Πέμπτη, 22 Φεβρουάριος 2018

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Κανονικότητα και παζάρι χαλιών

Με μια ευχάριστη επαναληπτικότητα, έρχονται και προστίθενται στις αποτιμήσεις της περασμένης χρονιάς οι τωρινές αναφορές σε βελτίωση του κλίματος στην Ελληνική οικονομία – δηλαδή, με την προοπτική λήξης του τρέχοντος Προγράμματος Προσαρμογής/Μνημονίου-3 σε λιγότερο από έξη μήνες, μετρήστε...
Τελευταία καταγραφή, εκείνη του Μηνιαίου Δελτίου Οικονομικής Δραστηριότητας του ΣΕΒ, απ' όπου δεν είναι μόνο ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος που βρίσκεται βελτιωμένος τον Ιανουάριο τόσο έναντι του κλεισίματος της περασμένης χρονιάς όσο και (πολύ πιο αισθητά) έναντι της ίδιας εποχής πέρσι, είναι και τα επιμέρους στοιχεία που τον απαρτίζουν. Έτσι, η βελτίωση στον δείκτη κλίματος προκύπτει από ενίσχυση των θετικών προσδοκιών και στην παραγωγή (στην βιομηχανία) και στην ζήτηση (στο λιανεμπόριο, που έδειχνε νέα ανησυχητική αμφιθυμία), ενώ ο μεγάλος ασθενής (οι κατασκευές) μειώνει την κατάθλιψη στην οποία έδειχνε να εγκαθίσταται.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, πάλι, η βελτίωση στον PMI, τον Δείκτη Υπευθύνων Προμηθειών στην μεταποίηση – που λειτουργεί ως πρόδρομο σημάδι για την εικόνα στον χώρο της παραγωγής: εδώ, τόσο οι εξαγωγές (η προσδοκία των εξαγωγών) όσο και η εγχώρια ζήτηση συντρέχουν. Εν τω μεταξύ και οι εξελίξεις στην μεταποίηση πήγαιναν ζωηρότερα (+6%) στο κλείσιμο της περασμένης χρονιάς απ' όσο στο σύνολο του 2017 (+3,1%), αλλά και στις εξαγωγές η τάση παραμένει ανοδική – και μάλιστα η αύξηση σε αξία (+7,9%) προηγείται της αύξησης κατ' όγκο (+5,1%) πράγμα που δημιουργεί πιο ευχάριστη προοπτική για ποιοτική, σε βάθος χρόνου, αναβάθμισή τους.
Αν κανείς έχει το θάρρος να σημειώσει και την καταγραφή – πάντα από τον ΣΕΒ – του γεγονότος ότι επιτέλους! έχουμε οριακά (έστω) θετικό ρυθμό πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις, με φόντο βέβαια την αγωνιώδη προσπάθεια των τραπεζών να αντιμετωπίσουν τα ΝPLs τους, αληθινά νομιμοποιείται να βγάλει αναστεναγμό ανακούφισης: «Ουφ»! Η δε Κυβέρνηση – ας το πούμε ευρύτερα: οι αρμόδιοι για την χάραξη του καταλοίπου οικονομικής πολιτικής που παραμένει σε Ελληνικά χέρια – νομιμοποιείται να θεωρεί ότι ζει την επάνοδο σε κάτι σαν κανονικότητα.
Ενώ όμως και ο ΣΕΒ, και ευρύτερα ο επιχειρηματικός κόσμος, κάνει αυτές τις καταγραφές, δεν αργεί η συμπλήρωση: «Οι μεγάλες προκλήσεις παραμένουν!». Τις κωδικοποιούσε, μιλώντας σε Ευρωπαίους δημοσιογράφους, ο Θόδωρος Φέσσας: μεγάλο μέγεθος του Κράτους (που, προσθέτουμε λιγότερο ευγενικά, παρέμεινε και στο βάθος της κρίσης ενώ ήδη ενισχύεται), έλλειψη μεγάλων, οργανωμένων επιχειρήσεων και υψηλό ποσοστό αυτοαπασχολουμένων (εν μέρει συνέπεια του φορολογικού συστήματος), χαλαρή λειτουργία των θεσμών (αυτάρεσκα χαλαρή, όπως της Δικαιοσύνης: πάλιν δική μας η εξειδίκευση).
Εν τω μεταξύ το τσουρούφλισμα που γνώρισε το – πετυχημένο στην κόψη του ξυραφιού – ομόλογο των 3 δις στην ταραγμένη αγορά, όπου παρέμεινε να ταλαιπωρείται με ενίσχυση των αποδόσεων, αλλά συμπαρέσυρε και το 10ετές και το 5ετές Ελληνικό χαρτί ακόμη κι όταν τα υπόλοιπα κρατικά ομόλογα επανέρχονταν, θάπρεπε να έχει (αν μη τι άλλο) δημιουργήσει επιφυλακτικότητα. Αντί γι αυτό, εκείνο που βλέπουμε είναι συνεχιζόμενα τζαρτζαρίσματα μεταξύ αφενός Ευκλείδη Τσακαλώτου (αλλά και Αλέξη Τσίπρα) που επαναφέρουν στην πολιτική διατύπωση του αιτήματος/ζητούμενου για καθαρή έξοδο (επανήλθε πάλι ο όρος αντί του πιο προσεκτικού «αυτοδύναμη»...) με την λήξη του Προγράμματος και όσων αφετέρου (με Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος βάλλεται συστηματικότερα παρά ποτέ πλέον, στην πρώτη γραμμή) συνιστούν την ύπαρξη/εξασφάλιση κάποιου αλεξίπτωτου για τα επόμενα βήματα. Για όποιον προσέχει τις λεπτομέρειες: και εδώ η διατύπωση σκλήρυνε: αντί για «προληπτικό πρόγραμμα στήριξης» ή για υβριδικές μορφές στήριξης/εποπτείας γίνεται πλέον λόγος για την παλιά γνώριμη PCCL/προληπτική πιστωτική γραμμή. Πάντως δεν ξανακούγεται η ECCL/Πιστωτική Γραμμή Ενισχυμένων Προϋποθέσεων.
Όσο λοιπόν θα προχωράει η διαπραγμάτευση με ESM, με Ευρωπαϊκή Επιτροπή (με υπεριπτάμενο ΔΝΤ: μην ξεχνούμε ότι αυτού τα μαγικά θα ονοματισθεί «βιώσιμο» το χρέος Γενικής Κυβέρνησης, αλλά και θα πιστοποιηθεί η «βιωσιμότητα εξωτερικής θέσης»: όλα αυτά λειτουργούν ως προϋποθέσεις), αλλά και με ΕΚΤ/Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (ESA) ή και Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ESRB), για το ακριβές καθεστώς που θα ισχύσει ή δεν θα ισχύσει, η Ελληνική πλευρά θα αισθάνεται σαν τον τουρίστα στο Ανατολίτικο παζάρι χαλιών: σου προσφέρουν τσάι με μέντα, και σου ξεδιπλώνουν διάφορα χαλιά, με ασαφή διαφοροποίηση αλλά με σοβαρές διαφορές τιμών. Έτσι και τα διαθέσιμα εργαλεία στήριξης του ESM που θα μας παρουσιάζονται.
Αν η δική μας θέση παραμείνει στην «καθαρή έξοδο» χρειάζεται προσοχή μήπως «θυμηθούν» το άλλο κριτήριο: «ιστορικό πρόσβασης στις αγορές με λογικούς όρους». Προσοχή! ΙΣΤΟΡΙΚΟ πρόσβασης, όχι μιαν έξοδο στην κόψη του ξυραφιού...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 16/2/2018.

“Athens Calling” (5/02/18) Συνέντευξη του Ηλία Μόσιαλου

-Σχολιασμός για τη φαρμακευτική δαπάνη στην Ελλάδα και παγκοσμίως:

Κοιτάξτε, αυτό που συνέβη στην Ελλάδα είναι όπως τα είπατε αλλά είναι και λίγο χειρότερα γιατί η φαρμακευτική δαπάνη είναι περίπου 1 δισεκατομμύριο το 2000 και το 2009 έφτασε στα 5 και κάτι. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει πουθενά στον κόσμο. Κατέθεσα τα πρώτα στοιχεία στο ελληνικό Κοινοβούλιο το Νοέμβριο του 2009. Θέλω να τονίσω ότι μέχρι την στιγμή που έφυγα από το Κοινοβούλιο το 2012, δεν ασχολήθηκαν και πάρα πολύ με τις συνεχείς παρεμβάσεις που έκανα στην κοινοβουλευτική διαδικασία και τις αλλεπάλληλες ερωτήσεις που κατέθετα ως βουλευτής. Μιλώ για το σύνολο του πολιτικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένου και του κόμματος που κυβερνά τώρα. Είναι γνωστές οι επιθέσεις που υπήρξαν εναντίον μου από συγκεκριμένους χώρους...

-Της φαρμακευτικής βιομηχανίας...;

Γενικότερα αυτού του χώρου και είναι εντυπωσιακό επίσης ότι, ενώ έγινε μια επιτροπή για στη Βουλή που εξέτασε αυτά τα θέματα και ενώ κάλεσαν δεκάδες ανθρώπους να μιλήσουν για αυτά τα θέματα, περιέργως με ξέχασαν. Αλλά αυτό δεν είναι καθόλου πρόβλημα, σημασία έχει...

-Ήσασταν για λίγο Υπουργός Επικρατείας και δεν σας κάλεσαν...

Ναι, αλλά δεν είχα αρμοδιότητα για τέτοια θέματα.

-Ναι, αλλά όταν κάποιος λέει ότι είχαμε 1 δις και μέσα σε 9 χρόνια πήγαν στα 5 δις, που ήταν και μία από τις βασικές αιτίες που φτάσαμε στη χρεοκοπία.

Απολύτως ήταν έτσι όπως τα λέτε, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι αν θέλει η οποιαδήποτε κυβέρνηση, ακόμα και η αντιπολίτευση, τα κόμματα που υπάρχουν στο κοινοβούλιο να εστιαστούν στο χώρο της υγείας, αυτό θα πρέπει να το κάνουν προσεκτικά. Δεν είναι θέμα το τι έκανε μια εταιρεία ή δυο εταιρείες. Ήταν μια παράλογη κατάσταση, η οποία επικράτησε στη χώρα μας αρκετά χρόνια.
Η φαρμακευτική δαπάνη έχει πλέον μειωθεί , θα πρέπει να πούμε και τα θετικά. Δηλαδή από το 2010 και μετά έγιναν σημαντικές προσπάθειες μείωσης της φαρμακευτικής δαπάνης.

-Έχει φτάσει τα 2,5 δις.

Με καλά αποτελέσματα. Είμαστε στα επίπεδα τα λογικά, θα έλεγα, πλέον σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Είχαμε φτάσει σε σημείο σε κατά κεφαλήν δαπάνη να είμαστε λίγο πιο κάτω από τη Γερμανία σε τιμές. Δηλαδή ήμασταν πολύ ψηλά στον κόσμο σε ότι αφορά την φαρμακευτική δαπάνη. Δεν είναι, όμως, ο μόνος τομέας στον οποίο υπάρχουν περιττές δαπάνες. Δηλαδή, το ίδιο γίνεται και με τις μαγνητικές και με τις αξονικές και με πολλά διαγωνιστικά. Και εκεί υπάρχουν τεράστια περιθώρια μαζέματος. Είμαστε από τις υψηλότερες χώρες. Είχαμε φτάσει το 2009 να είμαστε η 2η ή 3η χώρα μεταξύ των πιο ανεπτυγμένων χωρών του κόσμου. Και εκεί έχει γίνει ένα συμμάζεμα, η αλήθεια να λέγεται. Δηλαδή δεν είμαστε εκεί που ήμασταν πλέον. Αλλά ότι υπάρχουν περιθώρια για περαιτέρω εξορθολογισμό θα πρέπει να το δει κανείς ότι υπάρχουν.

-Και σε αυτό παίζει ρόλο...

Δυστυχώς, οι παθογένειες του ελληνικού συστήματος είναι βαθιές και δεν είναι εύκολο να λυθούν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Και θέλουν μεγάλες και άλλες συναινέσεις σε πολιτικό επίπεδο, έτσι ώστε να αλλάξει το σύστημα υγείας το οποίο φτιάχτηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80, έγιναν προσπάθειες –πολλές προσπάθειες- να μεταρρυθμιστεί, αλλά στην ουσία δεν άλλαξαν τα δομικά του χαρακτηριστικά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορέσει να γίνει ένα αποτελεσματικό σύστημα, φιλικό προς τους πολίτες. Με αποτέλεσμα οι έλληνες πολίτες να βάζουν πολύ βαθειά το χέρι στην τσέπη για να έχουν αξιοπρεπείς υπηρεσίες υγείας.

-Έχουμε υψηλό ποσοστό ιδιωτικών δαπανών...

Περίπου οι μισές δαπάνες είναι ιδιωτικές. Δε συμβαίνει σε καμία άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτό.

-Η προσπάθεια που κάνει ο νυν υπουργός που λέει ότι είναι μεγάλης σημασίας η οικοδόμηση πρωτοβάθμιας περίθαλψης, ώστε να αποσυμφορηθούν τα νοσοκομεία και να μειωθούν αυτές οι εξωφρενικές –ας το πούμε- μαγνητικές τομογραφίες, αξονικές και όλα αυτά. Να μπει, δηλαδή, μια τάξη στο σύστημα, είναι στη σωστή κατεύθυνση ;

Κοιτάξτε, δεν έχω σχολιάσει προσπάθειες υπουργών υγείας από το 2009 και μετά και δεν το έχω κάνει, πρώτον, γιατί το 2009-2012 συμμετείχα και εγώ στην πολιτική διαδικασία, μετά το 2012 δεν το έχω κάνει για κανέναν υπουργό. Θα μου επιτρέψετε να μην μιλήσω για τα θέματα της ελληνικής πολιτικής ζωής. Ίσως θα παρεξηγηθώ κιόλας αν μιλήσω.

-Πως μπορεί και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας να βάλει ένα αντίβαρο σε όλα αυτά τα πράγματα;

Καταρχήν ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν έχει τέτοια δυνατότητα, δεν είναι ρυθμιστικός οργανισμός. Είναι ένα φόρουμ στο οποίο βρίσκονται οι κυβερνήσεις , οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων και συζητούν για το πώς μπορούν να χαράξουν κοινές πολιτικές, όταν συμφωνούν. Δε συμφωνούν πάντα στο να χαράξουν κοινές πορείες.

-Ποιος μπορεί;

Και στο μόνο θέμα στο οποίο συμφώνησαν παγκόσμια πρόσφατα ήταν όλες οι διαδικασίες όσον αφορά την αντιμετώπιση του καπνίσματος . Στο θέμα των φαρμάκων δεν υπάρχει παγκόσμια συναίνεση γιατί πολλές χώρες είναι παραγωγοί φαρμάκων και γίνονται τεράστιες επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη, αυτές είναι χώρες κυρίως της κεντρικής Ευρώπης, η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ, όπου εν πολλοίς γίνεται η φαρμακευτική έρευνα. Από εκεί και πέρα όμως υπάρχουν προβλήματα , τα οποία εγώ τα θεωρώ αποτυχία κυβερνητικών πολιτικών –εννοώ παγκόσμια κυβερνητικών πολιτικών- και αποτυχία της ίδιας της βιομηχανίας. Τι γίνεται και γιατί υπάρχει διπλή αποτυχία; Η βιομηχανία δεν παράγει φάρμακα σε τομείς που είναι αναγκαίο. Έχουν υπάρξει πολλές επιτυχίες, δε μπορούμε να το αμφισβητήσουμε αυτό, ότι η φαρμακευτική βιομηχανία έχει παράξει φάρμακα που έχουν γλιτώσει εκατομμύρια ζωές τα τελευταία 20-30 χρόνια.

-Αξιοποιώντας όμως και τη δημόσια έρευνα που γίνεται στα πανεπιστήμια.

Μα σαφέστατα την αξιοποιεί. Ναι, προφανώς ένα 40% περίπου. Αλλά και οι ίδιοι κάνουν επενδύσεις και παίρνουν ρίσκα. Να μην τα μηδενίσουμε όλα. Κοιτάξτε, δεν παράγετε ούτε εσείς φάρμακα ούτε εγώ, κάποιος άλλος το κάνει και παίρνει το ρίσκο. Το θέμα είναι αν η παραγωγή αυτή και αν οι επενδύσεις που γίνονται στην έρευνα και την ανάπτυξη, πηγαίνουν στην παραγωγή φαρμάκων σε τομείς θεραπευτικούς όπου έχουμε ελλείψεις. Δηλαδή στον καρκίνο, στη νόσο αλτσχάιμερ, σε πολλές περιπτώσεις νοσημάτων στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου δεν ενδιαφέρεται να παράξει κανείς νέα φάρμακα γιατί δεν υπάρχουν αγορές εκεί. Ή στα αντιβιοτικά, που θέλουμε καινούρια φάρμακα αλλά δεν θέλουμε να τα χρησιμοποιούμε. Και αν θέλεις καινούρια φάρμακα που δεν τα χρησιμοποιείς, δεν υπάρχει αγορά πάλι, υπάρχει ένα παράδοξο εκεί και για αυτό χρειάζεται να σκεφτούμε εναλλακτικούς τρόπους στη χρηματοδότηση της έρευνας των αντιβιοτικών.

-Πώς δηλαδή;

Επομένως η βιομηχανία έχει κάνει μεγάλες προόδους. Δηλαδή ορισμένα νοσήματα έχουν πλέον θεραπευτεί. Πάρτε το πεπτικό έλκος ας πούμε ή πολλά καρδιαγγειακά νοσήματα που αντιμετωπίζονται ως χρόνιο νόσημα. Σε άλλους όμως τομείς δε γίνονται σημαντικές επενδύσεις γιατί το ρίσκο είναι πολύ μεγάλο . Προτιμούν, επομένως, οι φαρμακευτικές βιομηχανίες να επενδύουν εκεί που το ρίσκο είναι μικρότερο.
Ποια είναι η αποτυχία τώρα, και αυτό το θεωρώ αποτυχία της αγοράς με την έννοια ότι όταν δεν επενδύεις σε σημαντικούς τομείς που αφορούν στην υγεία εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στον κόσμο ή σε τομείς που παίρνουν μεγάλο ρίσκο, όπως ο καρκίνος ή τα νευρολογικά νοσήματα, τότε αυτό είναι αποτυχία. Είναι αποτυχία γιατί υπάρχουν κυβερνητικές αποτυχίες διεθνώς, συλλογικά θα έλεγα των κυβερνήσεων , γιατί οι κυβερνήσεις δεν μαζεύουν την εξουσία τους, ώστε να στείλουν ένα μήνυμα στη φαρμακευτική βιομηχανία συλλογικά. Ότι ξέρετε, θέλουμε να παράγετε φάρμακα, ναι να είναι ο ιδιωτικός τομέας ισχυρός. Αυτό έλειπε. Αφού το κράτος δεν παράγει πουθενά φάρμακα στον κόσμο. Τα κομμουνιστικά καθεστώτα απέτυχαν στο να παράγουν φαρμακευτικά προϊόντα, άρα η αγορά λειτούργησε γενικότερα εκεί, δε λειτουργεί όσο καλά θα θέλαμε. Γιατί δε στέλνουν κάποια μηνύματα συλλογικά οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη, κάνοντας έναν ευρωπαϊκό οργανισμό αξιολόγησης των νέων φαρμάκων και να πουν στη βιομηχανία...

-Μα υπάρχει...

Όχι για την ασφάλεια αλλά για τις τιμές και τη χρηματοδότηση. Δηλαδή το νέο φάρμακο που βγαίνει, είναι απαραίτητα καλύτερο από αυτό που υπάρχει; Αν είναι, τότε ναι να πληρώσουμε παραπάνω γιατί προσφέρει κάποιες βελτιώσεις. Αν όμως δεν είναι καλύτερο γιατί θα πρέπει να πληρώσουμε 3 και 4 φορές παραπάνω, επειδή απλώς είναι καινούριο;
Στα φάρμακα δεν το κάνουμε ακριβώς καλά αυτό, γίνεται σε εθνικό επίπεδο δε γίνεται σε υπερεθνικό επίπεδο και εδώ είναι ο ρόλος της Ε.Ε που μπορεί να το παίξει καλύτερα.

-Η Ε.Ε δεν έχει τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων; Είναι μόνο για την ασφάλεια;

Ναι, δεν είναι για τη σχέση κόστους – αποτελέσματος, αν θα πρέπει να πληρώσουμε μεγαλύτερο κόστος γιατί το αποτέλεσμα είναι καλύτερο ή αν δε θα πρέπει να πληρώσουμε μεγαλύτερο κόστος γιατί το αποτέλεσμα δεν θα είναι απαραίτητα καλύτερο σε σχέση με κάτι που έχουμε.

-Άρα χρειάζεται συλλογική πίεση , συντονισμένη από τις κυβερνήσεις τις ευρωπαϊκές.

Προφανώς χρειάζεται και αυτό, χρειάζεται να γίνεται και στη χώρα μας όπου δεν έχουμε οργανισμό αξιολόγησης με βάσει το κόστος και όφελος των νέων φαρμάκων. Έχουμε τον εθνικό οργανισμό που είναι σε σύνδεση με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων.

-Έχουμε φαρμακοβιομηχανία στην Ελλάδα, είναι το νούμερο 3 εξαγωγικό προϊόν.

Ναι, αλλά στη δεκαετία του '80 είχαμε περίπου το 80% της ελληνικής κατανάλωσης, τώρα είναι λιγότερο από το 20%. Και εδώ είναι το άλλο παράδοξο: Πως φτάσαμε σε σημείο να πάμε από 1 δις σε 5 και την ίδια περίοδο να γίνει και αποβιομηχάνιση; Μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά. Θα έπρεπε την περίοδο που ξοδεύαμε τόσα πολλά χρήματα, τουλάχιστον να φτιάχναμε μια βιομηχανία. Δηλαδή να πεις «δόθηκαν αυτά τα χρήματα αλλά έχουμε μία από τις ισχυρότερες βιομηχανίες στον κόσμο». Ούτε αυτό δεν το έχουμε. Αυτά είναι μεγάλα διλήμματα και παιδεία πολιτική, τα οποία δεν αξιοποιήθηκαν.
Ακόμα και τώρα με τα χρήματα που δίνουμε θα έπρεπε να έχουμε μεγαλύτερη παραγωγή και μεγαλύτερη παρουσία της φαρμακευτικής βιομηχανίας στην Ελλάδα.

-Υπάρχει όμως.

Μικρή σε σχέση με τα όσα δίνουμε. Και υπάρχουν και άλλες διαστάσεις, δηλαδή σύνδεση της φαρμακοβιομηχανίας με τα ελληνικά πανεπιστήμια, η γενικότερη ανάπτυξη και η έρευνα που θα έπρεπε να γίνεται στις ιατρικές σχολές.

-Μα γίνεται, έχουμε πολλούς ερευνητές.

Μα προφανώς έχουμε, το θέμα είναι να πάμε ακόμα καλύτερα. Η Ελλάδα, παρά την κρίση, παράγει επιστημονικό αποτέλεσμα δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το μέγεθος της. Και για αυτόν το λόγο θα έπρεπε αυτό να αξιοποιηθεί περισσότερο. Όπως βλέπετε, μιλώ με βάση τις εθνικές προδιαγραφές της κάθε χώρας γιατί πρέπει να βλέπουμε τα πολλά θετικά που έχει αυτή η χώρα, παρά τα προβλήματα που έχει.

-Παγκοσμίως υπάρχει ένα θέμα με την υπερχρησιμοποίηση των αντιβιοτικών και τη δημιουργία ανθεκτικών μικροβιακών λοιμώξεων απέναντι στα υπάρχοντα αντιβιοτικά και υπάρχει στην Ελλάδα υπερβολική χρήση αντιβιοτικών.

Όχι μόνο είναι υπερβολική αλλά είμαστε μία από τις υψηλότερες χώρες στον κόσμο στην κατανάλωση αντιβιοτικών, ενώ μειώθηκε η φαρμακευτική κατανάλωση στο μισό περίπου και κατά 10-20% σε ποσότητες. Γιατί η μείωση της κατανάλωσης στην Ελλάδα έγινε λόγω επέμβασης στις τιμές. Στα αντιβιοτικά, όμως, αυξήθηκε η κατανάλωση. Είναι μία από τις ελάχιστες κατηγορίες που εν μέσω κρίσης...

-Προληπτικά (χορηγούνται) αντιβιοτικά, είναι η γενική γραμμή.

Κοιτάξτε, σε πολλές περιπτώσεις πρέπει να γίνει χρήση του αντιβιοτικού, σε ορισμένες όμως περιπτώσεις. Μεγάλη κατάχρηση γίνεται κυρίως με τα κρυολογήματα, τα οποία δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται στην πλειοψηφία τους με αντιβιοτικά.

-Ή με τις ιώσεις.

Ναι, εκεί γίνεται αρκετά μεγάλη κατάχρηση. Έχουμε δυσκολίες σε ορισμένες κατηγορίες αντιβιοτικών, αυτό που λέμε "gram negative" και εκεί δεν είναι μεγάλες οι εναλλακτικές επιλογές. Αν δε βρεθούν νέα αντιβιοτικά τα επόμενα 20-30 χρόνια , πιθανώς θα έχουμε τεράστια προβλήματα δημόσιας υγείας, ειδικά για τους ανθρώπους που θα είναι μεταμοσχευμένοι και θα πάνε να κάνουν χειρουργικές επεμβάσεις, προφανώς και θα υπάρχει τεράστιο πρόβλημα. Είναι επιτακτική η ανάγκη ανακάλυψης νέων αντιβιοτικών. Είναι μια προσπάθεια η οποία ξεκίνησε το 2009, μπήκε στο προσκήνιο το πολιτικό από τη συλλογική προεδρία της Ε.Ε και τότε συμμετείχα ως ειδικός σύμβουλος της προεδρίας. Με είχαν καλέσει οι Σουηδοί για να φτιάξω τη μελέτη τους για τα αντιβιοτικά, που πήγε στο συμβούλιο υπουργών της Ευρώπης και με βάση αυτή έγινε η διατλαντική συμφωνία των ΗΠΑ. Ο πρόεδρος Ομπάμα την υπέγραψε εκ μέρους των ΗΠΑ με τον τότε Σουηδό πρωθυπουργό, εκπροσωπώντας την Ε.Ε , και από τότε άρχισε να μπαίνει στη δημόσια παγκόσμια πολιτική το θέμα της ανακάλυψης των νέων αντιβιοτικών. Ποιο είναι το πρόβλημα τώρα, γιατί δεν έχουμε νέα αντιβιοτικά; Γιατί δεν έχει κίνητρο η βιομηχανία εδώ πέρα. Η βιομηχανία λέει «αν παράξω εγώ ένα αντιβιοτικό , δε θα το χρησιμοποιήσουμε γιατί δεν πρέπει να το χρησιμοποιήσουμε, άρα πρέπει να μειώσουμε την αγορά». Λέει, επομένως, «γιατί θα πρέπει εγώ να καλύψω ένα προϊόν το οποίο δε θα το αγοράσει κανείς;». Δεν το αγοράζουν τα κράτη, δεν το αγοράζουν οι πολίτες. Για λόγους δημόσιας υγείας θα πρέπει μήπως και το χρειαστούμε. Επομένως εδώ θα πρέπει να βρούμε τρόπους χρηματοδότησης κοινής, κυβερνήσεων και βιομηχανιών, να πάρουν μαζί το ρίσκο για την ανακάλυψη νέων αντιβιοτικών έτσι ώστε να υπάρχει ένα λογικό κέρδος για τις βιομηχανίες για να μπούνε στο πεδίο της ανακάλυψης. Αλλιώς, μόνες τους δεν πρόκειται να επενδύσουν. Όπως δεν επενδύουν για την ανακάλυψη φαρμάκων που αφορούν στις ασθένειες των αναπτυσσόμενων χωρών. Και εκεί γίνεται αρκετή έρευνα διεθνώς.

-Τελευταία ερώτηση: Ιδιωτικότητα και δεδομένα.

Αυτά μπορούν να διασφαλιστούν. Το μεγάλο θέμα δεν είναι να μαζέψουμε δισεκατομμύρια νέα δεδομένα, γιατί πολλά δεδομένα έτσι όπως μαζεύονται δεν μπορείς να τα συγκρίνεις το ένα με το άλλο και δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία αν δεν είναι καλής ποιότητας δεδομένα. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι περισσότερα καλά δεδομένα, όχι απλά περισσότερα δεδομένα. Δηλαδή εγώ τι θα ήθελα να ξέρω: όταν ένας ασθενής παίρνει ένα φάρμακο τι συμβαίνει με την αγωγή από τη στιγμή που το πήρε και για 2, 4, 5, 6 μήνες. Πόσες φορές πήγε στο γιατρό; Πόσες μπήκε στο νοσοκομείο; Άλλαξε η αγωγή του; Για ποιο λόγο άλλαξε η αγωγή; Δηλαδή χρειάζεται να έχω δεδομένα της πορείας του ασθενή και να μπορώ να συγκρίνω την αγωγή με αυτήν που παίρνει ένας άλλος ασθενής.
Ο ψηφιακός ηλεκτρονικός φάκελος ως ένα βαθμό μπορεί να βοηθήσει , αλλά δεν πιστεύω ότι όλα αυτά τα δεδομένα που θα μαζεύουμε από τα κινητά ή computer μπορούν να μας δώσουν κάποιες πληροφορίες αλλά να αρχίσουμε να μαζεύουμε ποιοτικά δεδομένα που δεν τα μαζεύουμε τώρα. Δηλαδή δεν έχουμε ακόμα ηλεκτρονικό φάκελο όπως είπατε. Δεν τον έχουμε στη χώρα μας, δεν τον έχουμε σε πολλές άλλες χώρες. Στην Αγγλία έχουν χωριστά στοιχεία οι γενικοί γιατροί, χωριστά τα νοσοκομεία. Και πρέπει να τα συνδέουμε. Είναι διασπαρμένες βάσεις δεδομένων. Ας κάνουμε ένα βήμα πρώτα να ενοποιήσουμε τις βάσεις δεδομένων. Στην Ελλάδα χρειάζονται πολλά περισσότερα, θα πρέπει να φτιάξουμε βάσεις δεδομένων.

O Μοντεσκιέ, η κοινωνία των πολιτών και το Μακεδονικό

Ο Μοντεσκιέ στις αρχές του 18ου αιώνα αναρωτήθηκε γιατί η Αγγλία είχε ένα πολιτικό σύστημα πιο δημοκρατικό από αυτό της Γαλλίας. Κατά τον γάλλο φιλόσοφο, ο οποίος ήταν βαθιά επηρεασμένος από τις ιδέες του Διαφωτισμού, η εξήγηση έγκειται στο ότι στην αγγλική περίπτωση διαμορφώθηκαν σταδιακά ισχυρά «ενδιάμεσα στρώματα» (corps intermediaires) μεταξύ μονάρχη και λαού - ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα τα οποία, στην εποχή που έγραφε, λειτουργούσαν ως ανάχωμα στον βασιλικό/κρατικό απολυταρχισμό. Τέτοια αναχώματα, κατά τον Μοντεσκιέ, ήταν πολύ πιο καχεκτικά στην Γαλλία. Αν για τον Μαρξ η κοινωνία των πολιτών (civil society) είναι ο ευρύς, μη κρατικός χώρος όπου η αστική τάξη έχει τη βάση της, για τον γάλλο διανοητή ο όρος «κοινωνία των πολιτών» αναφέρεται σε κοινωνικά στρώματα που αντιστέκονται στον κρατικό επεκτατισμό/δεσποτισμό. Σε αυτή τη δεύτερη εκδοχή της κοινωνίας των πολιτών, δεν είναι οι ελέγχοντες τα μέσα παραγωγής αλλά αυτοί που ελέγχουν τα μέσα κυριαρχίας, καθώς και η σχέση των τελευταίων με τον «λαό» που είναι το κέντρο του προβληματισμού. Από αυτήν τη σκοπιά, ισχυρά, σχετικά αυτόνομα από το κράτος και τα κόμματα ενδιάμεσα στρώματα ευνοούν τους δημοκρατικούς θεσμούς κατά δύο τρόπους. Λειτουργούν ως ανάχωμα στον κρατικό επεκτατισμό, ενώ συγχρόνως προστατεύουν τις πολιτικές ηγεσίες από τις αδιαμεσολάβητες λαϊκές πιέσεις για μαξιμαλιστικές λύσεις «εδώ και τώρα» - λύσεις τις οποίες προτείνουν εκ των άνω δημαγωγοί διαφόρων τύπων.

Η επικαιρότητα του Μοντεσκιέ σήμερα

Νομίζω πως η ανάλυση του Μοντεσκιέ μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί το μακεδονικό πρόβλημα παραμένει άλυτο εδώ και 25 χρόνια. Μας βοηθά επίσης να καταλάβουμε γιατί σήμερα όλες σχεδόν οι χώρες του κόσμου αναγνωρίζουν τη γείτονα ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Πρόκειται για μια συντριπτική ελληνική ήττα τα αίτια της οποίας οι πολιτικές ελίτ της χώρας αρνούνται να εξετάσουν σε βάθος. Μια από τις πιο βασικές, αν όχι η πιο βασική αιτία αυτής της ήττας, οφείλεται λιγότερο στην ιστορική άγνοια, αχαριστία, απληστία κ.τ.λ. των «ξένων» και περισσότερο στο ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, κόμματα και MME δεν έχουν πει την αλήθεια στον κόσμο. Δεν τολμούν δηλαδή - για ιδεολογικούς, ψηφοθηρικούς ή άλλους λόγους - να δώσουν στον μέσο άνθρωπο το μίνιμουμ της πληροφόρησης που είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση μιας σοβαρής και υπεύθυνης στάσης πάνω σε θέματα που τον αφορούν άμεσα. Ετσι αφήνουν το πεδίο ελεύθερο σε φανατικές, εθνοκαπηλικές μειοψηφίες να διαμορφώνουν ανενόχλητες την κοινή γνώμη.
Ποια είναι η αλήθεια, την οποία σίγουρα γνωρίζουν οι κομματικές ηγεσίες, που αποσιωπήθηκε στο Μακεδονικό, αποσιώπηση που οδήγησε στο σημερινό αδιέξοδο; H αλήθεια αυτή έχει να κάνει με το ότι η Μακεδονία δεν είναι μόνο ελληνική - και αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι πέρα από την ελληνική υπάρχουν άλλες δύο Μακεδονίες εκτός ελληνικών συνόρων όπου δεν κατοικούν Ελληνες. Μετά τους Βαλκανικούς και τον A' Παγκόσμιο Πόλεμο ο γεωγραφικός χώρος της Μακεδονίας μοιράστηκε σε τρία μέρη. H Ελλάδα πήρε το 53%, η Σερβία το 33% και η Βουλγαρία - ως η χώρα που έχασε στους πολέμους - το μικρότερο κομμάτι. Με το να προσπαθούμε να έχουμε το μονοπώλιο του όρου, με το να λέμε πως η Μακεδονία είναι «μία και είναι ελληνική», είτε παραλογιζόμαστε είτε υπονοούμε έναν επεκτατικό αλυτρωτισμό. Υπονοούμε πως πρέπει αργά ή γρήγορα να αποκτήσουμε και τις άλλες δύο μακεδονικές περιοχές που τώρα βρίσκονται σε «ξένα» χέρια. Παρ' όλο το παράλογο του επιχειρήματος, η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών δεν τόλμησε να διαφωτίσει τον λαό, δεν τόλμησε να εναντιωθεί στα φανατισμένα πλήθη που, κάτω από την επιρροή εκκλησιαστικών και άλλων πατριδοκαπηλικών κύκλων, βρίσκονταν σε πλήρες σκότος ως προς το τι ακριβώς διακυβευόταν στο θέμα της ονομασίας.
Ούτε ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης μπόρεσε να αντισταθεί στα μαζικά συλλαλητήρια και στις διάφορες άλλες λαϊκιστικές πιέσεις της εποχής. Απέρριψε το λεγόμενο πακέτο Πινέιρο (που πρότεινε τη σύνθετη ονομασία) ξέροντας πολύ καλά ότι αυτή η απόρριψη θα οδηγούσε σε χειρότερες για τα εθνικά συμφέροντα λύσεις. Τουλάχιστον όμως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, μετά το αναπόφευκτο φιάσκο, είχε το θάρρος να αναγνωρίσει το σφάλμα του - πράγμα το οποίο δεν συνέβη με άλλους παράγοντες που ευθύνονταν εξίσου, αν όχι περισσότερο, για το τελικό αποτέλεσμα. Δεν είδαμε για παράδειγμα ούτε ίχνος αυτοκριτικής από τον χώρο της Εκκλησίας ούτε από τον βασικό αρχιτέκτονα του μακεδονικού φιάσκου, τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος ακόμα και σήμερα εξακολουθεί την άκρως λαϊκιστική ρητορική του.
Η ανάλυση του Μοντεσκιέ περί μη αυτόνομων, ενδιάμεσων στρωμάτων που δηλώνει μια καχεκτική κοινωνία των πολιτών, επηρέασε σημαντικά θεωρίες περί εθνικισμού και λαϊκισμού. Σίγουρα φωτίζει την ελληνική περίπτωση όπου βλέπουμε ένα δεσποτικό κράτος να αποδυναμώνει τα ενδιάμεσα στρώματα μέσω μιας ολοκληρωτικής διείσδυσης στην κοινωνία. Διείσδυσης που επιβάλλει την κομματικοκρατική λογική σε όλους τους θεσμικούς χώρους - από το πανεπιστήμιο και τον αθλητισμό μέχρι τα επαγγέλματα. Σε αυτό το ασταθές, ρευστό πλαίσιο, μισαλλόδοξες «υπερπατριωτικές» ελίτ φανατίζουν τα πλήθη τα οποία στη συνέχεια πιέζουν τις κυβερνήσεις να ακολουθήσουν αυτοκαταστροφικές πολιτικές. Δηλαδή πολιτικές που βλάπτουν τα γενικά συμφέροντα της χώρας. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα με το Μακεδονικό, με τα μαζικά συλλαλητήρια και τη διαμάχη για την ονομασία.

Η αντίδραση της αντιπολίτευσης

Ο Πρωθυπουργός, αψηφώντας τους ψευτοπαλικαρισμούς του αρχηγού των ΑΝΕΛ, δήλωσε ξεκάθαρα την αποδοχή της σύνθετης ονομασίας. Πιο πρόσφατα, ο υπουργός Εξωτερικών έδωσε στον κ. Νίμιτς ένα «σχέδιο συμφώνου» το οποίο παρουσίασε στην ηγεσία της ΠΓΔΜ. Το σχέδιο αναφέρεται στα προβλήματα του αλυτρωτισμού, στη σύνθετη ονομασία, στη σλαβική διάλεκτο και θα ισχύει έναντι όλων και στις αλλαγές του Συντάγματος. Το παραπάνω διάβημα φαίνεται να αντικαθιστά το προηγούμενο μακρόσυρτο σχέδιο του «οδοιπορικού», με σκοπό την επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων. Πρόκειται για μια προσπάθεια, η τελευταία, για να βρεθεί μια λύση σε ένα πρόβλημα που ταλαιπωρεί τη χώρα για ένα τέταρτο του αιώνα. Αρα, ανεξάρτητα από τα λάθη της κυβέρνησης, όλα τα κόμματα έπρεπε να την υποστηρίξουν. Παρ' όλα αυτά, η αντίδραση του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν ουδέτερη έως αρνητική. Με το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, πως οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις και τα μαζικά συλλαλητήρια έδειξαν πως η πλειοψηφία του ελληνικού λαού δεν θέλει ονομασία που να εμπεριέχει τον όρο Μακεδονία. Αρα, σαν καλός δημοκράτης και πατριώτης, ο πρόεδρος της ΝΔ αναγκάζεται να συμφωνήσει με τη «φωνή του λαού». Αυτό όμως που έπρεπε να πει ο αρχηγός της ΝΔ είναι πως η «φωνή του λαού» δεν είναι γνήσια. Αφού αυτοί που συμμετείχαν στα δύο μαζικά συλλαλητήρια προφανώς δεν ξέρουν πως η άρνηση της σύνθετης ονομασίας θα οδηγούσε σε αρνητικά/καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα μας. Πιο συγκεκριμένα: μια τυχόν απαίτηση της ελληνικής κυβέρνησης να διατηρήσει το μονοπώλιο του όρου «Μακεδονία» θα οδηγούσε στον τερματισμό των διαπραγματεύσεων. Η υπόθεση θα πήγαινε στις ελληνικές καλένδες. Αυτό θα πρόσφερε ένα αναπάντεχο δώρο στη γείτονα χώρα. Η Ελλάδα θα εκλαμβάνονταν ως η κυρίως υπεύθυνη για την αποτυχία και το ελληνικό βέτο θα αποδυναμώνονταν. Αφού οι ΗΠΑ και η ΕΕ θέλουν την ταχεία ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ για γεωπολιτικούς λόγους (αντίσταση στον ρωσικό επεκτατισμό στα Βαλκάνια). Με δεδομένη την κραυγαλέα ανισορροπία δύναμης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων και της Ελλάδας, θα βρεθεί τρόπος να αγνοηθεί κάποια στιγμή το ελληνικό βέτο. Αν γίνει αυτό, θα βρεθεί η ΠΓΔΜ εντός της νατοϊκής οργάνωσης χωρίς να αλλάξει το τωρινό status quo. Δηλαδή χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει τον αλυτρωτισμό του Συντάγματος και τη σημερινή ονομασία της.
Συμπέρασμα: Η τυχόν υπερίσχυση της μαξιμαλιστικής «υπερπατριωτικής» στάσης οδηγεί με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια σε μια κατάσταση εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτή που η πλειοψηφία του κόσμου επιθυμεί. Αυτό το συμπέρασμα το γνωρίζουν πολύ καλά όλες οι πολιτικές ελίτ αλλά δεν τολμούν να το πουν ξεκάθαρα στους πολίτες. Γίνονται έτσι οι πολιτικοί έρμαια των πιέσεων που τα συλλαλητήρια δημιουργούν. Αναφορικά δε με το Κίνημα Αλλαγής, αυτό δέχεται, υπό μια σειρά όρων, τη σύνθετη ονομασία. Στέκεται όμως αμήχανο απέναντι στην κυβερνητική στρατηγική.
Τέλος, δυο λόγια για το επιχείρημα πως η ΠΓΔΜ παραλογίζεται, αφού καταφεύγει σε ένα εξωφρενικό, αν όχι γελοίο αλυτρωτισμό. Ομως παρ' όλο που τα Σκόπια όντως παραλογίζονται, αυτός δεν είναι λόγος να παραλογιζόμαστε κι εμείς, και να υποστηρίζουμε λανθασμένες θέσεις που δεν ταιριάζουν σε μια χώρα που είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει πίσω της δύο αιώνες κοινοβουλευτικής δημοκρατικής παράδοσης και η οποία μέσω των επενδύσεών της στην ΠΓΔΜ ελέγχει ένα σημαντικό κομμάτι της οικονομίας της.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 10/2/2018. 

Η παταγώδης κατάρρευση του «αντιλαϊκιστικού» αφηγήματος της Νέας Δημοκρατίας

Εδώ και πολύ καιρό το κυρίαρχο αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας και όλων των ΜΜΕ που την υποστηρίζουν ήταν ότι μόνον αυτή πληροί τις προϋποθέσεις μια σοβαρής, υπεύθυνης και μετριοπαθούς πολιτικής δύναμης η οποία, αιρόμενη πάνω από τους «παρωχημένους» διαχωρισμούς ανάμεσα σε «Αριστερά» και «Δεξιά», μπορεί να αποτελέσει το αντίπαλο δέος στις δυνάμεις του «εθνολαϊκισμού», όπως αυτές εκπροσωπούνται από την σημερινή κυβέρνηση.

Χρειάσθηκαν μόνον δύο μήνες, δηλαδή αφ'ότου ανακινήθηκε και ξανατέθηκε επί τάπητος το «Μακεδονικό», για να καταρρεύσει πλήρως και με πάταγο αυτό το αφήγημα, σε όλες του τις εκφάνσεις.

Α. Εν πρώτοις αποδείχθηκε ότι η Νέα Δημοκρατία πόρρω απέχει από την υπευθυνότητα και την σοβαρότητα στην αντιμετώπιση των εθνικών θεμάτων. Αντίθετα, η στάση της χαρακτηρίζεται ολοένα και εντονότερα από καιροσκοπισμό, μικροκομματισμό και στείρα αντιπολιτευτική διάθεση, η οποία δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από την αντίστοιχη συμπεριφορά του ΣΥΡΙΖΑ, όταν αυτός πολιορκούσε με κάθε μέσο την κυβερνητική εξουσία.

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι η κυβέρνηση έκανε ό,τι μπορούσε για να την διευκολύνει. Από την μια ο πρωθυπουργός, ο οποίος αντί να διαμορφώσει εκ των προτέρων ένα κλίμα εθνικής συνεννόησης με τους αρχηγούς των κομμάτων προσπάθησε να προκαλέσει προβλήματα στο εσωτερικό τους –και ιδίως της Νέας Δημοκρατίας– και από την άλλη ο κυβερνητικός συνεταίρος του (και υπουργός εθνικής άμυνας...) ο οποίος ξαναθυμήθηκε τον ρόλο του «μακεδονομάχου» και διαχώρισε τη θέση του από την εθνική γραμμή του Βουκουρεστίου (με την οποία βέβαια δεν είχε τολμήσει να διαφωνήσει όταν ανήκε στην Νέα Δημοκρατία).

Ωστόσο, τίποτε από αυτά δεν δικαιολογεί, εν τέλει, την στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Είναι άλλο το να επισημαίνεις κριτικά τις αστοχίες και τα λάθη του αντιπάλου σου και άλλο να αρνείσαι την προοπτική μιας εθνικά επωφελούς λύσης (εφόσον φυσικά προταθεί μια τέτοια), μόνο και μόνο επειδή αυτήν θα την καρπωθεί η σημερινή κυβέρνηση (η οποία, εν πάση περιπτώσει, ανέλαβε –έστω και με λάθη– την σχετική πρωτοβουλία και το αντίστοιχο πολιτικό κόστος...).

Αντί λοιπόν ο αρχηγός της ΝΔ να κρύβεται προσχηματικά πίσω από την επίκληση μιας ψευδεπίγραφης «δεδηλωμένης» –η οποία δεν έχει καμία σχέση με την περίπτωση– και να ψελλίζει αοριστίες περί «ευθέτου χρόνου», λες και η εθνική πολιτική ασκείται σε συνθήκες θερμοκηπίου, όφειλε να θέσει ως απαράβατο όρο την εθνική γραμμή του Βουκουρεστίου και τα κεκτημένα της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και να τηρήσει μια στάση αναμονής, έως ότου διατυπωθούν οι τελικές προτάσεις που θα προκύψουν από την διαπραγμάτευση. Αν, δε, οι προτάσεις αυτές κινούνται σε σωστή κατεύθυνση, δηλαδή αν επιλύουν, μέσω μιας πολλαπλά εγγυημένης οριστικής Διεθνούς Συμφωνίας, τα κρίσιμα ζητήματα (όνομα, ιθαγένεια, εθνικότητα και γλώσσα), οφείλει να τις ψηφίσει, χωρίς να οχυρώνεται πίσω από τις παραπάνω έωλες υπεκφυγές αλλά και χωρίς να προτάσσει παραπλανητικά, σαν απαράβατο όρο, τις αλλαγές στο Σύνταγμα της γειτονικής χώρας.

Τέτοιες αλλαγές, βέβαια, πρέπει να προβλέπονται στην Συμφωνία, ως προς το παραπάνω σημεία, αλλά και να συνοδεύονται από μια ερμηνευτική δήλωση, που θα ενσωματώνει στο Σύνταγμα αντίστοιχη διάταξη της Συμφωνίας και θα εξουδετερώνει κάθε αλυτρωτική ή επεκτατική ερμηνεία του. Άλλο όμως αυτό και άλλο να πετάει κανείς την μπάλα στην εξέδρα με μία γενική επίκληση των αλυτρωτικών στοιχείων στο Σύνταγμά τους (από τα οποία, μάλιστα, κάποια έχουν ήδη εξαλειφθεί με βάση την ενδιάμεση συμφωνία).

Β. Ακόμη πιο λυπηρό, πάντως, είναι ότι η ΝΔ δεν περιορίσθηκε απλώς σε μια ακραία επίδειξη μικροκομματισμού. Δυστυχώς προχώρησε και ένα βήμα παραπάνω, προσχωρώντας ελαφρά τη καρδία και χωρίς κανένα δισταγμό σε αυτό που η ίδια κατήγγελλε, με στεντόρεια φωνή, σαν «εθνολαϊκισμό». Στην πραγματικότητα η ΝΔ προσχώρησε τελικά... στην πολιτική του Καμμένου –που είναι βέβαια σαρξ εκ της σαρκός της– και άρχισε να εγκαταλείπει, ψελλίζοντας στην αρχή, φωναχτά πλέον, την εθνική γραμμή του Βουκουρεστίου. Αυτό ξεκίνησε δειλά, με κάποιες φωνές από τον χώρο της δεξιάς της πτέρυγας, συνεχίσθηκε με την έμμεση πλην σαφή αναδίπλωση του αρχηγού της, ο οποίος άρχισε σταδιακά να αποστασιοποιείται από την γραμμή αυτή, και ολοκληρώθηκε με την συμμετοχή του συνόλου σχεδόν των βουλευτών της στα συλλαλητήρια, για να ενώσουν τις φωνές τους κατά οποιασδήποτε λύσης (διότι φυσικά δεν νοείται πλέον λύση χωρίς σύνθετη ονομασία...).

Από κοντά, βέβαια, και τα φιλικά ΜΜΕ, τόσο στον Τύπο όσο και στην Ραδιοτηλεόραση, τα οποία πλειοδότησαν χωρίς δισταγμό, ξεχνώντας μάλιστα, πολλά από αυτά, την παλαιότερη στάση τους και μετατρεπόμενα ξαφνικά και κραυγαλέα, εν μια νυκτί, σε αιχμή του δόρατος των κάθε απόχρωσης «μακεδονομάχων». Και όλα αυτά βέβαια με την επίκληση της «βούλησης του λαού», η οποία αναγορεύεται, ερμηνευόμενη αυθαίρετα, σε υπέρτατο κριτήριο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, με την επίκληση ιδίως των δημοσκοπήσεων και των δύο –μαζικών πράγματι– συλλαλητηρίων. Αυτό όμως είναι εν τέλει ο ορισμός του «λαϊκισμού, τον οποίο υποτίθεται ότι αποκήρυτταν έως τώρα μετά βδελυγμίας η ΝΔ και ο αρχηγός της.

Η λαϊκή κυριαρχία στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες δεν ασκείται εική και ως έτυχε αλλά συντεταγμένα, δηλαδή, «όπως ορίζει το Σύνταγμα». Κατά το Σύνταγμα, δε, ο ρόλος των κομμάτων –που είναι η καρδιά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας– δεν είναι μια «χύμα» απεικόνιση και υιοθέτηση των εκάστοτε λαϊκών παρορμήσεων. Είτε βρίσκονται στην κυβέρνηση είτε βρίσκονται στην αντιπολίτευση τα κόμματα οφείλουν να κινούνται σε ένα ανώτερο επίπεδο, από πλευράς πολιτικής συνείδησης, διαμορφώνοντας, εκφέροντας και στην συνέχεια υπηρετώντας με συνέπεια έναν επεξεργασμένο και συγκροτημένο προγραμματικό λόγο, ο οποίος αίρεται πάνω και πέρα από την εκάστοτε συγκυρία. Οι δε αρχηγοί τους οφείλουν να είναι ταγοί, επιδιώκοντας την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία μέσα από οργανωμένο και νηφάλιο δημόσιο διάλογο, και όχι ουραγοί, που ακολουθούν παθητικά ή –ακόμη χειρότερο– καιροσκοπικά και μικροκομματικά το ρεύμα...

Γ. Το τρίτο που προέκυψε από την όλη εξέλιξη του θέματος είναι ότι όσο και αν ξορκίζεται, από την ΝΔ αλλά και από διάφορες άλλες «ενδιάμεσες» πλευρές, η διάκριση Αριστερά-Δεξιά αυτή επιμένει να υφίσταται και να διαπερνά τόσο την ελληνική όσο και τις άλλες προηγμένες δημοκρατικά ευρωπαϊκές κοινωνίες. Αυτό συνέβη, οφθαλμοφανώς, και στην συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς όλες σχεδόν οι δυνάμεις της ποικιλόχρωμης δεξιάς ενδύθηκαν ξανά την χλαμύδα και τάχθηκαν αναφανδόν στην πλευρά των «μακεδονομάχων», υποστηρίζοντας την ανιστόρητη θέση ότι «η Μακεδονία είναι ελληνική» (κάτι που ισχύει, φυσικά, μόνο για την αρχαία και όχι για την γεωγραφικά οριζόμενη Μακεδονία...) και όλες οι δυνάμεις της ευρείας Αριστεράς («κεντροαριστεράς») –πλην βεβαίων των ελάχιστων οπαδών ενός αφελούς και ανιστόρητου «αντιεθνικισμού»– τήρησαν μια μετρημένη και νηφάλια πατριωτική στάση, συντασσόμενες με την εθνική γραμμή του Βουκουρεστίου και αρνούμενες να προσχωρήσουν στην «αρχαία σκουριά» και να συνταχθούν με τις δυνάμεις του πραγματικού «εθνολαϊκισμού», που περιλαμβάνει πλέον, δυστυχώς, και την Νέα Δημοκρατία (πλην ελαχίστων, φευ, εξαιρέσεων...).

Από αυτό, βέβαια δεν μπορεί να συναχθεί, όπως έσπευσαν επικοινωνιακά να επιχειρήσουν κάποιοι από την κυβερνητική πλευρά, ότι το «Μακεδονικό» από μόνο του μπορεί να διαμορφώσει όρους για μια συνολική αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού, με την συγκρότηση μιας ευρείας προοδευτικής παράταξη που θα υποκαταστήσει την σημερινή –επονείδιστη– σύμπραξη του ΣΥΡΙΖΑ με την λούμπεν ακροδεξιά του Καμμένου. Όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω και σε παλαιότερα κείμενά μου στις φιλόξενες στήλες αυτής της εφημερίδας (με πλέον πρόσφατο «Το Κίνημα Αλλαγής, οι κυβερνητικές συνεργασίες και το εκλογικό σύστημα»), τα τραύματα ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και την –υπόλοιπη– «κεντροαριστερά» είναι ακόμη νωπά, βαθιά και χαίνοντα, με ευθύνη, κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ (με αποκορύφωμα, βέβαια, την ένθερμη και προνομιακή προτίμηση των ΑΝΕΛ, ως κυβερνητικών εταίρων, αντί του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού, μετά τις τελευταίες εκλογές).

Είναι εύλογο λοιπόν, από την ανθρώπινη πλευρά, να υπάρχουν και απωθημένα και ψυχώσεις, που εμποδίζουν, αυτήν την στιγμή, οποιαδήποτε συζήτηση για πολιτικές συγκλίσεις των –εξ αντικειμένου– συγγενέστερων πολιτικά χώρων. Παρότι λοιπόν είναι σημαντικό να διαπιστώνονται –αλλά και να αναδεικνύονται– σήμερα σημεία πολιτικής προσέγγισης, ευρύτερη συνεργασία δεν μπορεί να επιτευχθεί προεκλογικά. Το μόνο, θα λέγαμε, που μπορεί να γίνει τώρα –μια και ξεκινήσαμε από το πεδίο του διεθνούς δικαίου– είναι να σχεδιασθούν και να εφαρμοσθούν «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης»....

Αλλά και μετεκλογικά, τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Μόνον αν βιώσουμε και εμείς, ως χώρα, την εμπειρία μιας κυβέρνησης τύπου Μόντι, που θα στηριχθεί –μετά τις εκλογές– και από τα τρία κόμματα που πρωταγωνιστούν στο πολιτικό σκηνικό (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ και Κίνημα Αλλαγής), μπορούν πράγματι τα τραύματα αυτά να κλείσουν και να επιτευχθεί πρώτον μεν η απαραίτητη εθνική συνεννόηση για όλα τα μείζονα ζητήματα και δεύτερον ο αναπροσανατολισμός, στη συνέχεια, της πολιτικής διαμάχης, προκειμένου αυτή να διεξάγεται πλέον με καθαρούς πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους, δηλαδή με βάση το δίπολο Αριστερά-Δεξιά. Εκτός βέβαια αν πάρει αυτοδυναμία η ΝΔ, οπότε οι δύο πολιτικές δυνάμεις θα συναντηθούν εκ των πραγμάτων στο κοινό πεδίο της αντιπολίτευσης. Εκεί πλέον θα κληθούν να αποδείξουν αν μπορούν να αποτελέσουν –μετά από ειλικρινή και εκ βαθέων αυτοκριτική– μια σοβαρή και πειστική εναλλακτική λύση, υπερβαίνοντας τις σοβαρές αντιθέσεις τους, αποβάλλοντας, ένθεν κακείθεν, τα βαρίδιά τους και συγκροτώντας μια νέα, σύγχρονη, πλουραλιστική και ολόπλευρα δημοκρατική Αριστερά...

*Δημοσιεύτηκε στο "anoixtoparathyro"  στις 5/2/2018. 

Περήφανη στρουθοκάμηλος

Π​​αραμονές δημοψηφίσματος 2015, η Ελλάδα ζούσε ξανά την υπερήφανη μέθη συλλαλητηρίων. Το βροντερό «Οχι» είχε λυτρωτική επίδραση, σε μια κοινωνία γονατισμένη από πέντε χρόνια δεινής κρίσης. Πολλοί είχαν καιρό να νιώσουν τόσο βίαιη ευφορία όσο τη θριαμβευτική νύχτα του «Οχι». Ομως πριν καν ανατείλει η αυγή, άρχισαν να αναδύονται οι συνέπειες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία παράγουν την ίδια συλλογική έξαρση. Η αίσθηση της κοινότητας, του ανήκειν, τα θούρια και τα λάβαρα, η μεθυστική ισχύς του παντοδύναμου πλήθους. Η βοή του κυρίαρχου λαού, η εκτόνωση της οργής. Πολλές ομοιότητες με το δημοψήφισμα του 2015 ή με τους «Αγανακτισμένους» του 2011.

Πρώτον, μαξιμαλιστικές και ανέφικτες αξιώσεις. 61% το 2015 θεώρησαν ότι θα απορρίψουμε τα μνημόνια, θα μας «κουρέψουν» το χρέος, και θα παραμείνουμε στο ευρώ. Σήμερα, ένα δημοσκοπικό 65% θεωρεί ότι η ΠΓΔΜ μπορεί και πρέπει να εξαλείψει τον όρο «Μακεδονία» από την ονομασία της. Και ότι αυτή είναι μια μάχη που μπορούμε να κερδίσουμε. Κι ότι αν δεν κερδίσουμε δεν χωρεί καμία υποχώρηση και κανένας συμβιβασμός. Ξεχνούν ότι η διαπραγμάτευση δεν ξεκινά από μηδενική βάση, αλλά από δεκαετίες αναγνώρισης αυτής της χώρας από όλους με τον όρο «Μακεδονία» στην ονομασία της.

Δεύτερον, μάχες που έχουν ήδη χαθεί. Η μάχη της κρίσης χάθηκε στα τεράστια ελλείμματα και στην υπερχρέωση του 2009, χάθηκε στην απόρριψη της μεταρρύθμισης Γιαννίτση. Η μάχη για το όνομα χάθηκε το 1991-92, όταν απορρίψαμε τον συμβιβασμό της μεικτής ονομασίας. Εκτοτε ο υπόλοιπος κόσμος 25 χρόνια έμαθε να ονομάζει «Μακεδονία» την ΠΓΔΜ και οτιδήποτε σχετίζεται με αυτήν ως «μακεδονικό».

Τρίτον, παραγνώριση των συσχετισμών. Το 2015 δεν κατανοήσαμε ότι δεν επρόκειτο να κερδίσουμε, αλλά μόνο να χάσουμε ερχόμενοι σε ρήξη με τους εταίρους. Σήμερα οι αντίπαλοι μιας συμφωνίας αδυνατούν να κατανοήσουν ότι έχουμε εθνικό συμφέρον η ΠΓΔΜ να είναι ασφαλής και ακέραιη, γιατί στέκει ανάχωμα στον αλβανικό αλυτρωτισμό και τον ρωσικό (και τουρκικό) επεκτατισμό. Στο ευρωατλαντικό πλαίσιο σταθεροποιείται. Εκτός, μετατρέπεται σε παράγοντα αποσταθεροποίησης της γειτονιάς μας, διεθνούς εγκληματικότητας, ανόδου του ακραίου Ισλάμ. Κυρίως, οι χαμένες ευκαιρίες. Μια χώρα αδύναμη, μικρή, εξαρτημένη οικονομικά από την Ελλάδα, φυσική σύμμαχός μας, εν δυνάμει «προτεκτοράτο» μας – για τους πιο κυνικούς. Μια οριστική συμφωνία, μεικτή ονομασία, erga omnes, άρση των αλυτρωτικών διατάξεων: αυτή θα ήταν η καλύτερη λύση για την Ελλάδα. Μια δεσμευτική για την ΠΓΔΜ διεθνής σύμβαση υπερκαλύπτει αντίθετες συνταγματικές διατάξεις. Ομως η ορθολογικότητα είναι εξαιρετικά υπερτιμημένη στην πολιτική.

Τέταρτον, τα συναισθήματα (θυμός, υπερηφάνεια, επιθυμία τιμωρητικής εκτόνωσης) οδηγούν την κοινή γνώμη. Η θυμική ψήφος διαρρηγνύει τη λογική σύνδεση μέσου και προσδοκώμενου αποτελέσματος. Οι «Ευρωπαίοι» δεν επρόκειτο να πάθουν κάτι φοβερό από το «Οχι» του δημοψηφίσματος, οι επιπτώσεις θα ήταν όλες δικές μας.

Η «νίκη» μας επί των Σκοπιανών μόνο πύρρειος μπορεί να είναι. Ούτε οι «ξένοι» ούτε η κυβέρνηση Τσίπρα θα τιμωρηθούν. Στη χειρότερη, εάν η κυβέρνηση υπολογίσει ότι το πολιτικό κόστος την υπερβαίνει, θα αφήσει τη συμφωνία για να κρατήσει την εξουσία.

Πέμπτον, διχαστικά δημοψηφίσματα και συλλαλητήρια, πεδίον δόξης λαμπρόν για ακραίους και δημαγωγούς. Χρυσές στιγμές για χουλιγκάνους και Χρυσή Αυγή, άνοδος του πολιτικού υπονόμου. Κρεμάλες για τους «προδότες πολιτικούς», ρατσιστικές χυδαιότητες για τους αντιπάλους. Επίδοξοι δικτατορίσκοι με σύνδρομο εθνικού μεσσία, μισαλλόδοξοι ρασοφόροι, πολιτικοί τσαρλατάνοι, σε πλήρη ανθοφορία, στο φυσικό τους περιβάλλον. Βοηθούν και οι Απόκριες. Το 2015 ζήσαμε ως Βενεζουέλα του Τσάβες, τώρα ξύπνησαν τα φαντάσματα των Βαλκανίων. Παρότι προνομιούχο μέλος των ισχυρότερων κλαμπ, παραμένουμε έθνος με ταυτοτική ανασφάλεια, που δυσφορούμε στην ευρωπαϊκή και δυτική μας φορεσιά.

Εκτον, αναδιάταξη διαιρετικών τομών. Στο δημοψήφισμα του 2015 συνενώθηκαν τα άκρα. Ηταν η κορυφαία στιγμή ιδεολογικής ταύτισης και αγαπητικής συνεύρεσης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, υπό τη σκέπη του εθνικολαϊκισμού, μαζί με την άκρα Δεξιά και την άκρα Αριστερά. Τώρα τα συλλαλητήρια του Μακεδονικού επαναφέρουν παραδοσιακές διαιρετικές τομές Δεξιάς-Αριστεράς. Αυτή τη φορά η Αριστερά μετακινείται προς το στρατόπεδο του ευρωπαϊσμού και ορθολογισμού και η Δεξιά συναντάται με τα υπόγεια ρεύματα της πατριδοκαπηλίας και του εθνικισμού.

Εβδομον, οι ζημιές της επόμενης μέρας. Το 2015 μάς έφερε στο χείλος της καταστροφής. Τώρα αντιμετωπίζουμε απλώς μία ακόμη χαμένη ευκαιρία. Κάποιοι λένε: δεν είναι τώρα η ώρα. Ομως, αν όχι τώρα, πότε; Είκοσι πέντε χρόνια δεν υπήρξε ποτέ ευνοϊκότερη συγκυρία. Κάποιοι λένε: τα συλλαλητήρια δυναμώνουν τη διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης. Μακάρι. Αρκεί να μην την αλυσοδένουν.

Χωρίς συμφωνία, η γειτονική χώρα θα συνεχίσει να ονομάζεται «Δημοκρατία της Μακεδονίας», μονοπωλώντας τον όρο «μακεδονικό». Είναι μια ήττα που θα έπρεπε να απασχολεί κατεξοχήν τους συντελεστές των συλλαλητηρίων, αλλά για κάποιο λόγο αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει. Η στρουθοκάμηλος άλλωστε αισθάνεται ωραία με τον εαυτό της όποτε κρύβει το κεφάλι της στην άμμο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 5/2/2018. 

Το παρελθόν σφετερίζεται το παρόν

Η λογική ότι η εξωτερική πολιτική θα ήταν εύκολη περίπτωση αν δεν υπήρχε ο απέναντι «Αλλος», δεν υφίσταται για κανέναν. Ούτε για μας ούτε για τους Σκοπιανούς ούτε, καν, για μεγαλύτερες και ισχυρότερες χώρες. Εδώ, βρισκόμαστε ενώπιον ενός διαπραγματευτικού μοντέλου που μοιάζει με τρύπιο δοχείο λαδιού, όπου ο παράγοντας «χρόνος της διαπραγμάτευσης» –καθώς θα χύνεται το λάδι– είναι ο πλέον κρίσιμος για ό,τι θα μοιραστούν δυνητικά οι δύο πλευρές, με βάση τη συμφωνία τους.

Η λύση αυτού του παιγνιοθεωρητικού μοντέλου διαπραγμάτευσης βρίσκεται στην ανάστροφη επαγωγή (backwards induction), από το τέλος προς την αρχή. Δηλαδή, όχι τι θα γίνει όταν θα έχει χυθεί όλο το λάδι (κόστος), αλλά ποια θα ήταν τα οφέλη για τους δύο διαπραγματευόμενους αν είχαν συμφωνήσει από το 1992. Ομως αυτά έχουν ειπωθεί.

Το δεδομένο της ελληνικής μεταπολιτευτικής εμπειρίας είναι ότι οι αντιστάσεις σε κάθε απόπειρα άρσης αγκυλώσεων, χρόνιων εθνικών προβλημάτων και η συνακόλουθη συντηρητική σκλήρυνση σε κάθε πρόθεση ή σε κάθε απόπειρα κοινωνικού εκσυχρονισμού συγκαλύπτονταν από το ιδεολόγημα της «εθνικής ταυτότητας», της «εθνικής ιδιαιτερότητας» στην καλύτερη, του «πολιτικού κόστους» στη χειρότερη.

Από την άλλη, το θέμα με τα συλλαλητήρια –δικαιολογημένα σε έναν βαθμό ως προς τις ευαισθησίες μεγάλου μέρος των μετεχόντων– είναι ότι δεν προτείνουν απτές λύσεις σε υπαρκτά προβλήματα.

Και ενώ δεν έχουμε δει ακόμα τη συνολική πρόταση-πακέτο για την επίλυση του Σκοπιανού, τα συλλαλητήρια γίνονται per se το λάθος μήνυμα∙ δείχνουν φοβικό έθνος, προοικονομούν ήττα, προκαταλαμβάνουν, απορρίπτουν ή εγκρίνουν, γίνονται επικοινωνιακό τρικ, όχημα εύκολης χειραγώγησης από τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις που εκτείνονται από τον ακροδεξιό λαϊκιστικό στρατοκρατικό εθνικισμό και φτάνουν στον μηδενιστικό νεοφασισμό. Τέλος, γίνονται τρόπος με τον οποίο το παρελθόν αποικίζει και σφετερίζεται το παρόν.

Πολλοί βλέπουν τον εαυτό τους σαν έναν φανταστικό επισκέπτη σε έναν ρεαλιστικό κόσμο που υπήρξε πριν από ενάμιση αιώνα σε μια δυσοίωνη εποχή βαλκανικής βίας και αποτροπιαστικής αιματοχυσίας. Ομως, υπάρχει διαφορά: τότε η εμπειρία του σύγχρονου κόσμου ήταν αμελητέα για τους Ελληνες.

Σήμερα δεν είναι. «Η χώρα έχει συμφέρον να βρεθεί λύση στην ονομασία της ΠΓΔΜ, γιατί από τη στιγμή που βγαίνουμε από την κρίση θέλουμε να αναπτυχθεί όλη η γύρω περιοχή» και αυτό το συμφέρον δεν είναι μονοσήμαντη λιγούρα των επιχειρηματιών (εισαγωγέων και εξαγωγέων) και των δύο πλευρών.

Το «απ' τα κόκαλα βγαλμένη» είτε το αφήνεις ως σύμβολό σου ως έχει, δίχως να το φέρνεις σε τραπέζια διαπραγματεύσεων, και το τιμάς δίχως καν να το αγγίζεις είτε του δίνεις διασταλτικές σημασίες για κάθε χρήση, οπότε του αποστερείς την απλωσιά και τη συμβολική μαγεία.

Το λέω αυτό γιατί όταν στη δεκαετία του 1930 εκτελούνταν τα έργα αποξήρανσης της λίμνης των Γιαννιτσών (του γνωστού Βάλτου του Μακεδονικού Αγώνα που ύμνησε η Πηνελόπη Δέλτα), οι εκσκαφείς ανέσυραν πολλούς ανθρώπινους σκελετούς μαζί με τα λασπόνερα∙ αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να πει ποια κόκαλα ανήκαν σε Ελληνες και ποια ανήκαν σε Βούλγαρους.

Τα συλλαλητήρια δεν δίνουν απάντηση στον σύγχρονο κόσμο. Κανένα τους δεν σπάει κάποιον από τους πολλούς κώδικες που συνδέονται με το ζήτημα των Σκοπίων. Δίνουν μια περιγραφή του προνεωτερικού φοβικού κράτους, όπως αυτή του Οδυσσέα στο «Τρωίλος και Χρυσηίδα» του Σέξπιρ: «... η βία θα είναι το δίκαιο –ή, μάλλον, το δίκαιο και τ' άδικο μαζί– κι όσα η δικαιοσύνη υπηρετεί θα χάσουν τ' όνομά τους όπως, άλλωστε, και η δικαιοσύνη.

Τότε, το κάθε τι θα θέλει να έχει συμμετοχή στην εξουσία, η εξουσία θα γίνει θέληση, η θέληση όρεξη, και η όρεξη η παγκόσμια λύκαινα, με αρωγούς της την εξουσία και τη θέληση∙ τελικά θα καταβροχθίσει τα πάντα, μέχρι και τον εαυτό της».

Οι Σλαβομακεδόνες, οι Αλβανοί, οι Βούλγαροι που εθνοτικά συναπαρτίζουν το γειτονικό κράτος, είναι σύγχρονοι άνθρωποι, είναι ομόλογοί μας∙ θέλουν και αυτοί ειρήνη, ασφάλεια και ευημερία όσο τα θέλουμε και εμείς. Δεν είναι ούτε εχθροί μας ούτε εκ προοιμίου πίθηκοι πάνω στα δένδρα. Σήμερα, είναι συνταξιδιώτες μας στην ίδια κοινή περιπέτεια. Το πολιτικό τους σύστημα δεν είναι το καλύτερο του κόσμου τούτου.

Οι πολιτικοί τους χτίζουν καριέρες στον εθνικισμό. Αλλά η βαλκανίλα τους δεν είναι επιχείρημα, γιατί και το δικό μας πολιτικό σύστημα δεν είναι το καλύτερο του κόσμου τούτου. Ούτε η εξομολόγηση του Στάλιν το 1945 στον Μίλοβαν Τζίλας συνιστά επίκαιρο επιχείρημα ότι: «Οι Γιουγκοσλάβοι θέλουν να πάρουν την ελληνική Μακεδονία. Θέλουν επίσης την Αλβανία, ακόμα και τμήματα της Αυστρίας και της Ουγγαρίας. Είναι παράλογο. Δεν μου αρέσει ο τρόπος που δρουν».

Ο Στάλιν είχε τους λόγους του που τα 'λεγε, και δεν δικαιώθηκε. Ούτε καν οι χάρτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του 19ου αιώνα είναι επιχείρημα κατά της προσπάθειας να επιλυθεί το ζήτημα στον 21ο αιώνα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/2/2018. 

Συγκλονιστική η ομιλία Μπουτάρη

Η ομιλία του Γιάννη Μπουτάρη για το Ολοκαύτωμα ήταν θαρραλέα και πραγματικά συγκλονιστική. Ο κ. Μπουτάρης είπε τις άβολες αλήθειες που μέχρι σήμερα κανένας επίσημος φορέας δεν ήθελε να παραδεχθεί. Τις αλήθειες που ακόμα και οι περισσότεροι Ελληνες Εβραίοι φοβούνταν να πουν δημόσια υπό τον φόβο του υφέρποντος αντισημιτισμού. Είπε όμως τις αλήθειες που εμείς, οι Ελληνες Εβραίοι της νέας γενιάς, έχουμε ακούσει από τους γονείς μας και τους ελάχιστους παππούδες μας που επέζησαν από το Ολοκαύτωμα.

Ισως η ομιλία του να δώσει το έναυσμα για μια αυτοκριτική της ελληνικής πολιτείας η οποία θα αρχίσει να επουλώνει τις πληγές που παραμένουν ανοιχτές εδώ και 73 χρόνια.

Τις πληγές που η περιφρόνηση των επιζώντων του Ολοκαυτώματος, η καταλήστευση της περιουσίας τους και η προστασία των συνεργατών των ναζί έχουν αφήσει ανοιχτές όλα αυτά τα χρόνια.

Οι παππούδες μας, οι γονείς μας αλλά και εμείς είδαμε τον αναθεωρητισμό της Ιστορίας από την πολιτεία και το ξέπλυμα των δωσιλόγων και των συνεχιστών τους από το πολιτικό σύστημα.

Είδαμε τους ηρωικούς συμπατριώτες μας, στους οποίους οφείλουμε την ύπαρξή μας, να υποφέρουν από τις εξορίες και τους διωγμούς.

Είδαμε τους ιδεολογικούς ηγέτες των νεοναζί να απαλλάσσονται από την ελληνική Δικαιοσύνη και ξεδιάντροπους αντισημίτες να μπαίνουν στη Βουλή εκπροσωπώντας διάφορα κόμματα.

Επιτέλους βλέπουμε τώρα να αρθρώνεται ένας άλλος λόγος από έναν αγαπητό και ανεξάρτητο δήμαρχο που φαίνεται αποφασισμένος να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας, όσο κι αν αυτή πονάει.

Ελπίζω ότι μια κυβέρνηση νέων ανθρώπων, απαλλαγμένη από αντισημιτικά «βαρίδια», θα καλωσορίσει την ιστορική αλήθεια γκρεμίζοντας τους μύθους του παρελθόντος.

Λυπάμαι μόνο που δεν ζουν οι παππούδες μας για να απαλυνθεί λίγο ο πόνος με τον οποίο έφυγαν. Ζούμε όμως εμείς που θα κρατήσουμε τη μνήμη τους ζωντανή και θα αντισταθούμε στον αντισημιτισμό και σε κάθε μορφή ρατσισμού.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 2/2/2018.

Η συγκλονιστική ομιλία Μπουτάρη για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης

Με μια συγκλονιστική ομιλία έδωσε το "παρών" στα εγκαίνια του μουσείου του Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη ο Δήμαρχος της πόλης, Γιάννης Μπουτάρης. Μια ομιλία που πραγματικά αξίζει να παραθέσουμε ολόκληρη.

"Ποιοι θρήνησαν το 1945 τους εξαφανισμένους γείτονές τους; Ποια μνημεία στήθηκαν; Ποιες τελετές έγιναν; Μόνη η κοινότητα, καθημαγμένη και ρακένδυτη πάλευε να ανασυστήσει την ύπαρξή της και να θρηνήσει τους νεκρούς της. Η πόλη, η κοινωνία, η χώρα ολόκληρη, αδιαφόρησαν. Κρύφτηκαν πίσω από το δάχτυλό τους. Έκαναν πως δεν ήξεραν τι συνέβη, ποιος το έκανε, ποιος βοήθησε, ποιος προστάτευσε όταν άλλοι, πολλοί γκρέμιζαν, έκαιγαν, έκλεβαν, καταλάμβαναν τον χώρο και τα υπάρχοντα των πολλών απόντων και των λιγοστών παρόντων", είπε μεταξύ άλλων με αίσθηση "αυτοκριτικής" για την πολιτεία εκείνης της εποχής και τους συμπατριώτες μας ως προς το πώς στάθηκαν απέναντι στις διώξεις των Εβραίων.

"Ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει ολοένα και μεγαλύτερη επίγνωση του βάρους της ιστορίας που η πόλη καλείται να σηκώσει. Τώρα που οι επιζώντες μάς αφήνουν και η σκυτάλη της μνήμης περνά σε όλους και όλες εμάς, ο Δήμος σκοπεύει να συνεχίσει να μετατρέπει τη σιωπή σε λόγο, λόγο παρηγορητικό, αλλά και λόγο θαραλλέο", ανέφερε ακόμη.

"Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ευρώπης, το Ολοκαύτωμα των δικών μας Εβραίων, δοκιμάζει τα όρια της λογικής. Και ο μόνος τρόπος να αναμετρηθούμε μαζί του είναι να αποδεχτούμε ότι θα είναι πάντα κομμάτι αυτού που είμαστε ως Θεσσαλονικείς, Έλληνες και Ευρωπαίοι: μια σκισμένη σελίδα γραμμένη σε μια άγνωστη γραφή, μια αλήθεια που περιμένει πάντα την αποκρυπτογράφησή της", κατέληξε.

Ολόκληρη η ομιλία Μπουτάρη:

"Κάποια στιγμή το καλοκαίρι του 1945 η Μπουένα Σαρφατή βγήκε από το σπίτι της. Εβραία, τριάντα ετών, Σαλονικιά πάππο προς πάππο, η Μπουένα είχε μόλις γυρίσει στη Θεσσαλονίκη έχοντας διαφύγει στο βουνό, πολεμώντας αρχικά με τον ΕΔΕΣ, μετά με το ΕΑΜ και, τελικά, δραπετεύοντας στην Παλαιστίνη. Ο αδερφός της Ελιάου, η αδερφή της Ρεγγίνα, η εκατοντάχρονη γιαγιά της Μίριαμ και οι θείες της δεν είχαν την ίδια τύχη. Από τα βαγόνι του τρένου που τους μετέφερε στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου είδαν για τελευταία φορά την πόλη που αποκαλούσαν "Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων" μιαν ανοιξιάτικη μέρα του 1943. Λίγες ώρες μετά την άφιξή τους οδηγήθηκαν στα κρεματόρια μαζί με άλλες χιλιάδες ομοθρήσκους τους. Η ζωή τους και μαζί η ζωή της εβραϊκής Θεσσαλονίκης, της Θεσσαλονίκης μας, έγιναν στάχτη που σκορπίστηκε στις αφιλόξενες πεδιάδες της Πολωνίας.

Ηταν οι συγγενείς της Μπουένα "μάρτυρες"; Τους τιμούμε αν τους μνημονεύουμε έτσι; Μας τιμά να τους μνημονεύουμε έτσι; Η σημερινή «Ημέρα Μνήμης των Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος» μας προκαλεί να στοχαστούμε γύρω από το ερώτημα αυτό. Οι συγγενείς της Μπουένα όπως και όλοι οι άλλοι Εβραίοι της Ευρώπης δεν επέλεξαν να μαρτυρήσουν. Δεν επέλεξαν δηλαδή να θυσιάσουν συνειδητά τη ζωή τους για ένα υψηλότερο ιδανικό, τη θρησκευτική τους πίστη ή την ιδεολογία τους. Δεν διάλεξαν τον θάνατο, πολύ απλά γιατί δεν είχαν καν το δικαίωμα αυτής της επιλογής. Και για τον λόγο αυτό δεν τους αξίζει να τους αντιμετωπίζουμε σήμερα σαν άγιους, όλοι εμείς, Χριστιανοί και Ευρωπαίοι, που για αιώνες συχνά τους αντιμετωπίζαμε σαν διαβόλους. Άνθρωποι ήταν και αυτό ζητούσαν να είναι.

Κάποιοι ελάχιστοι, όπως η Μπουένα, γλύτωσαν. Μόλις χίλιοι θεσσαλονικείς Εβραίοι από τους 45 –και βάλε– χιλιάδες. Γλύτωσαν την εκτόπιση, το Άουσβιτς, την πορεία θανάτου, τα στρατόπεδα εργασίας. Γλύτωσαν γιατί άντεξαν την ανείπωτη βία, τους εξευτελισμούς, τα ιατρικά πειράματα, τους βιασμούς. Και αφού γλύτωσαν, επέστρεψαν στη γενέθλια πόλη. Ως ήρωες; Κάθε άλλο. Εβραίοι που είχαν διαφύγει στο βουνό, είχαν κρυφτεί στις πόλεις, ή αποδράσει στην Παλαιστίνη, αντιμετώπισαν όσους και όσες επέστρεφαν από τα στρατόπεδα ως προδότες, συνεργάτες των Γερμανών, τις δε γυναίκες ως πόρνες. Οι Χριστιανοί πάλι, είδαν στους επιζήσαντες "ανεκμετάλλευτα κομμάτια σαπουνιού" κατά την αναφορά αμερικανού δημοσιογράφου, μια απειλή από ένα παρελθόν που δεν έλεγε να πεθάνει. Ήρωες ήταν κατά τον Ελληνικό Βορρά μόνον εκείνοι οι πέντε νεαροί Εβραίοι που αφού πολέμησαν στο Αλβανικό Μέτωπο και επέζησαν στα κρεματόρια, έπεσαν τον Οκτώβριο του 1948 "ηρωϊκώς στις μάχες του Γράμμου και άλλων ορέων, ενώ εμάχοντο κατά των συμμοριτών".

Για την Μπουένα, μαρτύρια και ηρωισμοί είχαν εξίσου μικρή αξία καθώς προσπαθούσε να μαζέψει τα συντρίμμια και να ξαναχτίσει τη ζωή της από την αρχή. Πώς όμως να ένιωθε όταν ακόμη και οι πιο μικρές απολαύσεις άνοιγαν διάπλατα τα τραύματα του παρελθόντος; Πόσο αβάσταχτος πρέπει να ήταν ο πόνος της όταν ανακάλυπτε ότι το χάρτινο χωνάκι στο οποίο ο Αρμένης πωλητής ξηρών καρπών τής πρόσφερε μια Κυριακή απόγευμα τα αγαπημένα της στραγάλια, αυτό το χάρτινο χωνάκι ήταν στην πραγματικότητα ένα φύλλο χαρτί σκισμένο από την Παλαιά Διαθήκη της οικογένειάς της;

Το σκισμένο αυτό χαρτί είναι το παρελθόν της Μπουένα, αλλά και το παρελθόν της πόλης μας: ένα παρελθόν που μας καταδιώκει και μας στοιχειώνει. Είναι ένα παρελθόν σιωπηλό, αόρατο, αλλά παρόν. Είναι το μαρμαρόστρωτο προαύλιο του Αγίου Δημητρίου, φτιαγμένο από εκατοντάδες ταφόπλακες από το κατεστραμμένο από Γερμανούς και Έλληνες χριστιανούς υπαλλήλους του Δήμου εβραϊκό νεκροταφείο της πόλης, υλικό «άνευ αξίας» κατά τον επιβλέποντα της αναστύλωσης αρχαιολόγο Στυλιανό Πελεκανίδη. Είναι το Νοσοκομείο Αχέπα και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο που οικοδομήθηκαν πάνω σε μια από τις σημαντικότερες νεκροπόλεις της Ευρώπης. Είναι οι εβραϊκές ταφόπλακες που στρώθηκαν μπροστά στο Στρατηγείο και πέριξ του Βασιλικού Θεάτρου, εκείνες που χρησιμοποίησε ο Δήμος Θεσσαλονίκης τον Νοέμβριο του 1948 για την κατασκευή οδών και πεζοδρομίων παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της ισραηλιτικής κοινότητας. Είναι εκείνες οι ταφόπλακες που στοιβάζονταν σε δημόσια θέα μπροστά στο Λευκό Πύργο και στον περίβολο της Διεθνούς Έκθεσης ακόμη και μέχρι τον Δεκέμβρη του 1948. Είναι η ασημένια τσάντα, οικογενειακό κειμήλιο, που το 1946 η Μπουένα Σαρφατή είδε έκπληκτη να κρατά με στυλ μια χριστιανή οικογενειακή φίλη. Είναι το οικογενειακό χαλί που μια άλλη έκπληκτη Εβραία επιζήσασα αντίκρισε σε σπίτι χριστιανών οικογενειακών φίλων. Είναι το βιβλίο που βρέθηκε τυχαία, μόλις μια δεκαετία πριν, στη βιβλιοθήκη της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης προτού επιστραφεί στο Εβραϊκό Μουσείο, μια πράξη που τιμά την Αδελφότητα.

Ποιοι θρήνησαν το 1945 τους εξαφανισμένους γείτονές τους; Ποια μνημεία στήθηκαν; Ποιες τελετές έγιναν; Μόνη η κοινότητα, καθημαγμένη και ρακένδυτη πάλευε να ανασυστήσει την ύπαρξή της και να θρηνήσει τους νεκρούς της. Η πόλη, η κοινωνία, η χώρα ολόκληρη, αδιαφόρησαν. Κρύφτηκαν πίσω από το δάχτυλό τους. Έκαναν πως δεν ήξεραν τι συνέβη, ποιος το έκανε, ποιος βοήθησε, ποιος προστάτευσε όταν άλλοι, πολλοί γκρέμιζαν, έκαιγαν, έκλεβαν, καταλάμβαναν τον χώρο και τα υπάρχοντα των πολλών απόντων και των λιγοστών παρόντων. Ο θρήνος άλλωστε ήταν ατομικός. Χρειάστηκε να περάσουν είκοσι περίπου χρόνια, να φτάσουμε στο 1962 για να γίνει ένα μνημείο στη μνήμη των θυμάτων. Πού; Μέσα στο νέο εβραϊκό νεκροταφείο, ωσάν το ζήτημα να αφορούσε μόνο συγγενείς και μέλη της εβραϊκής κοινότητας της πόλης.

Και όταν 35 χρόνια μετά έγινε επιτέλους πραγματικότητα ένα μνημείο σε δημόσιο χώρο, αυτό εξορίστηκε στις παρυφές του κέντρου σε σημείο δυσδιάκριτο. Και όταν το μνημείο αυτό επανατοποθετήθηκε επιτέλους στο φυσικό του χώρο, την Πλατεία Ελευθερίας, περισσότερο υπήρξε έκπληξη παρά ικανοποίηση. Επρεπε να φτάσει το 2004 για να καθιερώσει η Βουλή των Ελλήνων με ψήφισμα ομόφωνα την Ημέρα Μνήμης. Έπρεπε να φτάσει το 2011 για να υπάρξει αντίστοιχη μέρα μνήμης για την πόλη μας και το 2014 για να αποκτήσει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης μνημείο που αναδεικνύει την καταστροφή του νεκροταφείου. Και ίσως να μην είναι τόσο μακριά η μέρα που θα δούμε μια αντίστοιχη αναθηματική πλάκα στον περίβολο του Αγίου Δημητρίου, στον "Άγιο Δημήτριο των νεκρών Εβραίων", στο πραγματικό εβραϊκό μαυσωλείο της Θεσσαλονίκης.

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει ολοένα και μεγαλύτερη επίγνωση του βάρους της ιστορίας που η πόλη καλείται να σηκώσει. Τώρα που οι επιζώντες μάς αφήνουν και η σκυτάλη της μνήμης περνά σε όλους και όλες εμάς, ο Δήμος σκοπεύει να συνεχίσει να μετατρέπει τη σιωπή σε λόγο, λόγο παρηγορητικό, αλλά και λόγο θαραλλέο. Επιθυμούμε η ανάπλαση της Πλατείας Ελευθερίας και το Μουσείο του Ολοκαυτώματος να αποτελέσουν το νέο μνημονικό άξονα της πόλης, την αφετηρία και την απόληξη της μεγάλης, πολυπολιτισμικής, χριστιανικής, μουσουλμανικής, και εβραϊκής διαδρομής της Θεσσαλονίκης.

Η Πλατεία Ελευθερίας είναι ένας χώρος δημοκρατίας, όπου το 1908 όλοι οι Θεσσαλονικείς, Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και Εβραίοι, πανηγύρισαν μαζί την ανακήρυξη του οθωμανικού συντάγματος. Είναι επίσης ένας χώρος ξεριζωμού και προσφυγιάς, το σημείο από όπου αναχωρούσαν το 1922-1923 οι μουσουλμάνοι παλιοί Θεσσαλονικείς και όπου ξεμπάρκαραν οι νέοι, οι Μικρασιάτες και Πόντιοι πρόσφυγες. Και είναι τέλος ένας τόπος μαρτυρίου, δημόσιου εξευτελισμού των θεσσαλονικέων Εβραίων, όπου το Μαύρο Σάββατο της 9ης Ιουλίου 1943 οι Γερμανοί διαπόμπευσαν μπροστά στα μάτια και ελλήνων χριστιανών 9.000 άρρενες Εβραίους.

Είναι ένας τόπος δύσκολος αυτή η πλατεία. Μας υπενθυμίζει ότι το Ολοκαύτωμα στη Θεσσαλονίκη είναι ο πιο βαρύς κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα βίας και εξανδραποδισμού. Μας υπενθυμίζει ότι οι Εβραίοι της ήταν αδιάσπαστο κομμάτι ενός πολύχρωμου μωσαϊκού, ότι η «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων» ήταν ταυτόχρονα και η «Βαβέλ της Μεσογείου». Επιθυμούμε η Πλατεία Ελευθερίας να είναι ένα σημείο όπου οι δύσκολες, τραυματικές μνήμες όλων των κατοίκων αυτής της πόλης δεν θα ανταγωνίζονται η μία την άλλη, αλλά αντίθετα θα συνυπάρχουν αρμονικά: θα συνδιαλέγονται ζωηρά και θα προωθούν μια κουλτούρα συνύπαρξης και αλληλοσεβασμού ώστε η βαριά κληρονομιά του παρελθόντος να μετατραπεί σε εφαλτήριο ενός καλύτερου μέλλοντος. Η νέα Πλατεία Ελευθερίας θα συμβολίζει την περηφάνια όλων των Θεσσαλονικών για την πόλη τους, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της.

Κάποιες εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα, το Μουσείο του Ολοκαυτώματος θα συμβολίζει την ντροπή μας. Για όσα έγιναν, για όσα κάναμε, και κυρίως για όσα δεν μπορέσαμε ή δεν θελήσαμε να κάνουμε, γηγενείς και πρόσφυγες, δεξιοί και αριστεροί κατά και μετά τον πόλεμο. Το Μουσείο είναι μια οφειλή της πόλης αλλά και ένα προσωπικό στοίχημα για μένα. Είναι μια οφειλή στους Εβραίους της, ως θεσσαλονικείς, Έλληνες και Σεφαραδίτες. Το Μουσείο υπερβαίνει την πόλη και την Ελλάδα και επανεγγράφει τη Θεσσαλονίκη ως μητρόπολη των Σεφαραδιτών Εβραίων της Μεσογείου. Φιλοδοξεί να πει την άγνωστη ιστορία του Ολοκαυτώματος των Εβραίων της Μεσογείου και των Βαλκανίων, των σεφαραδιτών Εβραίων της Θεσσαλονίκης και της Κέρκυρας, των Χανίων και της Πάτρας, αλλά και του Βελιγραδίου, των Σκοπίων, του Μοναστηρίου, και του Σαράγεβο, της Τεργέστης και του Λιβόρνο. Ευελπιστεί να μετατρέψει τη σκισμένη σελίδα της Μπουένα Σαρφατή σε ιστορική γνώση. Να αναδείξει μια πτυχή του Ολοκαυτώματος που συχνά παραβλέπεται λόγω της έμφασης στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και με τον τρόπο αυτό να καταστήσει τη Θεσσαλονίκη τόπο μνήμης αλλά και κέντρο έρευνας και μελέτης διεθνούς ακτινοβολίας. Και, τέλος, ευελπιστεί να γίνει ένας χώρος όπου οι πολίτες όλης της γης, ειδικά οι νέοι θα μαθαίνουν τα αποτελέσματα της καταπάτησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Πολλοί μας ρωτούν γιατί. Γιατί αυτή η όψιμη έμφαση στην ιστορία και τη μνήμη των θεσσαλονικιών Εβραίων; Η βεβήλωση του μνημείου του Ολοκαυτώματος μόλις την προηγούμενη Κυριακή και ο εμπρησμός της ιστορικής κατοικίας μιας εβραίας και μουσουλμάνας θεσσαλονικιάς, θα αρκούσαν θαρρώ ως απάντηση. Αλλά, προσωπικά, προτιμώ να απαντήσω παραφράζοντας τον Πρίμο Λέβι. "Εδώ, δεν υπάρχουν γιατί", του απάντησε ο Γερμανός φρουρός, μόλις ο Λέβι έφθασε στο Άουσβιτς. "Εδώ, δεν υπάρχουν γιατί" θα μπορούσα να απαντήσω και εγώ σε όσους παραξενεύονται με την επιμονή μου. Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ευρώπης, το Ολοκαύτωμα των δικών μας Εβραίων, δοκιμάζει τα όρια της λογικής. Και ο μόνος τρόπος να αναμετρηθούμε μαζί του είναι να αποδεχτούμε ότι θα είναι πάντα κομμάτι αυτού που είμαστε ως Θεσσαλονικείς, Έλληνες και Ευρωπαίοι: μια σκισμένη σελίδα γραμμένη σε μια άγνωστη γραφή, μια αλήθεια που περιμένει πάντα την αποκρυπτογράφησή της".

*Δημοσιεύτηκε στο news247 στις 31/1/2018.

Αν ο Τσίπρας κάνει πίσω στο Σκοπιανό, κινδυνεύει να γίνει μπούμερανγκ για τη χώρα

Ο καθηγητής πολιτικής ιστορίας και αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ, αν και πιστεύει ότι «ανοίξαμε μια ανόητη ιστορία», κρίνει ότι τώρα είναι η ώρα να λυθεί μια και καλή το ζήτημα.

Και μιλά για ευτυχείς και δυστυχείς συγκυρίες, με αφορμή την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου «Ελευθέριος Βενιζέλος: Ο οραματιστής του εφιτκού» (εκδόσεις Μεταίχμιο)

- Κύριε Βερέμη, το καινούργιο σας βιβλίο αφορά στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Τις μεγάλες προσωπικότητες, τις γεννά η εποχή τους; ...

«Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχει κριθεί από την ιστορία: Αν είμαστε ό,τι είμαστε σήμερα, σε μεγάλο βαθμό το χρωστάμε σ΄εκείνον. Η εποχή παίζει έναν ρόλο αλλά είναι και μια ευτυχής σύμπτωση, ένας άνθρωπος με τέτοιες ικανότητες να γεννηθεί και να βρεθεί την κατάλληλη στιγμή στη χώρα. Οπως υπάρχουν και ατυχείς συγκυρίες».

- Τώρα ζούμε μια ατυχή συγκυρία;

«Ναι, γιατί δεν έχουμε ηγεσίες ανάλογες με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει. Μπορεί βέβαια να αλλάξει αυτό. Αυτά τα πράγματα αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη».

- Πράγματι, πιστεύετε, ότι είναι τώρα η ώρα να λυθεί στο Σκοπιανό;

«Βέβαια και είναι τώρα. Γιατί είναι η στιγμή που η Αμερική ασκεί πίεση στη γειτονική μας χώρα να δεχτεί μια σύνθετη ονομασία. Αυτό ήταν το δικό μας το ζητούμεμο. Και η Ντόρα Μπακογιάννη το είχε πει πριν από δέκα χρόνια αλλά και όλοι, νομίζω, ότι κινούμαστε σ΄αυτή την κατεύθυνση. Και τώρα ξαφνικά θυμηθήκαμε τα προ 25ετίας κι ότι δεν θέλουμε να υπάρχει το όνομα Μακεδονία. Ελεος πια... Δεν θα βάλουμε μυαλό...».

- Πώς κρίνετε τη στάση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα;

«Ο πρωθυπουργός, πρώτον, δεν αντιβαίνει τις πεποιθήσεις του κόμματός του ως προς το θέμα της σύνθετης ονομασίας, άρα είναι συνεπής με αυτό. Και δεύτερον κάνει και μία ζημιά στη Νέα Δημοκρατία στην εσωτερική της ενότητα. Αρα με ένα σμπάρο, δύο τριγόνια. Εξυπνη κίνηση εκ μέρους του. Εγώ είμαι υπέρ αυτής της ενέργειας και λέω μπράβο του που το έκανε. Ωστόσο φοβάμαι μήπως ο Τσίπρας παρασυρθεί από τα πλήθη που θα κραυγάζουν στο Σύνταγμα και πει "τι θέλουμε και μπλέκουμε τώρα" και κάνει πίσω. Για να μην χάσει ψηφοφόρους. Πράγματι αυτό με φοβίζει. Η άλλη εκδοχή είναι να πανηγυρίσει ότι έλυσε το πρόβλημα».

- Μπορεί δηλαδή να την κάνει την κωλοτούμπα...

«Ναι, όλα είναι πιθανά και το φοβάμαι. Ελπίζω να το ξεπεράσει, βλέποντας το θετικό της ιστορίας. Δεν θα την ξαναβρούμε αυτή την ευκαιρία. Αλλιώς η συνέχεια προοιωνίζεται άσχημη. Γιατί θα πούνε οι Αμερικανοί, αφού οι Ελληνες δεν το θέλουν αλλά το θέλουν οι άλλοι, ας πάμε με τους άλλους, τους καλούς. Και θα πάρουν την ενδιάμεση συμφωνία ως πρόκριμα και θα τους βάλουν ούτως ή άλλως στο ΝΑΤΟ. Ανοίξαμε μια ανόητη ιστορία που και την κυβέρνηση θα βλάψει και την αντιπολίτευση. Ο κόσμος αντέδρασε συσσωρεύοντας την κόντρα. Αν και ήταν μια καλή ενέργεια από πλευράς του Αλέξη Τσίπρα, αν δεν ολοκληρωθεί κινδυνεύει να γίνει μπούμερναγκ για τη χώρα. Είμαστε επί ξηρού ακμής. Ελπίζω να σοβαρευτούμε...».

- Και οι αντιδράσεις του κυρίου Καμμένου;

«Τον κύριο Καμμένο τον ξέρουμε, χρόνια. Δεν αποτελεί έκπληξη. Αλλά δεν σκοπεύει να φύγει από την κυβέρνηση γι΄αυτόν τον λόγο. Πότε θα ξαναγίνει υπουργός Εθνικής Αμύνης; Συνεπώς, δεν έχει να χάσει τίποτα. Εριξε και μια ρουκέτα περί εθνοπατριωτισμού. Δυστυχώς, ο κίνδυνος είναι, λόγω των οικονομικών, κυρίως, προβλημάτων, να μετατεθεί το μένος ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας, σ΄αυτή τη λύση. Είναι κακό να μπλέξουμε τη δυσαρέσκεια για την οικονομική μας κατάντια με το ζήτημα της λύσης της σύνθετης ονομασίας».

- Τα συλλαλητήρια τι δείχνουν;

«Τα συλλαλητήρια είναι δικαίωμα του λαού. Σαφώς είναι αντισυστημική αυτή η εκδήλωση. Ο κόσμος πηγαίνει για να εκφράσει και την αντιθεσή του στην κυβέρνηση. Κι είναι αστείο: Εγώ που δεν είμαι υπέρ της κυβέρνησης, σ΄αυτό το ζήτημα λέω να προχωρήσει και να τελειώνουμε. Μετά από χρόνια ανοησίας φτάσαμε επιτέλους σε μια συναίνεση».-

- Ο κίνδυνος από την πιθανή σαλαμοποίηση του ζητήματος, έτσι όπως εκφράζεται από την αξιωματική αντιπολίτευση και την αντιπολίτευση γενικώς, δεν σας προβληματίζει;

«Πρέπει να δούμε τι πακέτο θα μας φέρουν. Το θέμα του αλυτρωτισμού που σωστά επισημαίνει η αντιπολίτευση είναι πολύ σοβαρό. Είναι καλό να μην υπάρχουν αλυτρωτικές νύξεις. Θυμάμαι, πριν από χρόνια, είχαμε βρεθεί με τον Γκλιγκόροφ σε ένα συνέδριο και του είπα γιατί κάνει αυτές τις κίβδηλες αναφορές στην αρχαιότητα. Συμφώνησε λέγοντάς μου ότι είναι Σλάβοι και δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχαίους Ελληνες. "Αλλά όλοι αυτοί οι νέοι θέλουν παραμύθια, θέλουν τον Μεγαλέξανδρο", μου είπε».

- Μακεδονικό έθνος υπάρχει;

«Ιστορικά όχι. Τώρα όμως δημιουργήθηκε. Η Αμερική είναι το απόλυτο παράδειγμα έθνους».

- Την στάση της εκκλησίας στο ζήτημα, πως τη σχολιάζετε;

«Η εκκλησία έχει χάσει τον μπούσουλα. Αλλά αυτό συμβαίνει από τότε που εκκλησία και κράτος πάνε μαζί. Κι αυτό είναι το δράμα για την εκκλησία».

- Ηταν, είναι, λάθος η στάση του Ιερώνυμου; Η ταύτισή του με την κυβέρνηση;

«Από τη φύση του είναι ένας μετριοπαθής άνθρωπος ο Ιερώνυμος. Ωστόσο με τη στάση του αυτή μπέρδεψε τον κόσμο. Αυτές οι εμπλοκές μπερδεύουν τον κόσμο. Επρεπε να κρατηθεί μακριά και να μην μπει στην πολιτική. Η εκκλησία ασχολείται με τη σωτηρία της ψυχής μας. Μας παρηγορεί επειδή θα πεθάνουμε. Καλό θα ήταν να μην είχε πάρει θέση υπέρ ή κατά του συλλαλητηρίου».

- Εθνικισμός και φιλοπατρία: Μπερδεύτηκαν οι δύο έννοιες;

«Ο εθνικισμός έπαιξε έναν θετικό ρόλο όταν η χώρα μας επαναστάτησε εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τότε ήταν μια νεωτερική ιδεολογία για να πει στους Ελληνες ότι έχετε δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεστε. Και καλώς έγινε. Από εκεί και πέρα αν σε κάθε βήμα βγάζεις τον εθνικισμό σαν ελιξήριο της αιώνιας νεότητάς σου, δεν γίνεται δουλειά».

 *Δημοσιεύτηκε στην iefimerida στις 29/1/2018. 

Η διέξοδος της αναθεώρησης τους Συντάγματος

Υπάρχει μέλλον έτσι όπως λειτουργεί σήμερα η πολιτική στην Ελλάδα; Σε σχέση με τις διαπιστώσεις και την δικαιολογημένα έκδηλη απαισιοδοξία του κ. Γιάννη Λούλη (βλ. άρθρο του στην «Καθημερινή» 23-24 Δεκ. 2017, με τίτλο «Ποιό μέλλον με αυτό το κομματικό σύστημα;»), θα ήθελα να σημειώσω τα εξής:

-Οι γνωστές «ρίζες του κακού», δεν αφορούν μόνο την μεταπολιτευτική περίοδο, η ιστορική έρευνα έχει αποδείξει ότι τα φαινόμενα αυτά υπάρχουν από καταβολής του ελληνικού κράτους.

-Οι κοινωνικές συμπεριφορές αλλάζουν είτε χάριν παιδείας, είτε λόγω βιαίων εξελίξεων (πόλεμοι, ήττες, καταστροφές, κλπ). Η κατάσταση στην παιδεία είναι γνωστή και δεν θέλουμε σήμερα νέες τραγωδίες. Αυτά που ζούμε ως χώρα είναι ήδη πολλά και δύσκολα.

-Αφού λοιπόν δεν ελπίζουμε ότι με τις σημερινές νοοτροπίες θα αλλάξουν τα πολιτικά κόμματα, τότε πάμε στον άλλο πόλο, τις δομές. Θα έλεγα χάριν συντομίας, τους πολιτειακούς θεσμούς, αυτό είναι το κύριο ζήτημα. Υπάρχει τρόπος διεξόδου κι αυτός είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος.

-Με την αλλαγή του Συντάγματος θα προκύψει αναγκαστικά μια νέα δυναμική. Το σύστημα της Προεδρικής Δημοκρατίας μπορεί να δημιουργήσει μια νέα πολιτική κατάσταση, περιορίζοντας τον ρόλο των κομμάτων, ενδυναμώνοντας τον ρόλο των πολιτών και ενισχύοντας των ρόλο της Βουλής.

-Κυρίως όμως μια τέτοια συνειδητή, δημοκρατική και ριζική αλλαγή μπορεί να δημιουργήσει ελπίδες για μια άλλη, υπεύθυνη συμπεριφορά του κράτους, της διοίκησης, των επιχειρήσεων, της οικογένειας, των πολιτών. Μπορεί να ξεκινήσει μια νέα περίοδος, αυτή της 4ης Ελληνικής Δημοκρατίας, και να αναδειχθεί μια νέα Ελλάδα, απαλλαγμένη αφενός από τις κακές συνήθειες του παρελθόντος και εμπλουτισμένη αφετέρου με τα διδάγματα της κρίσης.

Και το κύριο είναι ακριβώς αυτό, η δημιουργία ελπίδας για το αύριο.

*Δημοσιεύτηκε στην huffington post στις 24/12/2017. 

Σελίδα 1 από 83