι άμεμπτοι. Το βέβαιο είναι ότι θέλουμε σχέδιο αναδιάρθωσης του ΕΣΥ, όχι μόνο δημοσιονομικό, αλλά διαρθρωτικό. Διαφορετικά, τα ίδια αίτια θα επισωρεύσουν, μελλοντικά, τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα.

Η αβεβαιότητα παραλύει χέρια και νου

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Γκ. Ζίμελ έκανε λόγο για «τραγωδία του ανθρώπου». Σημείωνε ότι η γνώση και τα πολιτισμικά αγαθά σωρεύονται, αλλά οι άνθρωποι μπορούν να οικειοποιηθούν μόνο μέρος τους.

Παράγωγα της εξέλιξης αυτής θεωρούσε την αβεβαιότητα και την προσωπική ανασφάλεια. Τα στοιχεία αυτά είναι εντονότερα στις σημερινές πολύπλοκες, πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Η αβεβαιότητα μέχρι ενός σημείου είναι υποφερτή, αν όμως γίνει ανεξέλεγκτη μπορεί να παραλύσει χέρια και νου.

Οι λόγοι που τρέφουν και συντηρούν την αβεβαιότητα ποικίλλουν: πολιτική αστάθεια, οικονομική ανασφάλεια, παρουσία «ξένων» που χαλάνε τη ρουτίνα μας. Πολλά από τα στοιχεία αυτά υπήρχαν τις τελευταίες δεκαετίες στο διεθνές περιβάλλον. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση και η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας πρόσθεσαν περισσότερη αβεβαιότητα. Από διαφορετικούς δρόμους, αποδυνάμωσαν τα έθνη-κράτη, ανέτρεψαν πολιτικές, κατέστησαν τη λήψη αποφάσεων σε εθνική κλίμακα πολύ πιο σύνθετη και πιο ετερόνομη.

Η κρίση, ιδιαίτερα όταν είναι τόσο οξεία όσο η δική μας σήμερα, συγκεντρώνει παραδειγματικά όλα τα στοιχεία αβεβαιότητας. Οι άνθρωποι αισθάνονται ανίσχυροι γιατί οι πολιτικές αποφάσεις παίρνονται ερήμην τους, η καθημερινότητα είναι δυσβάσταχτη, το αύριο αβέβαιο εφόσον εξαρτάται από παραμέτρους μη ελέγξιμες. Αυτά μεγεθύνονται όταν συνοδεύονται, όπως συμβαίνει εδώ, με διευρυνόμενες ανισότητες κάθε είδους, την απουσία συχνά πρόνοιας από τις δημόσιες αρχές και ένα κράτος που έχει ακόμη αργά ανακλαστικά.

Λέγεται συχνά, και σωστά, ότι το επιχειρείν σε ένα τέτοιο περιβάλλον είναι δυσχερές, ενίοτε αδύνατο. Το ρίσκο είναι υψηλό, ο προγραμματισμός δυσχερής. Γι' αυτό και συχνά επιχειρήσεις και επιχειρηματίες ενεργούν αργά, περιμένοντας. Το ίδιο ισχύει και για τα άτομα. Κανένας και καμία δεν μπορεί να ζει συνέχεια στην αβεβαιότητα.

Ούτε να προγραμματίσει μπορεί, ούτε να δημιουργήσει, ενίοτε να υπάρξει. Αυτό ισχύει περισσότερο όταν λείπουν δομές και συλλογικότητες που αντιστρατεύονται το κλείσιμο στον εαυτό μας, επιτρέπουν τη συνύπαρξη, τη συζήτηση και τις συνέργειες, πράγματα που μετριάζουν την αβεβαιότητα, την καθιστούν περισσότερο υποφερτή και επιτρέψουν την ανάληψη συλλογικών σχεδίων και δράσης.

Τα προαναφερθέντα είναι λίγο-πολύ γνωστά. Γι' αυτό και πολιτικά κόμματα και οι ηγέτες τους επενδύουν στην αβεβαιότητα και όλη τους η ρητορική εστιάζεται, συχνά εξαντλείται, στην υπόσχεση εξάλειψής της. Στη στρατηγική αυτή εντάσσεται ο στιγματισμός όλων των αιτιών, πραγματικών και φαντασιακών, που την εκτρέφουν.

Ετσι, έχουμε τη ρητορική πολιτικών και κομμάτων, κατά τεκμήριο ακροδεξιών, που βάζουν στο στόχαστρο τον «κοσμοπολιτισμό» που από τη μία αποδυναμώνει τα εθνικά κράτη και από την άλλη, ως παράγωγο του «κατεστημένου», στρέφεται ενάντια στο Εθνος, -ενίοτε- τον Λαό και τη Δημοκρατία.

Ετσι έχουμε σειρά από παράδοξα: Ο Ντ. Τραμπ, κατεξοχήν άνθρωπος του κατεστημένου, στράφηκε ενάντια στο κατεστημένο (establishment)· η Μαρίν Λεπέν, που κληρονόμησε το κόμμα από τον πατέρα της, αναγορεύεται σε φωνή των καταπιεσμένων· διάφορα νεοναζιστικά μορφώματα, σε φωνή της Δημοκρατίας.

Ηπιότερες παραλλαγές της τακτικής αυτής μπορούμε να βρούμε πολλές. Ανάμεσά τους το «success story» του Αντ. Σαμαρά το οποίο, πέρα από μέσο νομιμοποίησης μιας πολιτικής, ήταν και μέσο καθησυχασμού των ψηφοφόρων σε μία ζοφερή πραγματικότητα.

Λέμε ότι η αβεβαιότητα μπορεί να γίνει πηγή δημιουργίας, η κρίση να γίνει ευκαιρία. Βεβαίως. Κάθε κατάσταση δύσκολη μπορεί να γίνει αφετηρία να ξανασκεφτούμε το χθες, να δούμε πώς να μην κάνουμε τα ίδια λάθη, να ενεργήσουμε αλλιώτικα.

Αυτό όμως υπό προϋποθέσεις. Οχι όταν η αβεβαιότητα χτυπάει κόκκινο και δεν υπάρχουν δομές που να επιτρέπουν τον στοχασμό και τη δράση, ατομική και συλλογική. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τα πυροτεχνήματα άρσης της αβεβαιότητας. Παράγουν, στην καλύτερη περίπτωση, προσωρινά αποτελέσματα και συχνά μετατρέπονται σε ωρολογιακές βόμβες εναντίον των εμπνευστών τους.

Με δύο λόγια, τα διάφορα «success story» δεν μπορούν να αποτελέσουν σοβαρά αντίδοτα στην αβεβαιότητα που εκπηγάζει από τα μεγάλα και μικρά δομικά και καθημερινά προβλήματα.

Μόνο ο σοβαρός διάλογος και η προοδευτική μείωση εστιών αβεβαιότητας, μέσω στοχευμένων πολιτικών, από δημόσιους αλλά και ιδιωτικούς φορείς, μπορεί να έχουν αντίκρισμα, να δώσουν την αίσθηση στους πολίτες ότι κάποια στιγμή τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα.

Ούτε ο μεσσιανισμός, ως μέσο ελέγχου της αβεβαιότητας, ούτε η διαρκής επένδυση στην αβεβαιότητα, μέσω της καταστροφολογίας, μπορούν να αναγορευτούν σε κατεξοχήν εργαλεία άσκησης αντιπολιτευτικής πολιτικής. Εκτός από αναποτελεσματικά, κάποια στιγμή θα γυρίσουν ενάντια στους διακινητές τους.

Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 24/11/2016.

«Μια πολιτική-φρούριο δεν θα λύσει κανένα πρόβλημα»

Ο Γιώργος Βερνίκος, πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, μιλά για την Ευρώπη-Φρούριο, για τις πολιτικές ένταξης, για τη σημασία του τρίπτυχου «ειρήνη, σταθερότητα και ανάπτυξη» και καλεί τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους και να ανοίξουν τα σύνορά τους.

♦Η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθετεί εξαιρετικά πολυδάπανα και αμφισβητούμενης αποτελεσματικότητας σχέδια αποτροπής των προσφύγων και μεταναστών εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων όπως και έντασης των μαζικών απελάσεων των μεταναστών χωρίς χαρτιά που βρίσκονται ήδη στην επικράτεια της. Τι επιπτώσεις μπορεί να έχουν αυτές οι πολιτικές της Ευρώπης-φρούριο στην οικονομία και την ασφάλεια της Ε.Ε. Και ευρύτερα της περιοχής της Μεσογείου;

Η βία και η τρομοκρατία που απείλησαν και απειλούν ακόμη τις ευρωπαϊκές πόλεις, ενέτειναν τα συναισθήματα ξενοφοβίας και ρατσισμού και ανάγκασαν την Ευρώπη να υιοθετήσει ακόμη πιο σκληρή στάση απέναντι στο μεταναστευτικό και προσφυγικό θέμα.

Η αλήθεια είναι ότι εγείρονται σοβαρά ζητήματα ασφάλειας στην επικράτεια της ΕΕ, γεγονός που επηρεάζει όχι μόνο την ψυχολογία των πολιτών, αλλά και την οικονομία σε μια ήδη δύσκολη περίοδο για την Ευρώπη, μιας περίοδο κρίσης.

Παρόλα αυτά, μια πολιτική «φρούριο» όπως την αποκαλέσατε, πράγματι δεν είναι η λύση, χρειαζόμαστε μια ψύχραιμη και ορθολογική διαχείριση του φαινομένου.

Ξέρουμε όλοι καλά ότι οι ανθρώπινες ροές προς την Ευρώπη θα συνεχίζονται το επόμενο διάστημα, καθώς είναι αποτέλεσμα φτώχειας και πολιτικής αστάθειας στο νότιο τμήμα της.

Πρέπει όλοι ανεξαιρέτως να καταδικάσουμε τις παραβιάσεις και την καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων στη Μεσόγειο, να δουλέψουμε εντατικά για πολιτική λύση στην κρίση της Συρίας και να δημιουργήσουμε προϋποθέσεις ασφάλειας και ευημερίας στις εν λόγω περιοχές.

Αυτά είναι βασικά βήματα για να ελέγξουμε τις ροές, αγγίζοντας ταυτόχρονα τον ίδιο τον πυρήνα του προβλήματος.

♦Από ιστορικό σύμβολο της ελευθερίας της μετακίνησης, η Μεσόγειος μετατρέπεται σταθερά σε σύμβολο ανελευθερίας και θανάτου. Το 2016, ο αριθμός των πνιγμένων προσφύγων και μεταναστών στη Μεσόγειο ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Τι χρειάζεται για να αντιστραφεί αυτή η πορεία;

Η Μεσόγειος υπήρξε πάντα γέφυρα μετακίνησης και συνάντησης διαφορετικών πολιτισμών, αλλά και περιοχή πολεμικών συγκρούσεων. Σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των Σύρων προσφύγων φιλοξενούνται στα εδάφη γειτονικών χωρών όπως η Τουρκία, ο Λίβανος και η Ιορδανία.

Στο πλαίσιο αυτό, η πλήρης και συνεχής εφαρμογή του σχετικού Σχεδίου Δράσης ΕΕ-Τουρκίας είναι απαραίτητη προκειμένου να αποφύγουμε περισσότερους θανάτους στη θάλασσα, να πατάξουμε αποτελεσματικά την εγκληματική δράση των λαθρεμπόρων και να διασφαλίσουμε την ομαλή και νόμιμη δίοδο των αιτούντων άσυλο.

Η πρόσφατη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής είναι ένα βήμα για την ενίσχυση του Frontex σε συνδυασμό με την παρουσία του ΝΑΤΟ στη Μεσόγειο, ενώ σημαντικό ρόλο εκτιμώ ότι μπορεί να διαδραματίσει η εκπαίδευση της ακτοφυλακής και του ναυτικού κρατών με μεγάλα ποσοστά trafficking όπως η Λιβύη, ώστε να μπορούν να εξαρθρώνουν δίκτυα διακινητών και να αναλαμβάνουν δράσεις διάσωσης.

Πέρα όμως από οποιαδήποτε συμφωνία ή μέτρα συζητήσουμε, το σημαντικότερο όλων είναι να τελειώσει ο πόλεμος στη Συρία και να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη και η δημοκρατία σε περιοχές που έχουν τέτοιο έλλειμμα. Γιατί τελικά υπάρχει άμεση σχέση ανάμεσα στις ανισότητες, την έλλειψη ευκαιριών και τη φτώχεια με τη μαζική μετανάστευση.

♦Το γνωστό επιχείρημα «δεν χωράμε άλλους πρόσφυγες και μετανάστες» φαίνεται να διαψεύδεται ιστορικά, ενώ το όριο του πόσοι πρόσφυγες και μετανάστες χωρούν σε μια χώρα παραμένει τελείως ασαφές, μετατοπίζεται διαρκώς και αγνοεί τις ανάγκες των μετακινουμένων πληθυσμών όπως και τις ανάγκες τρίτων χωρών, οι οποίες τελικά αναγκάζονται να χωρέσουν οι ίδιες όσους πρόσφυγες και μετανάστες υποτίθεται ότι δεν χωρούνστην Ε.Ε. Έχει πραγματική βάση το επιχείρημα ή αποτελεί ψευδοεπιχείρημα που χρησιμοποιείται για να προωθηθούν ξενοφοβικές πολιτικές;

Οι στατιστικές είναι αποκαλυπτικές: τα επόμενα 30 χρόνια θα χρειαστούν εκατομμύρια εργαζόμενοι στην Ε.Ε. λόγω δημογραφικού προβλήματος. Αυτό σημαίνει ότι, για να το δούμε πρακτικά το θέμα, θα έχουμε μείωση του εργατικού δυναμικού και μεγάλη επιβάρυνση σε ό,τι αφορά το ασφαλιστικό και γενικότερα τους μηχανισμούς του κράτους πρόνοιας.

Συνεπώς, πρέπει να βρούμε τρόπους να υπάρξει αφομοίωση των προσφύγων και μεταναστών μέσα από μηχανισμούς που θα αφορούν όχι μόνο στην ομαλή ενσωμάτωσή τους στις τοπικές κοινωνίες που θα τους υποδεχτούν, αλλά και τη συμβολή τους στην οικονομία, την εργασία και τη βιομηχανική παραγωγή μιας χώρας.

Όπως και να 'χει πάντως, οι όποιες λύσεις προκύψουν, δε μπορεί να είναι αποτέλεσμα φόβου ή ακραίων αντιδράσεων. Ομοίως βέβαια, είναι απαράβατος όρος και οι μετανάστες να σέβονται από τη μεριά τους, όπως άλλωστε όλοι οι πολίτες της Ένωσης, τη νομοθεσία και τις εθνικές αξίες των χωρών υποδοχής.

Σε σχέση δε με τις τρίτες χώρες όπως η Ιορδανία, ο Λίβανος, ή η Ελλάδα που έφτασαν να φιλοξενούν δυσανάλογο αριθμό προσφύγων σε σχέση με τον πληθυσμό τους, τόσο η ΕΕ, όσο και σύσσωμη η διεθνής κοινότητα πρέπει να τους παράσχει αυξημένη συνεργασία, βοήθεια και οικονομική στήριξη.

♦Με ποιες πολικές μπορεί το σημερινό προσφυγικό και μεταναστευτικό κύμα, που έχει τις ρίζες του στους πολέμους και την οικονομική ανισότητα, να αποτελέσει παράγοντα θετική για τις οικονομίες τόσο των χωρών υποδοχής όσο και των χωρών προέλευσης;

Όπως ανέφερα και προηγουμένως, τα επόμενα χρόνια θα υπάρξει μεγάλη αύξηση του ευρωπαϊκού πληθυσμού που θα έχει περάσει στη σύνταξη, δηλαδή μείωση του εργατικού δυναμικού της Ευρώπης.

Άρα μια κοινή πολιτική μετανάστευσης, η οποία θα βασίζεται στις μελλοντικές ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό των ευρωπαϊκών κρατών και στη δίκαιη κατανομή των βαρών ανάμεσα τους, όσο και να φοβίζει τώρα, μπορεί να αποβεί επωφελής.

Μιλάω πάντα για μια λελογισμένη ενσωμάτωση των οικονομικών μεταναστών, με σαφώς προκαθορισμένα κριτήρια επιλογής, ενώ ο αριθμός τους θα βασίζεται στις ποσοστώσεις απορρόφησης που νομικά δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος.

Προκειμένου να επιτύχουμε μάλιστα την επιτυχή πολιτιστική και οικονομική ένταξη τους, θα πρέπει να εκμεταλλευτούμε τυχόν προσόντα και γνώσεις τους, να βοηθήσουμε για τη συνεχή εκπαίδευση και κατάρτισή τους και να ανταλλάσσουμε βέλτιστες πρακτικές με χώρες υποδοχής που έχουν τέτοιες εμπειρίες.

Σε ότι δε αφορά στις χώρες προέλευσης, θέλω να τονίσω ότι η ειρήνη, η σταθερότητα και η ανάπτυξη, υπήρξε πάντα ο ακρογωνιαίος λίθος για τον έλεγχο των ροών.

Όταν αυτό το τρίπτυχο δεν υπάρχει, πολύ απλά εντείνονται οι ροές. Άρα, πρέπει να εργαστούμε έτσι ώστε οι περιοχές που «γεννούν» μεταναστευτικά ρεύματα να λάβουν τεχνογνωσία, να στηριχτεί το εμπόριο, η κατάρτιση, η καινοτομία και το επιχειρείν τους, να υπάρξει δηλαδή επενδυτικό σχέδιο που θα τις αναβαθμίζει και θα τις θωρακίζει κατά κάποιο τρόπο.

Έτσι μόνο θα μπορέσουν να δώσουν ευημερία και προοπτική στην περιφέρεια τους, τους λαούς τους και τις επόμενες γενιές.

♦Πως βλέπετε την σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα ως προς της πολιτικές ένταξης των προσφύγων και μεταναστών, τι χρειάζεται να γίνει για να εξασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή όπως και η μεγαλύτερη δυνατή οικονομική ωφέλεια, με όρους ισότιμης συμμετοχής στην αγορά εργασίας;

Η χώρα μας, ιδιαίτερα η Τοπική Αυτοδιοίκηση, κλήθηκε να σηκώσει ένα βαρύτατο ζυγό χιλιάδων προσφύγων, χωρίς καμιά προετοιμασία.

Έτσι, ο αιφνιδιασμός και η έλλειψη οικονομικών, τεχνικών μέσων και κατάλληλου προσωπικού, ήταν και είναι ακόμη σε μεγάλο βαθμό μεγάλο πρόβλημα.

Δυστυχώς, βρεθήκαμε να αντιμετωπίζουμε σχεδόν μόνοι ένα μεγάλο ανθρωπιστικό χρέος που όμως ανήκει σε όλη την Ευρώπη και πέρα από το δημοσιονομικό κόστος, δημιουργείται και ένα κόστος ανισότητας, καθώς έχουμε υψηλή φτώχια και ανεργία, ενώ οι αντοχές και οι ανοχές του ελληνικού λαού ολοένα στενεύουν.

Είναι επείγον και αναγκαίο να υπάρξει μια ισομερής γεωγραφική κατανομή των προσφύγων και μεταναστών σε όλη την επικράτεια, αλλά και η Ευρώπη να τηρήσει τις υποχρεώσεις της, να ανοίξει τα σύνορά της και να αποφορτίσει την κατάσταση στο έδαφος μας.

Ως προς την οικονομική ωφέλεια και τη συνοχή που αναφέρετε, πρέπει να χτίσουμε ένα συμπαγές θεσμικό πλαίσιο σχετικών πολιτικών και να οργανώσουμε σε μόνιμη βάση υπηρεσίες που θα επεξεργάζονται και θα υλοποιούν τέτοια σχέδια, όπως δημιουργικά προγράμματα πρώιμης παρέμβασης, αναγνώριση δεξιοτήτων, υποτροφίες και μαθητείες για όσους κάνουν αίτηση ασύλου.

Όμως μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια χώρα που μαστίζεται, που αιμορραγεί από την κρίση και τις συνέπειες της. Όσο λοιπόν και αν ο ελληνικός λαός έδειξε ως τώρα φιλότιμο, αυτό από μόνο του δεν αρκεί.

Τα κράτη-μέλη της ΕΕ επαναλαμβάνω, ότι πρέπει να τιμήσουν τις δεσμεύσεις τους και να δώσουν τις απαραίτητες θέσεις μετεγκαταστάσεων ως οφείλουν, μη επιτρέποντας τη δημιουργία μεγαλύτερης ανθρωπιστικής κρίσης και πίεσης στη χώρα μας, πίεση η οποία μπορεί να αποβεί επικίνδυνη και εξαιρετικά εκρηκτική για όλους.

Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 16/11/2016.

"Πού βρισκόμαστε"

Να ξεκινήσουμε με κάτι που θα ηχήσει ίσως περιθωριακού ενδιαφέροντος σε σχέση με το αντικείμενο αυτού του σημειώματος - που είναι να ιχνηλατήσουμε το "που βρισκόμαστε" στην σχέση της Ελλάδα με τους δανειστές της, ενόψει του καίριου (το λένε όλοι, άρα έτσι θα ΄ναι) Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου, με Eurogroup ήδη στις 28 Νοεμβρίου. Θα υποστηρίξουμε ότι το πιο σημαντικό βήμα του νωπού, ακόμη, ανασχηματισμού (σε Κυβέρνηση και Μαξίμου) υπήρξε η επάνοδος του Θοδωρή Μιχόπουλου στα ηνία του Γραφείου Τύπου του Πρωθυπουργού! Γιατί το λέμε αυτό;
Επειδή ο Μιχόπουλος, τους παρανοϊκούς πρώτους μήνες της διαπραγμάτευσης (του 2015) με τους "εταίρους", είχε πετύχει το ακατόρθωτο. Να δίνει υλικό background και να οδηγεί την σκέψη - υπάρχει! - των δημοσιογράφων, ώστε να προσπαθούν, με την σειρά τους, να βγάζουν κάποιαν άκρια από τις ταρζανιές της εποχής Βαρουφάκη (και από τις υπονομευτικές κινήσεις των "εταίρων" σ' εκείνην την φάση). να καταλαβαίνουν πού πήγαινε το πράγμα. να χτίζουν ένα επιχείρημα διαφωνώντας ή συμπλέοντας, καταδικάζοντας ή χαιρετίζοντας. Ο Μιχόπουλος ανεδείχθη "ο άρχοντας του non-paper" και έδωσε την ευκαιρία για κάποιο νόημα ακόμη και στην πιο ωμή ανοησία χειρισμών.
Βέβαια, ο Μιχόπουλος είχε αποσυρθεί απο το Γραφείο Τύπου τον Ιούλιο του 2015, όταν έκλεισε η διαπραγμάτευση με το θρυλικό εκείνο sms προς τους πολιτικούς συντάκτες: "ευχαριστώ για την στήριξή σας και συγγνώμη για τις αρκετές φορές που δεν σας ενημέρωσα". Τότε είχε αποχωρήσει και ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, θυμίζουμε. Ο Μιχόπουλος - του κλίματος των 53+ - έμεινε πεισματικά σιωπηλός για το τότε παρασκήνιο. επ' εσχάτων πάντως, και ενώ ησχολείτο με τον στρατηγικό σχεδιασμό, συχνά τoν βλέπαμε στην εικόνα δίπλα στον Ευκλείδη Τσακαλώτο, ως διαπραγματευτή με την Τρόικα/ Κουαρτέτο.
Γιατί όμως τα καταθέτουμε όλα αυτά με τέτοια λεπτομέρεια; Επειδή στην τωρινή τελική(;) ευθεία (;;) με τους "εταίρους" όλοι θα πλέουμε στην ομίχλη. Ανάμεσα στην βία των συσχετισμών με Βερολίνο και Βρυξέλλες και Ουάσιγκτων και στην εσωτερική αντιπαραθετικότητα με Αντιπολίτευση και με μήντια, αλλά τις ενδοΚυβερνητικές και τις ενδοΣυριζέϊκες εντάσεις, ακόμη οι τυχόν καλοπροαίρετοι δύσκολα καταλαβαίνουν.
Μια φιλότιμη προσπάθεια να αποκρυπτογραφήσουμε την ισορροπία μετά το Eurogroup της 7ης Νοεμβρίου, που έδωσε - και στην σκιά του ο ανασχηματισμός, με την ομάδα διαπραγματεύσεων που "κούμπωσε" Ευρωπαϊκά - ένα ζαλιστικό, πλην ενδιαφέρον στίγμα. Στην μια άκρια, έχουμε τον Πιερ Μοσκοβισί - "αρμόδιο των Βρυξελλών για το Ελληνικό Πρόγραμμα" - να προσδοκά μέχρι τέλους του χρόνου μια συνολική/comprehensive αντιμετώπιση. δηλαδή και ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του Μνημονίου-3 και άνοιγμα (τουλάχιστον) της συζήτησης για το χρέος (και για το πρωτογενές πλεόνασμα;) και προσέγγιση στην χρηματοδοτική υποβοήθηση με πρόσβαση στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ (καλό). Περιέργως "υποβοηθητικά" λειτούργησε ο, Πρόεδρος του Eurogroup αλλά συνήθως κοντινός στην καθοδήγηση Σώϋμπλε, Γερουν Ντάϊσσελμπλουμ: αυτός άφησε να φανεί πως ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης δεν θα σήμαινε ότι θα κλείσουν όλες οι αναγκαίες 17 δράσεις και 93 υποδράσεις, αλλά ότι θα υπάρξει σοβαρή συμφωνία επί της ουσίας, με "ουρές" να σέρνονται τους πρώτους μήνες του 2017 (καλό κι αυτό).
Φυσικά, στον αντίποδα βρίσκει κανείς τον Βόλφγκανγκ Σώϋμπλε, ο οποίος επιμένει ότι συζήτηση για το χρέος θα ανοίξει μόνον το 2018, μόνον μετά την λήξη του Προγράμματος, μόνον "στο μέτρο που θα χρειαστεί". Έως τότε, υλοποίηση των συμφωνημένων και - κυρίως - διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας (κακό). Στον αντίποδα αυτής της προσέγγισης (αλλ' όχι όπως βολικά εμείς το μεταφράζουμε), προκύπτει η ισορροπία του ΔΝΤ: εκεί, η αλήθεια ότι το χρέος "δεν βγαίνει" έχει ριζώσει. Και η χορήγηση κάποιας ελάφρυνσης/debt relief, με διάφορες πατέντες - πολύτιμες! - επιμήκυνσης, οροφής στα επιτόκια, με swaps και τα συναφή τίθεται ως προϋπόθεση προκειμένου να μετάσχει το ΔΝΤ στο Πρόγραμμα, πράγμα που "απαιτεί" η Γερμανική Βουλή από τον Σώϋμπλε (αμφιλεγόμενο).
Ένα ακόμα βήμα: ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ - που προ ημερών είχε ευθυγραμμισθεί με Σώϋμπλε - παραδεχόταν πως έχει συμφωνηθεί και το μεσοπρόθεσμο του χρέους να συζητηθεί τώρα (καλό). Ενώ από την ΕΚΤ αρχίζει να προωθείται ότι, προκειμένου να έχει η Ελλάδα πρόσβαση στα αγαθά της ποσοτικής χαλάρωσης θα πρέπει να δοκιμάσει "κάπως" τις αγορές (κακό).
Οπότε; Οπότε τον Δεκέμβριο στο Eurogroup θα αποφασιστεί "κάτι για την Ελλάδα". Το πώς αυτό θα το εισπράξουμε, είναι δουλειά του Θ. Μιχόπουλου και των non papers του!

Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 10/11/2016.

Μάικλ Μουρ: Τα πέντε πράγματα που πρέπει να γίνουν μετά τη νίκη Τραμπ

Με παλαιότερο κείμενό του εξηγούσε τους πέντε λόγους για τους οποίους ο Ντόναλντ Τραμπ θα κερδίσει τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, όταν η κυρίαρχη άποψη ήταν πως νέος κάτοικος του Λευκού Οίκου θα ήταν η Χίλαρι Κλίντον.

Ένα 24ωρο μετά την ανακοίνωση του εκλογικού αποτελέσματος που προκάλεσε αμηχανία στο εσωτερικό των ΗΠΑ αλλά και στην παγκόσμια κοινότητα, ο Μάικλ Μουρ με ένα νέο κείμενό του επισημαίνει τα πέντε πράγματα που θα πρέπει να γίνουν ύστερα από τη νίκη του Ντόναλντ Τράμπ.

Στη «λίστα της επόμενης ημέρας», ο Μάικλ Μουρ επισημαίνει:

1. Έλεγχος του Δημοκρατικού Κόμματος και επιστροφή του στο λαό. Η νυν ηγεσία του έχει αποτύχει παταγωδώς.

2. Απορρίψτε όλες αυτές τις «αυθεντίες», τους αναλυτές, τους δημοσκόπους και οποιοδήποτε άλλο στα μέσα ενημέρωσης που επιμένει σε μια θεωρία και αρνείται να δει, να ακούσει και να αναγνωρίσει την πραγματικότητα. Είναι οι ίδιοι φαμφαρολόγοι που σήμερα θα σπεύσουν να μιλήσουν για «επούλωση των πληγών της διαίρεσης» και για «ένωση». Έχουν να πουν πολλές ανοησίες τις ημέρες που έρχονται. Γυρίστε τους την πλάτη.

3. Κάθε βουλευτής ή γερουσιαστής του Δημοκρατικού Κόμματος που δεν ξύπνησε την επόμενη των εκλογών αποφασισμένος να αγωνιστεί, να αντισταθεί και να σταθεί εμπόδιο στους Ρεπουμπλικάνους, όπως εμπόδισαν αυτοί το έργο του Ομπάμα επί οκτώ χρόνια, θα πρέπει να φύγουν από τη μέση και να αφήσουν σε όσους έχουν καρδιά να ηγηθούν του αγώνα για να δοθεί ένα τέλος τον ευτελισμό και την τρέλα που αναμένεται να ξεκινήσει.

4. Ο καθένας πρέπει να σταματήσει να δηλώνει «έκπληκτος» και «σοκαρισμένος». Αυτό που πρέπει να πει είναι πως ζούσε σε μια γυάλα και δεν έδινε προσοχή στους συμπολίτες του και την απελπισία που βίωναν εδώ και χρόνια. Τα χρόνια που παραμελήθηκαν και από τα δύο κόμματα είχαν ως αποτέλεσμα να ενισχυθεί ο θυμός και η ανάγκη τους για εκδίκηση εναντίον του συστήματος. Η νίκη του Τραμπ δεν αποτελεί καμία έκπληξη και ποτέ δεν ήταν αστείο. Η προσπάθεια απαξίωσής του απλώς τον ενίσχυσε. Ο Τραμπ είναι ένα δημιούργημα τον μέσων ενημέρωσης και τα media ποτέ δεν θα αναλάβουν την ευθύνη για αυτό.

5. Θα πρέπει να επαναλάβω τη φράση που όλοι γνωρίζουμε σήμερα: «Η Χίλαρι Κλίντον κέρδισε τη λαϊκή ψήφο». Η πλειοψηφία των Αμερικανών προτίμησαν τη Χίλαρι Κλίντον έναντι του Ντόναλντ Τραμπ (σημ: διαβάστε τα "παράλογα του αμερικανικού εκλογικού συστήματος"). Τελεία και παύλα. Αυτό είναι γεγονός. Η πλειονότητα των συμπολιτών μας ήθελε Χίλαρι, όχι Τραμπ. Ο μόνος λόγος που ο Τραμπ θα είναι πρόεδρος είναι αυτό το παράλογο εκλογικό σύστημα του 18ου αιώνα με τους εκλέκτορες. Μέχρι αυτό να αλλάξει θα συνεχίσουμε να έχουμε προέδρους που δεν θα τους εκλέγουμε και δεν τους θέλουμε. [...] Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Ζούμε σε μια χώρα που η πλειοψηφία του λαού έχουν φιλελεύθερες θέσεις. Απλά δεν έχουμε φιλελεύθερη ηγεσία για να προωθήσει αυτές τις θέσεις.

«Ας προσπαθήσουμε να κάνουμε όλα αυτά από σήμερα», έγραψε με αφορμή τις πρώτες διαδηλώσεις ενάντια στον Ντόναλντ Τραμπ.

Δημοσιεύτηκε στο tvxs.gr στις 11/11/2016.

Το βλέμμα στην κοινωνία

Πέρασε ο καιρός που η πολιτική εξουσία με τους θεσμούς και τα όργανά της ασκούσε, σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον, τη διακυβέρνηση μιας χώρας. Τα σύνορα στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη έχουν αποδυναμωθεί και έχουν αναπτυχθεί ισχυρές πολυεθνικές οι οποίες βαραίνουν εξίσου, αν όχι περισσότερο, αποφασιστικά στη λήψη των αποφάσεων.

Παράλληλα, τα πολιτικά κόμματα απομαζικοποιήθηκαν, έχασαν από το λαϊκό τους έρεισμα και αποδυναμώθηκαν. Ετσι, η πολιτική εξουσία και μαζί της οι πολιτικές ιθύνουσες ομάδες αποδυναμώθηκαν υπέρ κυρίως των οικονομικών.

Αυτά είχαν συνέπειες στη συγκρότηση και λειτουργία του πολιτικού προσωπικού. Τα κομματικά και πολιτικά στελέχη αναδεικνύονται λιγότερο από τους μαζικούς χώρους και τις συλλογικότητες.

Η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που ο Robert Merton αποκάλεσε τοπικούς (αυτοί που έχουν τοπική επιρροή) και τους κοσμοπολίτες, κοινώς αναγνωρίσιμα πρόσωπα στον δημόσιο χώρο, έχει μεταβληθεί υπέρ των δεύτερων. Αλλά κι αυτό αλλάζει.

Ο αριθμός των δημόσιων προσώπων δυνάμει των ΜΜΕ, ιδιαίτερα της εικόνας, έχει διευρυνθεί. Από την άλλη, πολλοί αναγνωρίσιμοι δεν κατάφεραν και δεν καταφέρνουν να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις του αποτελεσματικού πολιτικού.

Ετσι, η πολιτική επιλογή στενεύει, παραπέμπει στις σχέσεις με τον ηγέτη και την ηγετική ομάδα οι οποίοι έχουν να επιλέξουν από έναν διαρκώς στενότερο κύκλο κομματικών στελεχών και επώνυμων φίλων.

Από την άλλη, οι δυνητικοί πολιτικοί, επώνυμοι και λιγότερο επώνυμοι, στρέφονται προς αυτούς για να δηλώσουν παρουσία, να είναι μεταξύ αυτών που μπορεί να επιλεγούν.

Οι συνέπειες της μεταλλαγής είναι πολλαπλές. Η ματιά των στελεχών στρέφεται στον ηγέτη και την ηγετική ομάδα, όχι στην κοινωνία. Προέχει η κεντρική πολιτική σκηνή ώστε κάποια στιγμή η παρουσία να γίνει αντιληπτή και να αρχίσει να παίζει.

Η εξέλιξη αυτή έχει δύο άλλες, εξίσου αρνητικές, συνέπειες για τους πολιτικούς. Η πρώτη αφορά όλους, η δεύτερη εκείνους που έχουν στενότερη σχέση με τα λαϊκά στρώματα, κυρίως δηλαδή τους σοσιαλδημοκράτες και τους αριστερούς.

Από τη στιγμή που οι πολιτικοί κοιτάνε λιγότερο στην κοινωνία έχουν μικρότερο λαϊκό έρεισμα, μικρότερο αλλιώς κοινωνικό κεφάλαιο. Ετσι, υποσκάπτεται η ισχύς τους εφόσον αποδυναμώνονται σε σχέση με κατόχους άλλων μορφών κεφαλαίου, της τεχνογνώσης (τεχνοκράτες) και του οικονομικού.

Αυτό ισχύει περισσότερο για τα κόμματα εκείνα που η δύναμή τους απορρέει πρώτιστα από τη στήριξη των λαϊκών στρωμάτων. Πέρα από την υποστήριξή τους τα κόμματα αυτά, κυρίως σοσιαλδημοκρατικά και αριστερά, βλέπουν να καταρρέουν συλλογικότητες που πέρα από μια συγκεκριμένη αντίληψη για την κοινωνική οργάνωση αποτελούσαν γι' αυτά χώρους άντλησης στελεχών.

Οι πρώτοι, συνεπώς, που ζημιώνονται από την εξέλιξη αυτή, ιδεολογικά και εκλογικά, είναι τα εν λόγω κόμματα. Η παράμετρος αυτή, θαρρώ, εξηγεί σ' έναν βαθμό την παρατεταμένη κρίση της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και την τεράστια δύναμη που απέκτησαν τις τελευταίες δεκαετίες οι φορείς της αγοράς και του κεφαλαίου.

Δίχως αμφιβολία το κεντρικό διακύβευμα σήμερα στην Ελλάδα είναι η οικονομία, η θρυλούμενη ανάκαμψη που θα δημιουργήσεις δουλειές, θα δώσει ανάσες σε ανθρώπους που υποφέρουν και θα βελτιώσει τα δημόσια οικονομικά. Εδώ κυρίως θα κριθεί η σημερινή κυβέρνηση. Αυτό διόλου δεν αναιρεί την αδήριτη ανάγκη αναστροφής της τάσης που επισήμανα και στροφής στην κοινωνία.

Η αναστροφή είναι επιτακτικότερη στη συνθήκη της σημερινής κρίσης η οποία διαπερνά τον δημόσιο βίο και δίνει την εικόνα μιας κερματισμένης, χωρίς στοχεύσεις, κοινωνίας που διαρκώς μεταθέτει όλα της τα προβλήματα, ακόμη και τα πιο στοιχειώδη, όπως ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους.

Είναι η αναστροφή ευκταία; Προφανώς είναι δυσχερής, δεν λύνεται με ρομαντικές αναπολήσεις και επικλήσεις της πρώτης μας νιότης ή περασμένων ηρωικών στιγμών. Προϋποθέτει μια άλλη αντίληψη για την εξουσία και την κοινωνική αλλαγή που δεν γίνεται με λόγια και πομπώδεις αποφάσεις. Και βέβαια στοιχειώδη αυτογνωσία και εκκίνηση από τα βασικά.

Δεν μπορεί σε κάποιες χώρες η συμμετοχή στα κοινά και ο εθελοντισμός να αποτελούν προϋποθέσεις και κριτήρια για την είσοδο στα Πανεπιστήμια και εδώ να αγνοούνται πλήρως. Είναι αδιανόητο να στοχεύει κάποια ή κάποιος σε δημόσιο ή πολιτικό αξίωμα και να μην έχει προηγούμενη συμμετοχή στα κοινά.

Αυτό είναι εξίσου ουσιώδες με το αν κόλλησε κάποια ένσημα, ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι, αντίθετα με την εργασία, η συμμετοχή στα κοινά δύσκολα μεταβιβάζεται και κληρονομείται.

Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 10/11/2016.

Αμέρικα, Τραμπ και τα λόμπι της Ουάσινγκτον

Για ακόμη μία φορά ο κόσμος δείχνει ότι δεν είναι αυτός που ξέραμε∙ και δείχνει ξανά αιφνιδιασμένος. Πρόσφατα, το διεθνές πολιτικό, οικονομικό, μιντιακό αλλά και, εν μέρει, το ακαδημαϊκό σύστημα αιφνιδιάστηκε από το Brexit.

Ομοίως, το ίδιο σύστημα απευχόταν νίκη Τραμπ. Αλλά εφόσον επρόκειτο για υποκρισίες και προσευχές, ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ – της χώρας που δίνει παγκόσμιο ρυθμό. Το παράδοξο, έως γελοίο, είναι ότι περισσότερο έκπληκτοι (μουδιασμένοι, δυσαρεστημένοι, σοκαρισμένοι κ.λπ.) εμφανίστηκαν να είναι αυτοί που δεν θα έπρεπε∙ αυτοί που, ενώ μπορούσαν, δεν προέβαλαν καμιά αντίσταση στην υπερσυντηρητική στροφή.

Δεν εννοώ μόνον τους politically correct Δημοκρατικούς και τη μερίδα των Ρεπουμπλικανών των ΗΠΑ, ούτε την ομόλογή τους ελίτ της Ε.Ε.

Υπονοώ το όλον παγκόσμιο σύστημα που –με δεδομένη την πολιτική δυσανεξία της σοσιαλδημοκρατίας και της Αριστεράς, τη διαρκή υπονόμευση κάθε εναλλακτικού εφικτού κόσμου– επέβαλε την προσέγγιση των διαφορών και συμφερόντων «στεγανοποιημένων κόσμων» προκαλώντας οικονομικοπολιτικούς και κοινωνικούς αποκλεισμούς, διαδοχικές κρίσεις, απίστευτα δεινά, διαρκείς πολέμους και ακραία φτώχεια.

Και αυτά, σε πλήρη αντίθεση με τη θεωρία της αγοράς και την υποτιθέμενη επαγγελία της ευημερίας, της καταπολέμησης κρίσεων και φτώχειας.

Συνεπώς, μπορούμε να μιλάμε ευκολότερα για ήττα της αυτοκαταστροφικής Αμέρικα που εξέφρασε η Χίλαρι –η κατ' εξοχήν «αντιπαθής σκύλα» για τον μέσο ψηφοφόρο– και δυσκολότερα για νίκη του «εναλλακτικού», ακραίου και απρόβλεπτου Τραμπ. Ο Ντόναλντ Τραμπ υπήρξε γέννημα του συστήματος που –ενώ τον δημιούργησε– λέει ότι τον φοβάται.

Ποιες είναι οι κοινωνικές δομές της Αμερικής που αγνόησε η Χίλαρι Κλίντον και συσκότισε ο Τραμπ;

Πρώτον, η υπερβολικά πλούσια καπιταλιστική και διευθυντική τάξη με υπερβολική συσσώρευση πλούτου (το περίφημο 1%), με μεγάλη επιρροή στο πολιτικό σύστημα (Βουλή, Γερουσία και Λευκό Οίκο), με ελάχιστους περιορισμούς στην άσκηση οικονομικής ελευθερίας κ.λπ. Αντίθετα, το σύστημα στήριξε αυτή την αρπακτική ταξική πόλωση – τη μεγαλύτερη σε ολόκληρο τον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο.

Δεύτερον, η πολιτική Κλίντον αγνόησε την οργή των πληττόμενων μεσοστρωμάτων. Δηλαδή, δεν είδε την πιεστική αβεβαιότητα και ανασφάλεια της διαχρονικά ευρείας, συντηρητικής και σχετικά σταθερής μεσαίας τάξης που, ιστορικά τουλάχιστον, στηρίχθηκε στο ευέλικτο σύστημα ανώτατης και τεχνολογικής εκπαίδευσης που ήταν συνδεδεμένο με την αγορά εργασίας που χάνεται.

Τρίτον, αγνόησε επιθετικά την εργατική τάξη, ως επί το πλείστον οργανωμένη σε σωματεία, που είχε καταφέρει να αποκτήσει ένα επίπεδο ζωής και ασφάλειας παρόμοιο με εκείνο της μεσαίας τάξης. Αυτή η τάξη, μαζί με τη μεσαία, σήμερα έχοντας χάσει κάθε ασφαλιστική δικλίδα για τη ζωή, γίνεται λεία του υπερσυντηρητισμού και της Ακροδεξιάς.

Τέταρτον, δεν είδε σοβαρά το ποικιλόχρωμο αμερικανικό μωσαϊκό, το φτωχό και ευάλωτο τμήμα της χαμηλόμισθης και ανασφαλούς εργατικής τάξης με επισφαλή απασχόληση και αδυσώπητο ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας, χωρίς ομπρέλα κρατικής πρόνοιας.

Πέμπτον, αγνόησε το μεγάλο, περιθωριοποιημένο και εξαθλιωμένο αμερικανικό πολιτικό trash: τη μεγάλη υπο-τάξη του πληθυσμού, η οποία δεν έχει –και είναι αδύνατον να αποκτήσει– την απαιτούμενη μόρφωση και δεξιότητες για να διεκδικήσει θέσεις απασχόλησης που θα τη βγάλουν από τη διαρκή φτώχεια. (Για όλα τα παραπάνω βλ. τη μελέτη των Erik Olin Wright και Joel Rogers, «American Society: How It Really Works», 2011.)

Ο κόσμος του προεκλογικού Τραμπ ήταν ο επίπεδος, απλοποιημένος κόσμος ενός αριστοτέχνη του τρόμου που απευθύνθηκε σε αφελείς (;) θιασώτες πολεμοχαρών εθνικιστικών ταυτοτήτων. Προεκλογικά προέκρινε «πολιτικές των διαφορών».

Και φοβίζει, τώρα, γιατί υπήρξε ομιχλώδης ως προς την αντίληψη τόσο της πραγματικότητας όσο και της πρόσφατης παγκόσμιας ιστορίας. Μέσω ρητορείας κατευθυνόμενων βλημάτων (κατά Μεξικανών, κατά μεταναστών και προσφύγων και άλλοτε κηρύσσοντας οικονομικό πόλεμο κατά της Κίνας), υποθάλπει συγκρούσεις, απομονωτισμούς και προνεωτερική βία.

Φουντώνει την ψευδαισθησιακή αντίληψη που παράγει αδέξιες απαντήσεις στις παγκόσμιες συγκρούσεις, την τρομοκρατία, τους σοβινισμούς, τους φονταμενταλισμούς και τη μισαλλοδοξία.

Αν ο Μπους ο νεότερος παρέδωσε χειρότερο τον μονοπολικό του κόσμο στήνοντας την «America for 21th century», αν η ήπια διακυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα δεν αντέστρεψε τη μεγάλη εικόνα της «Αμέρικα στον 21ο αιώνα» παρότι αντιστάθηκε στις πολιτικές της ταυτότητας, ο Τραμπ βρίσκει και ανακινεί ιδέες Αγριας Δύσης και «εθνικών πεπρωμένων», επινοεί εχθρούς και διαφορές.

Αν υλοποιήσει τα σχέδια προστατευτισμού και την αντισυστημική ρητορική του, θα αυξηθούν οι μελλοντικές υφεσιακές καταστάσεις, με ενδεχόμενους παγκόσμιους νομισματικούς πολέμους.

Από την άλλη, υπάρχει ένα πραγματιστικό ανάχωμα, μια σταθερή αμερικανική παράδοση που κινείται αυτόνομα: οι «Washingtonians». Ο πρόεδρος μπορεί να ονομάζεται Κένεντι, Ομπάμα ή Μπους, Κλίντον ή, εν τέλει, Τραμπ, αλλά τα πιο σημαντικά στη δημόσια πολιτική ή την παγκόσμια σφαίρα είναι ανεξάρτητα και ασυσχέτιστα με την ιδιαίτερη προσωπικότητα και το θυμικό του.

Βέβαια, μιλάμε για τις «αόρατες» πτυχές της εξουσίας, για ζητήματα ελέγχου της δημόσιας ζωής, για έκπτωση της διαφάνειας και της δημοκρατίας στην πολιτική. Σε κάθε περίπτωση, αυτός ήταν πάντα ο ατλαντικός κίνδυνος: οι δημιουργικές παρερμηνείες των προέδρων και των εντολών (με τρόπους που να ισοδυναμούν με ανυπακοή) από τα λόμπι και τις φυλές των Washingtonians.

Πιο αμφιλεγόμενο, πιο μετανεωτερικό και πιο απροσδιόριστο δεν υπάρχει από «αυτό» που θα καθορίσει τις τελικές επιλογές και την «εικόνα» του προέδρου: ήτοι, τα κέντρα «χειραγώγησης και αυθεντίας» και, μάλιστα, νοούμενα ως ανάχωμα στις προεδρικές εξουσίες. Αμέρικα...

Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/11/2016.

Οι πιο βρόμικες εκλογές

Λόγω του ότι τόσο τη Χίλαρι Κλίντον όσο και τον Ντόναλντ Τραμπ τους αντιπαθούν ήδη από πέρσι περισσότεροι Αμερικανοί απ' ό,τι τους συμπαθούν, ήταν αναμενόμενο και οι δύο προεκλογικές εκστρατείες να αναδείξουν τις αρνητικές πλευρές του αντιπάλου.

Οι θετικές προτάσεις πολιτικής των δύο πλευρών έχουν χαθεί μέσα στη λάσπη στην οποία έχει βυθιστεί η αμερικανική πολιτική αντιπαράθεση.

Εξαρχής ο Τραμπ προσωποποίησε την προεκλογική διαδικασία απομακρυνόμενος από το πρόσφατο ιδεολογικό στίγμα των Ρεπουμπλικανών.

Από το 1980 κυριαρχούσε στους Ρεπουμπλικανούς η ιδεολογική προσέγγιση του Ρόναλντ Ρέιγκαν, που έδινε έμφαση στην ελεύθερη αγορά και τη χαμηλότερη φορολογία, στη θρησκεία, στο ελεύθερο εμπόριο και σε μια εξωτερική πολιτική πυγμής και ενίσχυσης της Ατλαντικής Συμμαχίας.

Παρουσιάζοντας το αμερικανικό κατεστημένο ως παραδομένο στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, ο δισεκατομμυριούχος Τραμπ έπεισε πολλούς Αμερικανούς ότι αποτελεί τον ισχυρό άνδρα, ικανό να προστατέψει τους απλούς πολίτες από την ανίερη διαπλοκή πολιτικού κατεστημένου και μεγάλων οικονομικών συμφερόντων.

Εχουν τα οικονομικά συμφέροντα επιβάλει στα κατεστημένα και των δύο κομμάτων την παγκοσμιοποίηση, που ευνοεί τις πολυεθνικές σε βάρος των εργαζομένων στις ΗΠΑ;

Ο Τραμπ θα φέρει προστατευτισμό.

Θέλουν τα οικονομικά συμφέροντα παράτυπους μετανάστες, για να ρίχνουν το κόστος εργασίας;

Ο Τραμπ θα τοιχίσει τα σύνορα με το Μεξικό.

Στα θέματα ελεύθερου εμπορίου και ενσωμάτωσης παράτυπων μεταναστών είναι η Κλίντον που βρίσκεται στη γραμμή του Ρέιγκαν.

Ηδη από τη δεκαετία του 1980 ο Τραμπ θεωρούσε ότι οι σύμμαχοι έπιαναν τις ΗΠΑ κορόιδο κρατώντας χαμηλά τις αμυντικές δαπάνες τους επαφιόμενοι στην αμερικανική αμυντική ομπρέλα.

Οταν όμως αμφισβήτησε την ισχύ του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, που προβλέπει ότι επίθεση από κράτος εκτός ΝΑΤΟ σε κράτος-μέλος αυτόματα ενεργοποιεί τη συλλογική άμυνα, ο Τραμπ διακινδύνεψε να κλονίσει την αποτρεπτική αξιοπιστία της Ατλαντικής Συμμαχίας.

Και εδώ η Κλίντον είναι πιο ρεϊγκανική.

Τα σοβαρά ζητήματα πολιτικής παραμερίστηκαν όμως από τις προσωπικές επιθέσεις.

Λίγες ημέρες πριν από το εθνικό δημοκρατικό συνέδριο διέρρευσε στα WikiLeaks η ηλεκτρονική αλληλογραφία της προέδρου της εθνικής δημοκρατικής επιτροπής, βουλευτού Σουλτς, που έδειχναν ότι μεροληπτούσε υπέρ της Κλίντον στον εσωκομματικό αγώνα της ενάντια στον Μπέρνι Σάντερς.

Πιο πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι δημοσιογράφος του CNN που συμμετείχε σε ντιμπέιτ μεταξύ Κλίντον και Σάντερς είχε διοχετεύσει μια ερώτησή της στο επιτελείο της Κλίντον.

Σύμφωνα με όλους τους τεχνοκράτες επικεφαλής των διάφορων αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, η Ρωσία υπέκλεψε και διοχέτευσε την ηλεκτρονική αλληλογραφία της Σουλτς, και αργότερα του επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας της Κλίντον.

Επιπλέον, η Ρωσία κατηγορείται για τη διαρροή παλιάς ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της Κλίντον από την εποχή που ήταν υπουργός Εξωτερικών.

Η αλληλογραφία αυτή αποκαλύπτει τους νομότυπους μεν αλλά άπληστους τρόπους με τους οποίους το ζεύγος Κλίντον χρησιμοποίησε την πολιτική επιρροή του για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση μη κερδοσκοπικού ιδρύματος, που με τη σειρά του αποζημίωνε με εκατομμύρια δολάρια τους δύο Κλίντον για δραστηριότητες στα πλαίσιά του.

Παρά την κακή εικόνα της Ρωσίας στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ο Τραμπ επίμονα αρνήθηκε να τοποθετηθεί αρνητικά έναντι του Πούτιν, δημιουργώντας υπόνοιες ότι ενδεχομένως έχει οικονομικά συμφέροντα στη Ρωσία.

Καθώς ο Τραμπ αρνήθηκε να δημοσιοποιήσει τις φορολογικές δηλώσεις του των τελευταίων δεκαετιών επικαλούμενος τρέχουσα διερεύνησή τους από την εφορία, η Κλίντον στο πρώτο ντιμπέιτ τον κατήγγειλε ότι έχει βρει νομότυπους τρόπους να μην πληρώνει φόρους εισοδήματος.

Ο Τραμπ απάντησε ότι ήταν έξυπνος που εξάντλησε τα νόμιμα μέσα για να αποφύγει τη φορολογία.

Ακολούθησε τηλεοπτικό σποτ της Κλίντον που έθετε το ερώτημα: αν αυτός είναι έξυπνος, εμείς οι υπόλοιποι τι είμαστε;

Ο Τραμπ αντεπιτέθηκε με σποτ που έδειχνε την Κλίντον να λιποθυμάει (λόγω πνευμονίας) στην τελετή για την 11η Σεπτεμβρίου.

Στο δεύτερο ντιμπέιτ η Κλίντον έστησε μια επιδέξια παγίδα στον Τραμπ, ανασύροντας μια παλιά ιστορία από τη δεκαετία του 1990 που ο Τραμπ ήταν ιδιοκτήτης της διοργανώτριας εταιρείας των καλλιστείων και είχε αποκαλέσει μια «miss world» «μις γουρουνόπουλο», επειδή είχε πάρει πολλά κιλά μετά τη νίκη της.

Ο Τραμπ έπεσε στην παγίδα και αντί να ζητήσει εκ των υστέρων συγγνώμη από την κοπέλα, επέμενε για μια εβδομάδα να δικαιολογεί τη στάση του με το επιχείρημα ότι μια «miss world» οφείλει να παραμείνει κομψή ώστε οι διοργανωτές των καλλιστείων να έχουν έσοδα από διαφημίσεις.

Η εικόνα του Τραμπ στη γυναικεία πλειονότητα του αμερικανικού λαού καταρρακώθηκε ακόμα περισσότερο όταν λίγο πριν από το τρίτο ντιμπέιτ δημοσιοποιήθηκε ηχογραφημένη κατ' ιδίαν συζήτησή του με τηλεπαρουσιαστή το 2005, στην οποία ο Τραμπ κόμπαζε ότι παρενοχλούσε γυναίκες σεξουαλικά. Ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο απλά για κομπασμούς μεταξύ ανδρών που δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματικά συμβάντα. Στη συνέχεια όμως πάνω από δέκα γυναίκες ισχυρίστηκαν πειστικά ότι υπήρξαν θύματά του.

Κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από τις εκλογές, το FBI ανακοίνωσε νέα διερεύνηση για την ηλεκτρονική αλληλογραφία της Κλίντον επί υπουργίας της, καθώς και τα πορίσματα έρευνας για τον Μπιλ Κλίντον για μια χάρη που έδωσε σε καταδικασμένο άτομο την τελευταία ημέρα της προεδρίας του το 2001. Δεν είναι σίγουρο αν ο επικεφαλής του FBI, Τζέιμς Κόουμι, έκανε τις κινήσεις αυτές για να βλάψει τις εκλογικές προοπτικές της Κλίντον ή αν αναγκάστηκε από επιτήδειους υφισταμένους του να τις κάνει για να αποφύγει ρεπουμπλικανικές καταγγελίες περί συγκάλυψης. Ασφαλώς συνέβαλε πάντως στην εικόνα μιας ιδιαίτερα βρόμικης εκλογής.

Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 5/11/2016.

Δημόσιο ή ιδιωτικό σύστημα υγείας;

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 0

Το ερώτημα είναι ερεθιστικό και το συζητάμε συχνά στις παρέες - μάλιστα πολλές φορές φορτισμένο και ιδεολογικά -, δεν είμαι όμως βέβαιος ότι νοηματοδοτούμε πάντοτε με τον ίδιο τρόπο τις λέξεις.
Ας αρχίσω από δύο επιμέρους ερωτήματα. Πρώτο, ποιος πληρώνει για το σύστημα υγείας. Και δεύτερο, ποιος και πώς παρέχει τις υπηρεσίες του.
Αξιόπιστες έρευνες δείχνουν ότι το 1% των ασθενών αντιστοιχεί στο 30% του κόστους (το 10% αντιστοιχεί με τη σειρά του στο 70% του κόστους) ενώ για το υπόλοιπο 90% ξοδεύεται μόνο το 30%. Κι αυτό γιατί οι «ακριβοί» ασθενείς είναι συνήθως μεγάλης ηλικίας και με πολλαπλά νοσήματα (διαβήτης, καρδιοπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια), ενώ το κόστος τους προσαυξάνεται από την έλλειψη συντονισμού, που τους στέλνει συνεχώς από τον Αννα στον Καϊάφα.
Ως προς τη χρηματοδότηση, ένα σύστημα που θα απέκλειε το «ακριβό» 10% θα ήταν φαινομενικά αποτελεσματικό. Αλλά τι θα γινόταν αυτό το 10%; Το ιδιωτικό σύστημα θα τους άφηνε στην τύχη τους, αυτό όμως θα ήταν αδιανόητο στο Δημόσιο.
Τα συστήματα ιδιωτικής ασφάλισης συνδέουν το ύψος των εισφορών με την πιθανότητα της αρρώστιας. Οι ιδιωτικές εταιρείες ή δεν ασφαλίζουν καθόλου τους «επικίνδυνους» πελάτες (π.χ. διαβητικούς) ή τους ζητούν πολύ ψηλά ασφάλιστρα. Για τον λόγο αυτό στη Γερμανία, για παράδειγμα, ένας στους πέντε ασφαλισμένους έχει τη δυνατότητα να μεταπηδήσει σε ιδιωτική ασφάλιση, παίρνοντας μαζί και τις εισφορές του, αλλά μόνο το 40% απ' αυτούς το κάνουν.
Η χρηματοδότηση του δημόσιου συστήματος εκτελείται είτε μέσω του προϋπολογισμού είτε μέσω ασφαλιστικών ταμείων. Ετσι, το επίπεδο υγείας και το είδος των νοσημάτων αποσυνδέονται από την πληρωμή, η οποία αντιστοιχεί στο εισόδημα και μόνο. Τα συστήματα αυτά αναδιανέμουν χρηματοδοτικές εισφορές και φόρους: από υγιείς σε ασθενείς, από νέους σε ηλικιωμένους, από πλουσιότερους σε φτωχότερους. Και βεβαίως, δεν αποκλείουν «επικίνδυνους» ασθενείς. Από κοινωνική άποψη, υπερέχουν ως προς τα ιδιωτικά.
Αλλη παράμετρος είναι η αντιστοίχιση επαγγέλματος - Ταμείου, που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές ανισότητες λόγω διαφορετικών πακέτων παροχών. Γι' αυτόν τον λόγο οι χώρες της Δυτ. Ευρώπης κατήργησαν τα Ταμεία αυτά και δημιούργησαν δημόσια ανταγωνιστικά μεταξύ τους ώστε ο κάθε ασφαλιζόμενος να επιλέγει το επιθυμητό Ταμείο ανεξάρτητα από το επάγγελμά του. Η επιλογή εξασφαλίζει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
Στην Ελλάδα δεν υφίσταται ανταγωνισμός μεταξύ των Ταμείων. Από τα πάμπολλα επαγγελματικά Ταμεία περάσαμε στον υδροκέφαλο ΕΟΠΥΥ, που τον συναποτελούν Ταμεία - συλλέκτες προκαθορισμένων και ανελαστικών εισφορών. Τα Ταμεία και οι εισφορές θα μπορούσαν να καταργηθούν πλήρως εφόσον, πρώτο, ασφαλιστικές εισφορές εξασφαλίζονταν από άλλους πόρους και, δεύτερο, υπήρχε δικαιότερη φορολόγηση..
Τώρα, όσον αφορά την παροχή, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι, όταν υπάρχει ισχυρό ρυθμιστικό πλαίσιο, τότε η συνύπαρξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορεί να λειτουργήσει θετικά για τους ασθενείς. Ο στόχος είναι η εξασφάλιση της καλύτερης δυνατής πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες, ειδικά για τους ευπαθείς και «ακριβούς» ασθενείς, ανεξάρτητα αν αυτές είναι δημόσιες ή ιδιωτικά παρεχόμενες.
Για να γίνει όμως αυτό, το Δημόσιο εκεί παρεμβαίνει στην αγορά των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας ως ρυθμιστής. Καθορίζει κανόνες επαρκούς λειτουργίας, μετράει την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών, καθορίζει ενιαίο τιμολογιακό πλαίσιο και συνδέει την αμοιβή με την ποιότητα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δυο γιατροί της ίδιας ειδικότητας που δουλεύουν στο Δημόσιο δεν παίρνουν την ίδια αμοιβή αν έχουν τελείως διαφορετικά αποτελέσματα.
Παράλληλα, εξασφαλίζεται ότι ο ιδιωτικός τομέας δεν μεταφέρει «δύσκολες» περιπτώσεις ασθενών στο Δημόσιο ούτε προκαλεί μεγάλη τεχνητή ζήτηση και ότι συνολικά το σύστημα δεν παρέχει υπηρεσίες που δεν είναι αποτελεσματικές.
Αυτή η έννοια όμως του δημόσιου τομέα δεν ισχύει στην Ελλάδα όπου ο κανόνας είναι η ισοπέδωση στον δημόσιο τομέα και η ανεξέλεγκτη λειτουργία ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Στην παροχή των υπηρεσιών τα δύο συστήματα λειτουργούν παράλληλα, δεν είναι συνδεμένα. Δεν υπάρχει κανένας προγραμματισμός ούτε συντονισμός δραστηριοτήτων στο πλαίσιο ενιαίου στρατηγικού - ρυθμιστικού πλαισίου για την υγεία.
Το αποτέλεσμα του κρατισμού, αλλά και της λειτουργίας ενός ανεξέλεγκτου ιδιωτικού τομέα είναι δραματικό στο ελληνικό σύστημα υγείας, που είναι αποτελεσματικό. Eίμαστε πρώτοι σε καισαρικές τομές, κατανάλωση αντιβιοτικών, σε υπέρβαρα παιδιά, δεύτεροι σε κάπνισμα - τροχαία, πολύ ψηλά σε κατανάλωση ποτών - ναρκωτικών και πολύ χαμηλά στην παραγωγή φαρμάκων.
Για να απαντήσω στο ερώτημα του τίτλου, είναι σαφές ότι το δημόσιο σύστημα χρηματοδότησης υπερτερεί των ιδιωτικών συστημάτων ενώ στην παροχή ένα μεικτό σύστημα είναι καλύτερο εφόσον εξασφαλιστεί υγιής ανταγωνισμός προς όφελος των ασθενών. Στη χώρα μας δεν υπάρχει τίποτα από αυτά. Εχουμε από τη μια ισοπεδωτικό κρατισμό κι από την άλλη έναν ανεξέλεγκτο ιδιωτικό τομέα με ευθύνη του Δημοσίου.
Το ζητούμενο είναι ένα αληθινά δημόσιο σύστημα υγείας με εισαγωγή των στοιχείων της διαφάνειας και του ανταγωνισμού, έτσι ώστε να μειωθεί το κόστος του και να γίνει καλύτερο γι' αυτόν που υποτίθεται ότι πρέπει πάντα να υπηρετεί: τον ασθενή.

Είναι αυτό ανάπτυξη;

Διαβάζουμε ότι στόχος των τουριστικών επιχειρήσεων είναι η αύξηση του αριθμού των τουριστών από τα 26 εκατομμύρια στα 35 εκατομμύρια μέχρι το 2021. Με σταθερά ελλειμματικό το αγροτικό ισοζύγιο (1 δις κάθε χρόνο στοιχίζουν οι εισαγωγές κρέατος...) τί κόστος έχει η αύξηση του αριθμού των τουριστών; Αν προσθέσουμε τις εισαγωγές γάλακτος, γιαουρτιού, κοκ, θα δούμε ότι η αύξηση του αριθμού των τουριστών συνεπιφέρει και αύξηση εισαγωγών των βασικών αγαθών.

Θα πει κανείς ότι η Ελλάδα το εμπορικό μας ισοζύγιο ήταν πάντα ελλειμματικό και ότι αυτό διαχρονικά δεν διορθώνεται. Η αυτάρκεια της χώρας σε τρόφιμα μειώνεται και στην εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν μπορείς να απαγορεύσεις τις εισαγωγές. Ναι, αλλά μπορείς να ενισχύσεις την ντόπια αγροτική παραγωγή, μπορείς να αλλάξεις το οικονομικό μοντέλο, να συνδέσεις πχ τον τουρισμό με την εγχώρια παραγωγή (κάποια ξενοδοχεία το επιχειρούν με το «ελληνικό πρωϊνό»).

Σίγουρα έχουμε όφελος από τον τουρισμό και σίγουρα υπάρχουν τρόποι και πολιτικές για μια πολιτική τουρισμού που σέβεται το περιβάλλον, την τοπική γευσιγνωσία και την ντόπια οικονομία. Είναι όμως δυνατή η συνεχής αύξηση των τουριστών χωρίς σεβασμό της φέρουσας ικανότητας των νησιών, των μνημείων, των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων των τοπικών κοινωνιών; Στόχος είναι μήπως να γίνουμε νοτιο-ασιατικής φύσεως τουριστική χώρα, με δεκάδες εκατομμύρια τουριστών, με προγράμματα «all inclusive», με νησιά που αλλοιώνονται σταθερά και χάνουν την φυσιογνωμία τους και την φυσική ελκυστικότητά τους; Δεν πρέπει να εκτιμηθεί το αρνητικό κόστος (εισαγωγές, φοροδιαφυγή, περιβαλλοντικές επιπτώσεις στα νησιά, αλλοίωση της τοπικότητας) του τουρισμού; Μπορεί ένα νησί του Αιγαίου να λειτουργεί ως τουριστική αποθήκη εκατομμυρίων επισκεπτών, όταν η φυσική του ικανότητα είναι περιορισμένη; Εχουμε αναλογισθεί τους πολλαπλούς κινδύνους, πέρα από το θέμα της επιδότησης μεταφοράς του νερού;

Το «τουριστικο-κεντρικό» μοντέλο που επέλεξε εκ των πραγμάτων η χώρα, έχει μέλλον; Είναι βιώσιμη μια ανάπτυξη αυτού του τύπου; Η συζήτηση σχετικά με τα αναπτυξιακά μοντέλα ή σχέδια που χρησιμοποιήθηκαν ή απλά προτάθηκαν, είναι πάντα ενδιαφέρουσα. Ενα νέο βιβλίο, προϊόν συλλογικής εργασίας με την επιμέλεια του Μ. Ψαλιδόπουλου και με τίτλο «αναπτυξιακά μοντέλα στην Ελλάδα», από τις «Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις» έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή. Κρίσιμη με την έννοια ότι όλοι πλέον συμφωνούν ότι χρειάζεται ένα νέο «μοντέλο», αν και το παλιό που μας έφτασε μέχρις εδώ, δεν αξίζει καν έναν τέτοιο χαρακτηρισμό, μάλλον για «πλίνθους και κέραμους» πρέπει να μιλούμε.

Δεν θα επιχειρήσω επιστημολογικές αναλύσεις και παρότι τα ερεθίσματα είναι πολλά, θα σταθώ σε ένα μόνο κεφάλαιο, αυτό του Αδ. Συρμαλόγλου, που παρουσιάζει το θέμα «Ο Παναγιώτης Χαλικιόπουλος και η ελληνική γεωργία». Βρισκόμαστε βέβαια στον 19ο αιώνα, η Ελλάδα ήταν μια αγροτική κυρίως χώρα, παρότι τα μηνύματα των αλλαγών έρχονταν καθαρά. Ο Παναγιώτης Χαλικιόπουλος (ΠΧ), πολιτικός και διανοητής της εποχής εκείνης με το συγγραφικό του έργο και τις προτάσεις του πρωτοστατεί στην προώθηση της γεωργίας ως οικονομικής και πολιτικής προτεραιότητας: «περί ουδενός δ΄άλλου πράγματος ενδιαφέρομαι τόσον, όσον περί της γεωργίας της πατρίδος μου» αναφέρει στο κύριο έργο του με τίτλο «Περί βελτιώσεως και εμψυχώσεως της εν Ελλάδει γεωργίας», Αθήνα 1880. Πεπεισμένος για τις «συνέργειες» της γεωργίας με τη βιομηχανία και το εμπόριο, ο ΠΧ αρθρογραφεί, συγγράφει, πολιτεύεται με το βασικό αυτό σχέδιο.

Εντύπωση προκαλεί στον αναγνώστη που δεν γνωρίζει σε βάθος το έργο του ΠΧ, όπως ο υπογράφων, η φρασεολογία, το συνολικό πλαίσιο, οι στόχοι, οι προτάσεις και η φιλοσοφία του έργου. Επεξηγεί τον καθοριστικό ρόλο της γεωργίας στην οικονομία και, αφαιρουμένων κάποιων επιχειρημάτων που σχετίζονται με την εποχή του και τις εμπεδωμένες αντιλήψεις της, προτείνει μέτρα διοίκησης, εκπαίδευσης των αγροτών, δημόσιας πολιτικής, διανομής της γης, κτηματολογίου... και δίκαιης φορολογίας των αγροτών. Ορισμένες φράσεις του είναι διαχρονικές, νομίζεις ότι δεν πέρασαν 13 και πλέον δεκαετίες, για να επιβεβαιωθεί ότι οι διορατικοί άνθρωποι κατορθώνουν να εντοπίζουν τα πραγματικά προβλήματα, να ανοίγουν δρόμους. Και οι επόμενες γενεές και κυβερνήσεις θα κριθούν από το αν και και κατά πόσον αξιοποίησαν εκείνες τις συμβουλές. Λόγω της έλλειψης οδικών αρτηριών ο ΠΧ πρότεινε την αξιοποίηση της ναυτιλίας για τη διακίνηση των αγροτικών προϊόντων. Μέσα στο πλαίσιο της εποχής, με ελλειμματικό από τότε το εμπορικό ισοζύγιο, με το πρόβλημα του χρέους οξύ, ναι αυτό μας ακολουθεί από τότε, διαβάζουμε ότι είχε συμφωνήσει με τον Ε. Κεχαγιά ο οποίος είχε προτείνει «τη σύσταση ειδικής επιτροπής (και ταμείου) για το δημόσιο χρέος». Μάλιστα....Αναφέρεται ακόμα στη μελέτη αυτή ότι το 1846 η Ελλάδα είχε αποκλεισθεί από τις αγορές «αδυνατώντας να αποπληρώσει τόκους και χρεολύσια προηγούμενων δανείων». Ναι, από τότε είχαν εντοπισθεί τα προβλήματα και οι παθογένειες στην οικονομία και στην εκπαίδευση με την υπερπληθώρα γιατρών και δικηγόρων και ο ΠΧ τόνιζε «...εδημιουργήσατε καταναλωτάς, αλλά δεν εφροντίσατε να δημιουργήσετε συγχρόνως και παραγωγούς».

Η μελέτη αυτή αποσκοπεί να παρουσιάσει προτάσεις «που υποστήριζαν διαφορετικά αναπτυξιακά μοντέλα από αυτά που τελικά εφαρμόστηκαν και οδήγησαν στην κρίση του 1893». Εξετάζονται επιπλέον τα μοντέλα των Μπάτση, Βαρβαρέσου, Ζολώτα και Α. Παπανδρέου. Καιρός για περίσκεψη, για αναθεώρηση, για αλλαγή πορείας. Πριν πάμε σε νέα κρίση, αφού δεν μαθαίνουμε από το παρελθόν...

Δημοσιεύτηκε στην metarithmisi.gr στις 29/10/2016.