Κυριακή, 18 Αύγουστος 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Πες κάτι (κεντρο-)αριστερό, σύντροφε

Πάνε ήδη επτά χρόνια από τις εκλογές του 2012 που δικαίως αποκλήθηκαν «διπλός εκλογικός σεισμός», όταν οι τεκτονικές πλάκες του πολιτικού μας συστήματος μετακινήθηκαν βίαια. Eπιφέροντας όχι μόνο έναν κατακερματισμό του κομματικού σκηνικού και μια αποσταθεροποίηση των κομμάτων εξουσίας της Μεταπολίτευσης, αλλά και μια ιστορική ανατροπή των συσχετισμών στα αριστερά του Κέντρου.

Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ έδωσε το όνομα στον νέο κύκλο φθοράς της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, με το φάσμα του «pasokification» να στοιχειώνει κόμματα όπως το ολλανδικό, το γαλλικό ή το γερμανικό, ενώ η εκτόξευση του τότε αντιμνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε την αφετηρία της πιο παράδοξης ίσως διαδρομής αριστερού κόμματος από τη διαμαρτυρία στη διακυβέρνηση.

Η ελληνική περίπτωση ήταν μια ευρωπαϊκή ανορθογραφία, και παραμένει, αφού παρά την κρίση της η σοσιαλδημοκρατία πουθενά αλλού δεν υποκαταστάθηκε από ένα κόμμα εξ αριστερών της. Οι εκλογές του 2019 μοιάζουν ένας «διπλός μετασεισμός» με τον οποίο αποκρυσταλλώνεται μια νέα πολιτική γεωμορφολογία.

Το κομματικό σύστημα ξεπέρασε τον κατακερματισμό του, καθώς εξαφανίστηκαν οι μικροί παίκτες που διεκδίκησαν μερίδιο από τα κενά πολιτικής εκπροσώπησης που παρήγαγε η κρίση, στα αριστερά (ΔΗΜΑΡ, ΛΑ.Ε.), στο κέντρο (Ποτάμι) ή στα δεξιά (ΑΝ.ΕΛΛ., Χρυσή Αυγή)· ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα της Μεταπολίτευσης, η Νέα Δημοκρατία, όχι μόνο διασώθηκε αλλά επανέκαμψε αυτοδύναμο, υποσχόμενο μια νέα «κανονικότητα» με ένα μείγμα οικονομικού φιλελευθερισμού και πολιτισμικού συντηρητισμού που συντονίζεται με ευρύτερες διεθνείς τάσεις· τέλος, η ανατροπή συσχετισμών ισχύος στα κεντροαριστερά παγιώνεται προσώρας, με τον ΣΥΡΙΖΑ ως πόλο του νέου δικομματισμού και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. σε δεύτερο ρόλο κεντρώας δύναμης.

Από την άποψη της εκλογικής κοινωνιολογίας, ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε, παρά την ήττα του, έναν μείζονα στρατηγικό στόχο: την υποκατάσταση του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ. Διαδικασία που αποτυπώθηκε στις εκλογές του 2012 και ομογενοποιήθηκε περαιτέρω το 2015, όταν η συριζαϊκή ψήφος ενσωμάτωσε πολλαπλά ρήγματα της ελληνικής κρίσης (και όχι μόνο), γεωγραφικά, δημογραφικά, κοινωνικά – αποκτώντας ερείσματα στα αστικά κέντρα και τις «λαϊκές συνοικίες», στις νεότερες και παραγωγικές ηλικίες, σε εκείνους που έθιγε περισσότερο η κρίση (outsiders).

Από την άλλη, το ΚΙΝ.ΑΛΛ. διατηρεί ένα ποσοστό που του επιτρέπει να ελπίζει ότι θα παραμείνει κόμμα «relevant», δηλαδή ικανό να επηρεάζει τις εξελίξεις· ωστόσο, από τη θέση ενός ελάσσονα και αμήχανου παίκτη, καθώς ατύχησε η βασική του επιδίωξη για «στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ». Και το κυριότερο: με μια εκλογική βάση γερασμένη, που επιβεβαιώνει την εικόνα αντεστραμμένης ηλικιακής πυραμίδας που είχαμε δει στην εκλογή επικεφαλής του σχηματισμού, αλλά και με ένα πολιτικό προσωπικό που φυλλορροεί προς τα αριστερά ή σε κυβερνητικές θέσεις προς τα δεξιά.

Είναι όμως οι εξελίξεις προδιαγεγραμμένες; Η απάντηση είναι όχι. Οι δύο χώροι είναι αναγκασμένοι να μπουν σε μια διαδικασία αναστοχασμού, στρατηγικού αναπροσανατολισμού και ενδεχομένως επανεξέτασης της μεταξύ τους σχέσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την κατοχύρωση μιας ευρείας βάσης ψηφοφόρων (που ωστόσο κρατούν ακόμη απόσταση, δεν ταυτίζονται με το κόμμα που ψήφισαν) και παρά την εμπειρία διακυβέρνησης, δεν μπορεί απλώς να γίνει ένα «νέο ΠΑΣΟΚ» επαναλαμβάνοντας την ιστορία ως φάρσα. Από την άλλη, το ΚΙΝ.ΑΛΛ. οφείλει να επεξεργαστεί τα διδάγματα από την αδυναμία να βρει νέα πατήματα μετά την ήττα του 2012.

Οι διαδοχικές απόπειρες ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς περιορίστηκαν συχνά σε μια συζήτηση ανάμεσα σε κύκλους και προσωπικότητες παρά σε πραγματικούς κοινωνικούς χώρους (τον δημόσιο χώρο είχε καταλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ, τουλάχιστον έως το 2015). Πολλώ μάλλον, ενδύθηκαν μια ιδεολογική αμηχανία που παρέπεμπε σε ξεπερασμένα σχήματα: η συγκρότηση ενός ανεύρετου «φιλελεύθερου μεταρρυθμιστικού Κέντρου», η κοινότοπη παραδοχή της αναγκαιότητας των «μεταρρυθμίσεων» (χωρίς συνήθως να εξειδικεύονται), η απροϋπόθετη αποδοχή των «αγορών» και η δαιμονοποίηση του μεταπολιτευτικού «κρατισμού», η απόφανση ότι δεν υπάρχουν πια αριστερές ή δεξιές απαντήσεις.

Αλλά σε μια εποχή που διεθνώς επανακάμπτει η πολιτική πόλωση και η διάκριση Αριστερά-Δεξιά (όσο και αν αυτή κρύφτηκε στα καθ' ημάς κάτω από το μνημόνιο-αντιμνημόνιο), η αδυναμία προσανατολισμού σε συνδυασμό με την απώλεια κοινωνικών αναφορών υπονόμευσαν κάθε προσπάθεια ανασύστασης. Απέμεινε το είδωλο του αλλοτινού ΠΑΣΟΚ ως μνημονικός τόπος. Χαρακτηριστική εικόνα το πρόσφατο συνέδριο, με τα στελέχη μιας αναδυόμενης νέας γενιάς να γίνονται το ντεκόρ σε μια ρετροσπεκτίβα της ηρωικής ανδρεϊκής εποχής.

Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκε το πιο ανθεκτικό από τα «new parties» που γέννησε η κρίση στην Ευρώπη, από το Podemos έως τα 5 Αστέρια. Κόμμα «εν κινήσει», προχώρησε σε πολυεπίπεδες προσαρμογές της φυσιογνωμίας του από την αντιμνημονιακή, αντισυστημική και λαϊκιστική διαμαρτυρία στην υπεύθυνη, ευρωπαϊκά προσανατολισμένη διακυβέρνηση, από τους ΑΝ.ΕΛΛ. στην Προοδευτική Συμμαχία, από το «Go back, Madame Merkel» στο άνοιγμα στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Ωστόσο, οι αιτίες της επιτυχίας ήταν εν μέρει και οι λόγοι της ήττας. Οι αναπροσαρμογές είχαν ως κινητήριο μοχλό μια σχετικώς αυτονομημένη ηγεσία, πράγμα «κανονικό» στην εποχή της «προεδροποίησης» των κομμάτων αλλά ανοίκειο για ένα κόμμα κληρονόμο της ανανεωτικής Αριστεράς, ωστόσο ουδέποτε εντάχθηκαν σε ένα συνεκτικό ιδεολογικό αφήγημα, υπονομεύτηκαν από το ύφος εξουσίας και στηρίχτηκαν στην αδιαμεσολάβητη σχέση του ηγέτη με τον εκλογικό «λαό» χωρίς να αποκτήσουν ρίζες στην κοινωνία των πολιτών και στους θεσμούς συλλογικής εκπροσώπησης.

Η απουσία ιδεολογικής σπονδυλικής στήλης και οι εύθραυστες κοινωνικές αναφορές μοιάζει να είναι κοινά στοιχεία, αν και με διαφορετικό τρόπο, στα δύο κόμματα της ευρύτερης Κεντροαριστεράς. Ενα ερώτημα είναι εάν η μεταξύ τους σχέση θα μετεξελιχθεί στην κατεύθυνση του ανταγωνισμού ή της συμβίωσης.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει στην κατεύθυνση μιας «ανταγωνιστικής συμβίωσης». Ο ιστορικά μεγάλος παίκτης, η σοσιαλδημοκρατία, μοιάζει αδύναμος να επανακάμψει σε κυρίαρχη θέση, πειραματίζεται με διάφορους δρόμους: επιστροφή στα θεμελιώδη στη Βρετανία, μετεξέλιξη στη Γαλλία, ανανέωση διά της συνομιλίας με τη ριζοσπαστική Αριστερά (Ισπανία, Πορτογαλία) ή τους Πράσινους (Γερμανία). Η εποχή πάντως φαίνεται να ευνοεί μια σοσιαλδημοκρατία του 1970 παρά έναν σοσιαλφιλελευθερισμό του 1990.

Αυτό διόλου δεν σημαίνει μια ρετρό επιστροφή στα παραδεδομένα. Σε μια εποχή που σφραγίζεται από την επέλαση ενός οικονομικά υπερφιλελεύθερου νεοσυντηρητισμού, παραμένει ζητούμενο για τις απανταχού «αριστερές» μια σύνθεση πολιτικής εκπροσώπησης των διάχυτων υλιστικών αιτημάτων για ισότητα μέσα σε έναν διεθνοποιημένο κόσμο με τις μετα- υλιστικές μέριμνες των υποκειμένων, την εξατομίκευση, τα ατομικά δικαιώματα (που λοιδορεί η νεοσυντηρητική επίθεση στην «πολιτική ορθότητα»), την οικολογική ευαισθησία.

Τα ίδια ζόρικα ερωτήματα ισχύουν για τη δική μας ευρύτερη Κεντροαριστερά. Για το ΚΙΝ.ΑΛΛ. που αντιμέτωπο με το δίλημμα «ανανέωση ή παρακμή» δεν μπορεί να κινηθεί δεξιότερα παρά μόνο επί ποινή οριστικής απαξίωσης, όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ που βρίσκεται μπροστά σε μια παραλλαγή του παλαιότερου διλήμματος «εμβάθυνση (της ριζοσπαστικής φυσιογνωμίας) ή μετεξέλιξη (σε πολυσυλλεκτικό κόμμα κυβερνητικής εναλλαγής)». Σε κάθε περίπτωση, η προοπτική διαμόρφωσης μιας πληθυντικής Αριστεράς περνάει και μέσα από την ανοιχτή συνομιλία των δύο χώρων – όπως έλεγε κάποιος, ονόματα και διευθύνσεις είναι γνωστά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 29/7/2019. 

Περί προσδοκιών και διαπραγμάτευσης

Φίλοι – με την ευρύτερη έννοια... - της στήλης μας παρατήρησαν ότι «πολύ νωρίς» ζητήσαμε/προτείναμε/συστήσαμε προσγείωση των προσδοκιών. Ιδίως στο (μεγάλο) μέτωπο της επαναδιαπραγμάτευσης της μεταΜνημονιακής πορείας, όπου και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος προσήλθε αρκετά δύσπιστος. Τον αντίλογο δεν άργησε να δώσει ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης.
Ο Ευκλείδης, με το ιδιαίτερο χιούμορ του αλλά και την Αγγλοσαξωνική ψυχραιμία του, δεν έχει συνηθίσει σε λογικές κατεδαφιστικής αντιπολίτευσης. Όμως η τοποθέτησή του ότι «η Κυβέρνηση δεν έχει κανένα σκοπό να κάνει διαπραγμάτευση», περισσότερο αναφέρεται στο ότι η επιχειρούμενη – ήδη – επανασυζήτηση για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων ακολουθεί διαφορετική λογική απ' εκείνην που είχε επιχειρηθεί τους τελευταίους μήνες (αλλά πνίγηκε προεκλογικά). Ότι, δηλαδή, επιχειρεί να επιστρατεύσει αφενός το αφήγημα περί αναπτυξιακής επανεκκίνησης μέσω των φορολογικών ελαφρύνσεων και των (επιταχυνόμενων κλπ.) διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αφετέρου την ταχύτατη βελτίωση της στάσης των αγορών απέναντι στο Ελληνικό χαρτί. Εκεί ακριβώς πήρε την σκυτάλη ο Κυριάκος Μητσοτάκης – με αφορμή δημοσιογραφική ερώτηση στο περιθώριο της επίσημης επίσκεψής του στην Κύπρο, ύστερα στην Βουλή, – για να επισημάνει την ευνοϊκότερη παρά ποτέ στάση των αγορών. Και να διερωτηθεί, αρκετά ρητορικά: «Αφού μας εμπιστεύονται οι αγορές, γιατί να μην μας εμπιστευθούν οι εταίροι μας;»
Και στην μεν υπόθεση της ανάπτυξης, δηλαδή της μεγέθυνσης/growth, θα δούμε πότε/πόσο θα μετακινηθούν οι προβλέψεις: η ανάπτυξη, ούτε με εντολές ούτε με προσευχές ξεκουνιέται. Η αλήθεια είναι ότι ο δείκτης του κλίματος εμπιστοσύνης βελτιώνεται, αλλά μέχρι να καταγραφεί ανάπτυξη... Πάμε όμως στο πώς/πόσο μπορεί να «αξιοποιηθεί» το χαμόγελο των αγορών, όπως αυτό ξεκίνησε μεν προ μηνών, πλην όμως επιταχύνθηκε /σταθεροποιήθηκε αυτές τις εβδομάδες. Λοιπόν:
Άμα κανείς επισκέπτεται την (ανοιχτή προς όλους) ιστοσελίδα του ESM, βρίσκεται μπροστά σε ένα σύντομο, συνεκτικό κείμενο που τιτλοφορείται «Is Greek debt sustainable?». Το κείμενο αυτό αποτελεί την Ευρωορθοδοξία για το αν – μετά και την έξοδο της Ελλάδας από τα Μνημόνια, μετά και τις μεσοπρόθεσμες ρυθμίσεις του Eurogroup για το Ελληνικό χρέος – έχει εξασφαλισθεί η βιωσιμότητά του. Η κατάληξη του ESM είναι ότι: (α) τα πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι (και) το 2022, (β) τα πλεονάσματα περίπου (around) 2% τα επόμενα χρόνια, (γ) η συνέχιση των δημοσιονομικών δεσμεύσεων σύμφωνα (in line) με το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ και (δ) οι μεσοπρόθεσμες ρυθμίσεις, μαζί και με το σημαντικό (significant) μαξιλάρι/cash buffer οδηγεί σε βιωσιμότητα. Δηλαδή, η DSA/ ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους των Ευρωπαϊκών θεσμών δείχνει μεικτές ανάγκες εξυπηρέτησης του Ελληνικού χρέους στο 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, στο 20% μακροπρόθεσμα. Αυτό έχει βαφτιστεί sustainability/βιωσιμότητα. Δηλαδή – θεωρούμενη – δυνατότητα εξυπηρέτησης, με βάση – ΠΡΟΣΟΧΗ! – «μια φιλόδοξη στρατηγική ανάπτυξης».
Αν τώρα, στραφεί προς το ΔΝΤ συναντά σαφώς χαμηλότερα επίπεδα αισιοδοξίας. Το Ταμείο θεωρεί ότι τόσο οι αισιόδοξες προβλέψεις σχετικά με τους ρυθμούς ανάπτυξης μεσομακροπρόθεσμα – πληθυσμιακή καθίζηση, αλλά και «μη-φιλικές προς την ανάπτυξη συνθήκες» - όσο και οι αντίστοιχα φιλόδοξες δεσμεύσεις για την δυνατότητα διατήρησης των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι «θα είναι δύσκολο [για την Ελλάδα] να διατηρήσει πρόσβαση στις αγορές μακροπρόθεσμα χωρίς να [της] χορηγηθεί πρόσθετη ελάφρυνση χρέους».
Τι θα επιχειρηθεί, μάλλον επιχειρείται ήδη, άμα δεν ευδοκιμήσει η αρχική ιδέα για συγκράτηση του πλεονάσματος μέσα από την αποδοχή των Θεσμών ότι οι επιστροφές κερδών από το ANFAs/SMPs αποτελούν δημοσιονομικά έσοδα; Κατά τα φαινόμενα, θα επιδιωχθεί να αλλάξει ριζικά η DSA με βάση το ότι όταν έγινε το γύμνασμα τελευταία φορά οι αποδόσεις του Ελληνικού χαρτιού ήταν κάπου στο 4% - ενώ τώρα είναι στο 2% (το 10ετές), στο 1% (το 5ετές, «εντός ομπρέλας»). Βέβαια, την ίδια στιγμή τα δάνεια ESM τρέχουν με κάτω του 1%. Κυρίως όμως, τα μέσα επιτόκια στις χώρες Ευρωζώνης την 20ετία 1998 – 2019 ήταν στο 1,92%, με κορυφή το 2000 κοντά στο 5%.
Συνεπώς, το να γυρέψουμε τώρα-τώρα νέα DSA, που να οδηγεί σε μείζονα διαφοροποίηση των εκτιμήσεων περί δημοσιονομικού χώρου, σαν να είναι κάπως βιαστικό/υπεραισιόδοξο! Γι αυτό, ξαναλέμε; θα χρειαστεί ουσιαστικότητα διαπραγματευτική προσπάθεια, με βάση λιγότερες ευρηματικές ιδέες, ακόμη λιγότερες υπεραισιόδοξες προβολές.
Περισσότερη πειθώ, ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα σκοτώνουν την ανάπτυξη. Να θεωρήσουμε ότι η Κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ήδη αρχίσει αυτή την πορεία; Δεν βρήκαμε ίχνη, ψάχνοντας. Να είναι αυτό το αληθινό περιεχόμενο των ταξιδιών Κυριάκου σε Βερολίνο, Παρίσι, Χάγη, Νέα Υόρκη; Αν ναι, λίγη αυτοσυγκράτηση λόγων και ευρηματικών διαρροών μάλλον θα βοηθούσε.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 2/8/2019. 

«Τα έργα»: κάποια στοιχεία

Όσο σβήνει και ο απόηχος της τελετουργίας των προγραμματικών δηλώσεων και πλησιάζει η ώρα των πράξεων, τόσο μια άλλη εκδοχή του συγκεκριμένου διεκδικεί την παραμονή της στην πρώτη γραμμή της – θερινής, έστω – δημόσιας προσοχής. Αναφερόμαστε στα νέα, «εμβληματικά» βαφτίστηκαν από τον Τύπο, έργα που ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης – χωρίς πολλές λεπτομέρειες για μελέτες, σχεδιασμό, χρηματοδότηση ή χρονικό ορίζοντα: όμως το να μείνει κανείς σ' αυτά, στο ξεκίνημα μιας Κυβέρνησης θα ήταν υπερβολικά απαιτητικό. Άλλωστε ο Ναπολέων, όταν ξεκινούσε τις εκστρατείες του και κάποιοι δυσάρεστοι τον ρωτούσαν για τις πρακτικές πλευρές του εγχειρήματος, απαντούσε με το υπέροχο εκείνο: «L' intendance suivra»/Η επιμελητεία θα ακολουθήσει.
Στην επιλογή να ανακοινωθούν στο ξεκίνημα «έργα» και μάλιστα με έντονο το στοιχείο της αστικής ανάπλασης και αίσθηση κοινωνικού/πολιτιστικού, βρίσκει κανείς – αν θέλει τίτλους ευγενείας –του Φρανσουά Μιτεράν/των Γάλλων Προέδρων γενικότερα το ίχνος: η Πυραμίδα στην κεντρική αυλή του Λούβρου (βέβαια με αρχιτέκτονα τον Πέι), το Μουσείο Orsay στον χώρο παλιού σιδηροδρομικού σταθμού στην όχθη του Σηκουάνα (εδώ αρχιτεκτόνησε η Γκαετάνα Αουλέντι), όμως ήδη η ανάπλαση της αγοράς των Halles με την δημιουργία του Μπωμπούρ (πρωτοβουλία Πομπιντού, εδώ με αρχιτεκτονική Ρέντσο Πιάνο/Ρίτσαρντ Ρότζερς) «επανατοποθέτησαν» το Παρίσι στην συλλογική πρόσληψη διεθνώς. Πιο ταπεινά και κοντά μας, η παράδοση των «έργων» παραπέμπει στην εποχή Καραμανλή (Κωνσταντίνου). αν δε επιμένει κανείς, και στην απόπειρα να αποκτήσει η Αθήνα τοπόσημα με αφορμή το 2004 (με το Ολυμπιακό στάδιο, δια χειρός Καλατράβα), ήδη και το Κέντρο Σταύρος Νιάρχος (ξαναβρίσκουμε Ρέντσο Πιάνο).
Άμα τώρα προσγειωθούμε «στα δικά μας», που άφησαν πίσω οι προγραμματικές δηλώσεις, θα καταγράψουμε πρώτη την αναφορά στην μεταμόρφωση των εγκαταστάσεων της ΔΕΘ/Helexpo, όπου τρία συνεδριακά κέντρα (γνωστότερο το «Ι. Βελλίδης») και μια πανσπερμία μικρότερων κτιρίων με συνολικά 62.000 τετραγωνικά αναπτύσσονται σε μια χαώδη έκταση 180 στρεμμάτων, με πληθωρική άσφαλτο αλλά και αναρίθμητα σχέδια ανάπλασης/βελτίωσης/ επανεκκίνησης. Ήδη το 2005 είχε κινητοποιηθεί κι εδώ Καλατράβα, όπως και Γραφείο Δοξιάδη, για μεταμόρφωση της ΔΕΘ και της γύρω περιοχής – εις μάτην. Έκτοτε μισή ντουζίνα σχεδίων ανάπλασης έχουν συζητηθεί, με νέο στοιχείο μητροπολιτικό πάρκο, ενώ άλλες τόσες προτάσεις μετεγκατάστασης ακούστηκαν...
Ασφαλώς το έργο με ισχυρότερο πολιτικό στίγμα είναι η (πολυσυζητημένη) ενοποίηση του Αρχαιολογικού Μουσείου με το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, σε μια ταυτόχρονη προσπάθεια gentrification της περιοχής των Εξαρχείων. Αυτή ακριβώς η διάσταση είναι που υπόσχεται να φέρει και τις περισσότερες αντιδράσεις, ενώ πρόσθετες διαστάσεις φέρνει η γειτνίαση του κτιρίου του νυν υπουργείου Πολιτισμού (στην Μπουμπουλίνας: Ασφάλεια, ύστερα έδρα του ΚΚΕ...) αλλά και του αναστηλωμένου/αναπαλαιωμένου art-nouveau ξενοδοχείου «Ακροπόλ Παλλάς» (στην άλλη πλευρά της Πατησίων). Η κεντρικότητα, στον σχεδιασμό Μητσοτάκη, αυτής της πρωτοβουλίας φαίνεται από το γεγονός ότι το Ίδρυμα Νιάρχου έχει ήδη αναλάβει το κόστος της μελέτης (ο Ανδρέας Δρακόπουλος, ήταν ο πρώτος επισκέπτης μετεκλογικά στο Μαξίμου).
Αντίστοιχη προσπάθεια να λειτουργήσει συμβολικά, αλλά και με στοιχείο αστικής ανάπλασης στην υπερφορτωμένη Δυτική πλευρά του Λεκανοπεδίου, η κατεδάφιση των φυλακών Κορυδαλλού με δημιουργία πάρκου και «πολυχώρου πολιτισμού». Πρόκειται για το έργο με την λιγότερο μελετημένη διάσταση, καθώς η ιδέα και μόνον η υπερπλήρης αυτή φυλακή να διαχύσει τον πληθυσμό της σε άλλες, υφιστάμενες, εγκαταστάσεις κράτησης αποκλείεται. Ενώ η δημιουργία νέων φυλακών - «εκτός αστικού ιστού, εντός Αττικής», σκέφθηκαν τουλάχιστον το επισκεπτήριο... - δεν είναι απλή υπόθεση, έστω κι αν προωθούν οι αρμόδιοι λύση ΣΔΙΤ (για το χτίσιμο και μόνον , ελπίζει κανείς).
Καλύτερα θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα στην μετατροπή του – ντροπιαστικά/αυτοτραυματιστικά εγκαταλελειμμένου – Βασιλικού Κτήματος στο Τατόι. Αν, δηλαδή, η αναφορά σε χρήση των 47.000 στρεμμάτων του για πρότυπη αγροδιατροφική μονάδα, μαζί με λειτουργία περιαστικού πάρκου/τύπου περιπάτου βρει αληθινά ενδιαφερόμενους να αναλάβουν την μεικτή χρήση. Ώστε να μην καταλήξει/καταντήσει σαν το (1.200 στρεμμάτων) Πάρκο Τρίτση, για παράδειγμα.
Ανάλογα ισχύουν για το – από ετών πολυσυζητημένο – σχέδιο ανάπτυξης των παλιών Λιπασμάτων, στο Κερατσίνι, αυτών στην πιο υποβαθμισμένη πλευρά του Λεκανοπεδίου. Όπου η αναφερόμενη (επανα)λειτουργία τμήματος των κτιρίων και η εκμετάλλευση πρόσθετων χώρων ως Διεθνούς Κέντρου Καινοτομίας αφήνει να διαφανεί οικονομικά πειστική προσέγγιση, αν – μεγάλο ΑΝ, άμα θυμηθεί κανείς ανάλογα projects και στην περιοχή του Αεροδρομίου, και στην Θεσσαλονίκη υπάρξουν γνήσια ενδιαφερόμενοι.
Ποιος/πώς θα τα μελετήσει; ποιος/πώς θα τα χρηματοδοτήσει; Κυρίως: ποιος/πώς θα εξασφαλίσει την εκτέλεση; Στην ΕΦΣΥΝ ο Άκης Σκέρτσος, ήδη του επιτελείου Μητσοτάκη, παρέπεμπε στην προσέγγιση του «2004», που τόσο γρήγορα απετέλεσε παρελθόν...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 26/7/2019. 

Πάλι περί Κέντρου, δηλαδή περί πολιτικού αυτοπροσδιορισμού

Μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου το κοινοβουλευτικό τοπίο βρήκε νέες ισορροπίες. Για ένα διάστημα έτσι θα λειτουργεί, αλλά οι βαθύτερες ανάγκες θα πιέζουν για ανακατατάξεις. Κι εννοώ ανάγκες υπαρκτές της οικονομίας και της κοινωνίας κι όχι υπαρξιακές όσων κάνουν προσθαφαιρέσεις ποσοστών για να φτιάξουν στο μυαλό τους νέα σχήματα.
Γιατί οι επαγγελματίες του χώρου (αναλυτές, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, δημοσκόποι) πρέπει να αναρωτηθούν τί επιθυμούν οι πολίτες, αντί να προτρέχουν και να προτείνουν συγχωνεύσεις κομμάτων.
Ο πολιτικός χάρτης κάθε χώρας εκφράζει κυρίως την πολιτική της ιστορία. Κινήματα, ρήξεις, συμμαχίες, αλλά και προσωπικότητες και τα επιτεύγματα των κυβερνώντων συνθέτουν ένα πολύχρωμο μωσαϊκό. Τα θεμελιώδη, όπως και στην οικονομία, δεν αλλάζουν εύκολα, αλλά υπάρχουν πάντα περιθώρια πρωτοβουλιών και νέων προτάσεων, η πολιτική ζωή εξελίσσεται συνήθως απρόβλεπτα.
Για τις λεγόμενες πολιτικές δυνάμεις του κέντρου, το κύριο στοιχείο ήταν ο ετεροπροσδιορισμός. Η μετεμφυλιακή παρακαταθήκη, οι ακρότητες του εμφυλίου, γενικότερα η βία της εποχής εκείνης, όλα αυτά συνέτειναν σε δύο αντιφατικά πράγματα. Πρώτον της ενδυνάμωσης στη συνείδηση των πολιτών της έννοιας του κέντρου, ως πόλου που αφενός απαλλάσσει από την συμμετοχή στη μια ή στην άλλη παράταξη, αφετέρου οριοθετεί την πολιτική συζήτηση εκτός του πεδίου του εθνικού διχασμού. Δεύτερον, στην επικίνδυνη επιλογή της δημιουργίας υπόπτων, δηλαδή των «συνοδοιπόρων», προκειμένου να ανακοπεί κάθε προσπάθεια δημιουργίας κινημάτων που δεν ασπάζονται την λογική του σκληρού διχασμού, το τρομερό «εμείς ή αυτοί», επιλογή πρωτίστως του νικητή.
Η ιστορία έδειξε ότι το κέντρο στη χώρα μας υπήρχε και υπάρχει σε διάφορες μορφές πάντοτε, αλλά η κατίσχυσή του στη νεώτερη εποχή έγινε πανηγυρικά με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981. Ορόσημο απετέλεσε βεβαίως η μεγάλη επιτυχία της Ένωσης Κέντρου, πριν την επιβολή της δικτατορίας. Κόμμα χωρίς αναφορές και χωρίς σχέση με τον εμφύλιο, το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας Παπανδρέου, επέτυχαν την εθνική συμφιλίωση κι έτσι έκλεισε οριστικά αυτή η τραγική περίοδο της ιστορίας μας. Επωφελήθηκαν φυσικά από αυτή την εξέλιξη όλα τα πολιτικά κόμματα, η δημοκρατία εμπεδώθηκε και η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ άνοιξε συνάμα ένα νέο ελπιδοφόρο πολιτικό κεφάλαιο με σταθεροποιημένους πολιτικούς θεσμούς.
Δυστυχώς η οικονομία δεν ακολούθησε την ίδια πορεία και τα αποτελέσματα είναι επίπονα. Οταν η οικονομία δεν ωφελείται από τον ενάρετο κύκλο της πολιτικής, τότε ο εκτροχιασμός είναι βέβαιος.
Στο σημερινό όμως τοπίο τι ακριβώς συμβαίνει; Το κέντρο υπάρχει, αλλά θα χάνει έδαφος αν δεν βρει έναν νέο, αυτόνομο τρόπο παρουσίας και δράσης. Ο ιστορικός ετεροπροσδιορισμός σε σχέση με την Δεξιά και την Αριστερά, δεν θα είναι πειστική επιλογή, αν δεν συνοδεύεται από προτάσεις πολιτικής που ανοίγουν νέους δρόμους και που ανταποκρίνονται στα νέα δεδομένα. Και τούτο διότι αν στην μετεμφυλιακή Ελλάδα η ανάγκη οριοθέτησης απέναντι στους δύο πόλους είχε ζωτική σημασία, αυτό συνέβαινε διότι η κομματική πολιτική κυριαρχούσε παντού. Το άτομο, η οικογένεια, η άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, ο διορισμός στο δημόσιο, η μετανάστευση, όλα ήταν ελεγχόμενα, η δημόσια δράση του καθένα ήταν προβλέψιμη. Σήμερα το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό τοπίο είναι πολύπλοκο και ρευστό, ο πολίτης απολαμβάνει τις κεκτημένες ελευθερίες, οι νέες τεχνολογίες επικοινωνίας ανατρέπουν διεθνώς τα δεδομένα και η κρίση άλλαξε τις παλιές πρακτικές.
Η ιστορική λοιπόν και καθιερωμένη για τις παλαιότερες γενιές των κεντρογενών πολιτική των ίσων αποστάσεων από τους δύο πόλους, δεν ελκύει, τουλάχιστον τους νέους.
Τα δεδομένα άλλαξαν, η ανάγκη αυτονομίας, πρωτοτυπίας και αυθεντικότητας ενισχύονται, οι προτάσεις των κομμάτων κρίνονται γρήγορα σε σχέση με το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Κι αυτό κρίνεται πρώτα στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, και στη συνέχεια, αν αξιολογηθεί θετικά, τότε διοχετεύεται στον χώρο της πολιτικής. Αυτή η δραματική αλλαγή και εξάρτηση των ρόλων (οικονομία – κοινωνία – πολιτική), σαφώς επιδέχεται πολλές ερμηνείες, αλλά ισχύει. Κι αυτό φαίνεται στην πρόσληψη των προβλημάτων εκ μέρους των πολιτών, στην κατηγοριοποίησή τους, στην ιεράρχησή τους. Προηγείται σαφώς η οικονομία, η ανεργία, η επιβίωση.
Αν λοιπόν το Κέντρο πρέπει να εκφραστεί, να υπάρξει και να κυριαρχήσει στην πολιτική, θα πρέπει λογικά να ακολουθήσει αυτή την κοινωνιολογική εξέλιξη και συσχέτιση. Κι αυτό απαιτεί επεξεργασία προτάσεων, διατύπωση συνεκτικών θέσεων, σαφές σχέδιο. Γι αυτό οι συνήθεις οδοί και τρόποι δεν καρποφορούν, ούτε για το ίδιο το Κέντρο, αλλά ούτε και για τους πολιορκητές του. Δεν αρκούν δηλαδή η διεύρυνση με πολιτικά πρόσωπα, οι συναλλαγές βουλευτών, οι προσχωρήσεις στελεχών. Σχέδιο για τη χώρα απαιτείται, σχέδιο για την ανασυγκρότηση, την ανάκαμψη και την βιώσιμη ανάπτυξη, εκεί θα κριθούν όλα τα κόμματα. Στη συνοχή των πολιτικών και στη βιωσιμότητα των δράσεων.
Εκεί θα κριθεί βεβαίως και το Κέντρο, και η κεντρο-αριστερά γενικότερα, αφού ο παλαιού τύπου ετεροπροσδιορισμός δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες. Και η ανάγκη κινεί τα πράγματα, κάτι ήξερε ο Βίκτωρ Ουγκώ.
Αυτοπροσδιορισμός λοιπόν χρειάζεται με πειστικό σχέδιο για την επόμενη φάση. Αλλιώς η διαφαινόμενη κανονικότητα θα προσκρούσει στην σκληρή πραγματικότητα, αφού είναι γνωστό ότι η οικονομική και κοινωνική κατάσταση είναι έκρυθμη.

*Δημοσιεύτηκε στο neopolitevma.gr στις 23/7/2019. 

Γλυκά, συντηρητικά και... αντιεπιστημονικά

Όταν ακούς εξαγγελίες προγράμματος πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης και «όραμα δίκαιης και αποτελεσματικής άσκησης κοινωνικής πολιτικής» δεν έχεις παρά να δείξεις τη δέουσα προσοχή. Πολύ δε περισσότερο όταν εξαγγέλλεται... άρση των κακώς κειμένων των προηγούμενων ετών (εννοείται της καταστροφικής διακυβέρνησης των Συριζαίων).

Θα ξεπεράσω τη λατρεία της κ. Μιχαηλίδου για τα οριζόντια και κάθετα επίπεδα όταν προσπαθεί να ξεδιπλώσει την επιστημοσύνη της. Το λέω αυτό, γιατί παρακολουθώντας τις εξαγγελίες του κυβερνητικού προγράμματος πρόνοιας στη Βουλή, και συγκρίνοντάς τες με παλιότερη ομιλία της στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών για τη βιομηχανοποίηση και την ανανέωση στον χώρο της βιομηχανίας (καθήμενη πλάι σε έναν ανέκφραστο Τάσο Γιαννίτση), διαπίστωσα ένα copy paste περί οριζοντίων και κάθετων επιπέδων στις θεωρητικές της ανησυχίες – τώρα και στις πολιτικές της επιδόσεις.

Επιπλέον, απαλλάχθηκα από το στερεότυπο του λεγόμενου «ξύλινου λόγου» το οποίο είχα ταυτίσει με το ΚΚΕ. Λάθος! Ξύλινος μπορεί να είναι και ο λόγος που διατυπώνει μία νέα σε ηλικία τεχνοκράτης που χρησιμοποιεί τα τυπικά της προσόντα και τη διαδρομή της σε διεθνείς οργανισμούς για να πείσει το ακροατήριό της πως «θα κάνει καλά τη δουλειά». Πολύ δε περισσότερο, όταν αυτός ο προγραμματικός λόγος διατυπώνεται γλυκά, συντηρητικά, εξωπραγματικά και... αντιεπιστημονικά και, φυσικά, δεν θεραπεύει καμία νοσούσα πραγματικότητα.

Έστω ότι οριζόντιος άξονας είναι «το δημογραφικό μας πρόβλημα» και πρώτος κάθετος είναι «ενδυνάμωση του θεσμού της οικογένειας». Η τυπική δημογραφία στο δικό μου πανεπιστήμιο έλεγε ότι η αύξηση του πληθυσμού νοείται με δύο τρόπους: (α) με φυσική αύξηση μέσω μεγαλύτερου αριθμού γεννήσεων σε σχέση με τους θανάτους και (β) με τεχνητή αύξηση, π.χ. μέσω της μετανάστευσης.

Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες κοινωνικής δημογραφίας. Αλλά, είναι βέβαιο ότι το επίδομα των 2.000 ευρώ για κάθε γέννηση θα προκαλέσει αντιστροφή της δημογραφικής τάσης; Όσοι Ελληνες μεγαλώνουν παιδιά, εδώ, γελάνε με τον ακτιβισμό του νεοδημοκρατικού κράτους. Και φυσικά, η Ελλάδα δεν ξεφεύγει από το ευρωπαϊκό μοντέλο της μεταναστευτικής πολιτικής.

Οι μετανάστες είναι καλοί όσο «λιάζονται», είναι αόρατοι και εργατικό δυναμικό στα όρια της σύγχρονης δουλείας. Δεν είδα κάποια πρόνοια προς την κατεύθυνση ένταξης των μεταναστών στον γενικό πληθυσμό ‒ ενώ πρόκειται για υπαρκτό πρόβλημα που καμία κυβέρνηση, ούτε εδώ ούτε στην Ευρώπη, δεν ακούμπησε επί της ουσίας, ούτε ποιοτικά ούτε ποσοτικά.

Και σχολιάζοντας λίγο τον κάθετο άξονα της «ενδυνάμωσης του θεσμού της οικογένειας», να ρωτήσω αφελώς «Ποιας οικογένειας;» Προφανώς, αν κατάλαβα καλά, γίνεται κουβέντα για τη νεωτερική φυσικοποιημένη οικογένεια του '50 στο «The Ozzie and Harriet Show», όπου οι ευτυχισμένοι σύζυγοι-γονείς, ο Οζι και η Χάριετ, με τους δύο γιους, τον Ντέιβιντ και τον Ρίκυ, μας έκαναν να γελάμε.

Η οικογένεια που εννοεί η κ. υφυπουργός Εργασίας, απλά, δεν υπάρχει. Είναι προφανώς μια οικογένεια ορθοδόξων, με θρησκευτικό κατά προτίμηση γάμο, που γεννούν δύο τρία παιδιά πριν τα τριάντα τους τα οποία μεγαλώνουν σε βρεφονηπιακούς, που τα «κακομαθαίνουν» οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους. Αυτό το ιδεατό μοντέλο οικογένειας, ζει σ' ένα υπόδειγμα αγοράς εργασίας, όπου όλο το εργατικό δυναμικό απασχολείται, όπου δεν υπάρχουν ξένοι, αλλόθρησκοι ή αλλοεθνείς, όπου δεν υπάρχει εγκληματικότητα, που λειτουργούν οι δημόσιες συγκοινωνίες, οι αποχετεύσεις και οι ΟΤΑ και που όλα τα εμβόλια, μαζί και οι ξένες γλώσσες, είναι δωρεάν.

Ο Ρουσσώ στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο», πράγματι, όριζε το μέγεθος του πληθυσμού ως ασφαλέστερο σημάδι επίτευξης του σκοπού αναπαραγωγής κι ευημερίας της πολιτικής κοινότητας. «Μην αναζητήσετε αλλού ‒έγραφε‒ αυτό το τόσο διαφιλονικούμενο σημείο. Με δεδομένο ότι όλα τα άλλα είναι ίσα, η κυβέρνηση υπό την οποία, χωρίς ξένους πόρους, χωρίς πολιτογραφήσεις, χωρίς αποικίες, οι πολίτες αυξάνονται και πληθύνονται είναι ασφαλώς η άριστη· και η χειρότερη, όταν ένας λαός λιγοστεύει και μαραζώνει. Όσοι ξέρετε να μετράτε, έφτασε η σειρά σας: λογαριάστε, μετρήστε και παραβάλλετε».

Το καλύτερο θα ήταν η κ. υφυπουργός να σταματήσει να μας διαβάζει τα manual των υποδειγμάτων. Να πει κάτι που να βγαίνει από την ψυχή της και την πραγματική κοινωνία. Να πει τι θα κάνει για το δημογραφικό και τις αφανείς υποχρεώσεις που συνεπάγεται. Θα ορίσει φόρο αγαμίας, θα απαγορεύσει τα προφυλακτικά και τη συνουσία εκτός γάμου; Θα ορίσει πλάνο ώστε το 2030 οι Ελληνες να είναι 15 εκατομμύρια; Ο προηγούμενος πρωθυπουργός κόμπαζε ότι πήρε την ανεργία από το 28% και την πήγε 20-22%. Εβαζε τελεία, και έλεγε «Πέτυχα». Δεν έλεγε ότι ηγείται μιας χώρας υπερχρεωμένης με την υψηλότερη ανεργία στην Ε.Ε.

Βεβαίως, η κ. υφυπουργός, όταν λέει ότι «εμείς θα το κάνουμε σωστά», να θέλει να μας πείσει πως αν ο Ρουσσώ ή ο Μαρξ ήξεραν τις τυφλές δυνάμεις που θα απελευθέρωναν, θα έγραφαν αλλιώς σήμερα το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» ή το «Κεφάλαιο». Το συζητάμε αν επιθυμεί, αλλά δημογραφικό δεν λύνουμε.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 26/7/2019. 

Το στοίχημα της επόμενης μέρας

Μια εποχή έχει φτάσει στο τέλος της όταν οι βασικές ψευδαισθήσεις της έχουν εξαντληθεί, έγραφε ο Αρθουρ Μίλερ. Στην ταραγμένη δεκαετία 2010-19 οι Ελληνες δοκίμασαν τα πάντα. Αρχικά την απόλυτη άρνηση, έπειτα την τυφλή οργή. Οι «Αγανακτισμένοι» πλημμύρισαν τις πλατείες. Κάτω ακόνιζαν το δημαγωγικό τους ταλέντο οι μεθαυριανοί υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ, πάνω το αγριεμένο ακροατήριο της Ακροδεξιάς. Παράλληλα, δοκίμαζε την τύχη του ένας ηπιότερος κεντροδεξιός λαϊκισμός, με γενεσιουργό μύθο την τάχα διογκωμένη καταγραφή του ελλείμματος του 2009 που τάχα επέφερε το μνημόνιο. Ηταν ο προθάλαμος του ακραίου αντιμνημονιακού λαϊκισμού που επρόκειτο να εκτοξεύσει στην εξουσία τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Στις εκλογές του 2012 η λαϊκή ψήφος ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ δεύτερο κόμμα κι έβαλε στη Βουλή τους νεοναζί. Η κυβέρνηση των «Σαμαροβενιζέλων» συνέχισε την προσαρμογή Παπανδρέου-Παπαδήμου, και το φως άρχισε να φαίνεται στο βάθος του τούνελ: πρωτογενές πλεόνασμα το 2013, ανάκαμψη το 2014. Ομως το φως ήταν το τρένο των έξαλλων ψευδαισθήσεων, που έφερε ένα άτακτο ασκέρι νεομαρξιστών, κομμουνιστών, ακροδεξιών και φανφαρόνων να διαχειριστούν τις τύχες της χώρας. (Με ανατριχιαστική ακρίβεια καταγράφουν τις μέρες εκείνες οι Ελ. Βαρβιτσιώτη και Β. Δενδρινού στην «Τελευταία μπλόφα»). Τον Σεπτέμβριο 2015, αφού η χώρα κράσαρε στον τοίχο, οι ψηφοφόροι ζαλισμένοι έδωσαν άλλη μία ευκαιρία.

Αφού τα δοκίμασαν όλα οι πολίτες, στις 7 Ιουλίου είπαν να πειραματιστούν με την εγγύτερη εκδοχή μιας σύγχρονης δυτικοευρωπαϊκής κυβέρνησης. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έκλεισε μια εποχή εξαντλημένων ψευδαισθήσεων, ανοίγοντας μια τετραετία, παρά ταύτα, υψηλών προσδοκιών. Οι πρώτες κινήσεις υποδεικνύουν την ορθολογικότερα συγκροτημένη πρόταση για τη χώρα από την αρχή της κρίσης.

Δεν είναι μόνο η αναδιάταξη προτεραιοτήτων σε τομείς που ο συνδυασμός ιδεοληψίας και ανεπάρκειας των προκατόχων είχε παραμελήσει: Τη μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις και στη μεσαία τάξη. Τη διεκδίκηση δημοσιονομικού χώρου στη βάση πραγματικών μεταρρυθμιστικών και αναπτυξιακών αποτελεσμάτων. Τον συνολικό μετασχηματισμό του Δημοσίου, ώστε να υπηρετεί την προτεραιότητα των ιδιωτικών επενδύσεων. Το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Τον ψηφιακό, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του κράτους. Είναι η ανάδειξη των προτεραιοτήτων αλλά και των διοικητικών προϋποθέσεων επίτευξής τους: η δημιουργία επιτελικού κέντρου γύρω από τον πρωθυπουργό, η δραστική ενίσχυση του κυβερνητικού συντονισμού. Η μετακόμιση από το κέλυφος του Μαξίμου στο κτίριο της Βασιλίσσης Σοφίας ως πραγματικό κέντρο εργασίας δείχνει ότι ο Κυρ. Μητσοτάκης αντιλαμβάνεται τη διακυβέρνηση με τους όρους λειτουργίας ενός σύγχρονου Γραφείου Πρωθυπουργού.

Βέβαια, κάθε νέα περίοδος εμπεριέχεται στην προηγούμενη και εγκυμονεί την επόμενη. Η ευρεία, την τελευταία τετραετία, απομυθοποίηση της Αριστεράς στο πεδίο των πολιτικών συμβόλων, κι όχι μόνο της διακυβέρνησης, επιτρέπει καινοτομίες που δέκα χρόνια πριν θα φάνταζαν παράτολμες. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι η πρώτη που προχωρεί στην κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Τα σημερινά συμφραζόμενα συνδέουν το άσυλο όχι με ηρωικούς αντιδικτατορικούς αγώνες αλλά με αυθαίρετους μπαχαλάκηδες που καταστρέφουν δημόσια περιουσία χλευάζοντας τον κόπο του φορολογουμένου.

Το σημαντικότερο στοίχημα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η αύξηση της απασχόλησης, η δημιουργία καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, ο επαναπατρισμός του brain drain, προσδιορίζεται κι εκείνο από μια γενεαλογική αντικατάσταση. Στα 10+ χρόνια της κρίσης (ο Δεκέμβριος 2008 ήταν ο προάγγελος του σεισμού), βαθιές μεταβολές συντελέστηκαν. Παιδιά του δημοτικού τότε, διέτρεξαν τη μαθητική τους ζωή στο περιβάλλον κρίσης, ανεργίας, φτωχοποίησης. Αλλοι εισήλθαν στην παραγωγική ηλικία αδυνατώντας να βρουν δουλειά, αναζητώντας κατά χιλιάδες διέξοδο στην άτυπη οικονομία ή στο εξωτερικό. Ανθρωποι που έχασαν τη δουλειά τους έχουν υποστεί τη σαρωτική ματαίωση της μακροχρόνιας ανεργίας.

Η νέα κυβέρνηση έχει μια συγκροτημένη στρατηγική απασχόλησης, που στηρίζεται στη λογική των αναπτυξιακών κινήτρων και ευκαιριών αντί των επιδομάτων. Θα κριθεί από τα αποτελέσματα, και θα κριθεί αυστηρά.

Ο επιφανέστερος συνδυασμός καινοτομίας και συνέχειας εκπροσωπείται από την ίδια την πολιτική προσωπικότητα του νέου πρωθυπουργού. Ένας φιλελεύθερος εκσυγχρονιστής, μεταρρυθμιστής στην παράταξή του, συσπείρωσε γύρω του μια κρίσιμη μάζα προοδευτικών πολιτών, με πρόθεση να κυβερνήσει από το Κέντρο, ως επικεφαλής ωστόσο ενός γηρασμένου, αμαρτωλού κόμματος, που ο κορμός του βρίσκεται στη λαϊκή Δεξιά. Το εσωτερικό πολιτικό κεφάλαιο του Κυριάκου Μητσοτάκη αντλείται από το γεγονός ότι έφερε τη Ν.Δ. στην εξουσία, κατάγοντας μια πολύ μεγάλη εκλογική νίκη. Δεν είναι απεριόριστο το κεφάλαιο αυτό, και ο ζωτικός του πολιτικός χρόνος πολύ βραχύτερος από το σύνολο μιας κυβερνητικής τετραετίας. Είναι όμως εξαιρετικά ελπιδοφόρο ότι η κυβέρνησή του ήρθε έτοιμη και με επίγνωση του ιστορικά επείγοντος.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 21/7/2019. 

Η Σοσιαλδημοκρατία μετά τις εκλογές

Με βάση τα αποτελέσματα των εκλογών, η νικήτρια Νέα Δημοκρατία κέρδισε την αυτοδυναμία ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία όχι μόνο δεν υπέστη την αναμενόμενη στρατηγική ήττα, αλλά κατάφερε να πάρει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό των ευρωεκλογών. Τέλος, το ΚΙΝΑΛ με το οποίο θα ασχοληθώ σε αυτό το άρθρο δεν κατόρθωσε να ανέλθει σε διψήφιο αριθμό. Φαίνεται καθαρά πως για την επόμενη τετραετία το διπολικό σύστημα θα εδραιωθεί περισσότερο ενώ το ΚΙΝΑΛ, όπως έχω τονίσει και σε προηγούμενα άρθρα μου, αν δεν αλλάξει τον προσανατολισμό του θα συνεχίσει τον κατηφορικό δρόμο.
Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, θα υποστηρίξω πως τα μέλη και στελέχη του κινήματος, πριν αποφασίσουν τι είδους στάση θα πάρουν στο επόμενο συνέδριο του κόμματος, θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους όχι μόνο τι συμβαίνει στη χώρα μας αλλά και τις σχετικές εξελίξεις στην Ευρώπη. Γιατί η Ελλάδα, αντίθετα με την ελληνοκεντρική αντίληψη, δεν αποτελεί εξαίρεση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την σχέση μεταξύ σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής αριστεράς.

Σοσιαλδημοκρατία και παγκοσμιοποίηση

Στην Ευρώπη το απότομο άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών οδήγησε στην αδυναμία των εθνικών κυβερνήσεων να ελέγχουν τις κινήσεις του πολυεθνικού κεφαλαίου εντός των εθνικών συνόρων. Αυτό βέβαια ενέτεινε την ανισορροπία δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Επιπλέον, η συρρίκνωση της βιομηχανικής εργατικής τάξης (η κύρια εκλογική βάση των σοσιαλδημοκρατών), καθώς και άλλοι παράγοντες οδήγησαν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να προσεγγίσουν τις πρακτικές και αξίες του νεοφιλελευθερισμού. Αξίες βασισμένες στην αγοροκρατική λογική. Στη λογική πως όσο μεγαλύτερη είναι η απελευθέρωση των αγορών από τον κρατικό έλεγχο, τόσο η παραγωγικότητα εντείνεται. Ενώ μέσω της διάχυσης του πλούτου προς τα κάτω (trickle down effect) θα εξασφαλίζονται ή και θα επεκτείνονται τα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων.
Βέβαια, αυτή η λογική δεν λαμβάνει σοβαρά υπόψη την τωρινή κυριαρχία του χρηματιστηριακού καπιταλισμού, τη δυνατότητα φυγής του κεφαλαίου σε φορολογικούς παραδείσους κτλ. Για ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς η στροφή της σοσιαλδημοκρατίας προς τα δεξιά θεωρήθηκε ως προδοσία: ως «μπλερισμός» ή «σοσιοφιλελευθερισμός». Μια τάση που δεν έχει πια καμία σχέση με την «χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας» (1945-1975). Κατά αυτούς, η στροφή της σοσιαλδημοκρατίας προς τον νεοφιλελευθερισμό οδήγησε στον θάνατό της. Είναι για αυτόν τον λόγο που πολλά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, κυρίως κατά την περίοδο της 2007/8 κρίσης, πήραν την κατιούσα. Έτσι, για παράδειγμα, στις τρεις πιο μεγάλες οικονομίες της ΕΕ (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία) παρατηρούμε την εκτίναξη των ανισοτήτων και την κοινωνική περιθωριοποίηση ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Αυτό σε συνδυασμό με την ταυτοτική και προσφυγική κρίση, οδήγησε στη θεαματική άνοδο του εθνολαϊκισμού και την κάθοδο των κεντροαριστερών κομμάτων.

Οι εξελίξεις στην ευρωζώνη

Ξεκινώ με το ιστορικά και πολιτικά πιο σημαντικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, το γερμανικό SPD. Το κόμμα αποφάσισε να συνεργαστεί σχηματίζοντας έναν «μεγάλο συνασπισμό» με το συντηρητικό χριστιανοδημοκρατικό κόμμα, με καταστροφικά για το πρώτο αποτελέσματα. Σε κάθε έναν από τους τρεις συνασπισμούς με το κόμμα της Άνγκελας Μέρκελ το SPD κατόρθωσε μεν να προωθήσει σε κάποιον βαθμό τα δικαιώματα των εργαζομένων. Αλλά συρρικνώθηκε δραματικά σε ό,τι αφορά τα ποσοστά του. Και αυτό την στιγμή που μετά τις πρόσφατες ευρωεκλογές το αριστερό ριζοσπαστικό πράσινο κόμμα φαίνεται να καταλαμβάνει την πρώτη θέση στις δημοσκοπήσεις ξεπερνώντας τα δύο παραδοσιακά μεγάλα κόμματα (το SPD και το Λαϊκό Κόμμα). Παρόλα αυτά η τωρινή ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος παραμένει στον Μεγάλο Συνασπισμό που έχει πάψει πια να είναι «μεγάλος». Στην κομματική όμως βάση του SPD, κυρίως οι νέες και οι νέοι, απαιτούν την άμεση αποχώρηση από μια συμμαχία που έχει περιθωριοποιήσει τη γερμανική κεντροαριστερά. Πολλοί υποστηρίζουν πως μια νέα συμμαχία μεταξύ της σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς, του ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος Die Linke και των πρασίνων θα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση και να αλλάξει την κομματική δομή της Γερμανίας αλλά και τις μελλοντικές τύχες της ΕΕ.
Σε άλλες όμως ευρωπαϊκές χώρες, η σοσιαλδημοκρατία τα κατάφερε καλύτερα. Για παράδειγμα, στις πρόσφατες εκλογές στην Δανία η σοσιαλδημοκράτισσα Μέτε Φρέντρικσεν κατόρθωσε να σχηματίσει κυβέρνηση λαμβάνοντας υπόψη τους φόβους μιας μερίδας των ψηφοφόρων που επιθυμούν τον πιο αυστηρό έλεγχο των προσφυγικών ροών. Στην Σουηδία από την άλλη μεριά, οι σοσιαλδημοκράτες κέρδισαν τις εκλογές με παραχωρήσεις προς τα μεσαία κόμματα. Ενώ οι φιλανδοί σοσιαλδημοκράτες συγκρότησαν κυβέρνηση συμμαχώντας με μικρότερα αριστερά κόμματα. Όσο για τη νότια Ευρώπη, ως γνωστόν ο πορτογάλος σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός Αντόνιο Κόστα κυβερνά εδώ και καιρό με αποτελεσματικό τρόπο στη βάση μιας συμμαχίας όπου το ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα Bloco παίζει σημαντικό ρόλο. Το ίδιο ισχύει και για την Ισπανία. Ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ κυβερνά με τη βοήθεια των Podemos (πρόκειται βέβαια για μια κυβέρνηση μειοψηφίας).
Με βάση τα παραπάνω, είναι εμφανές πως στην ευρωζώνη κάθε στροφή της σοσιαλδημοκρατίας προς τα δεξιά την αποδυναμώνει. Ενώ αντίθετα όταν η κεντροαριστερά συμμαχεί με αριστερά κόμματα ενισχύεται. Φυσικά, δεδομένης της πολυπλοκότητας του κάθε εθνικού πολιτικού συστήματος, δεν υπάρχει μια καθολική θεωρία. Αλλά αναμφίβολα η κυρίαρχη τάση είναι προς αυτή την κατεύθυνση. Άρα το ΚΙΝΑΛ αν δεν θέλει να συρρικνωθεί περαιτέρω, θα πρέπει να λάβει υπόψη του την εμπειρία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην ευρωζώνη.

Το ΚΙΝΑΛ και η φιλοευρωπαϊκή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ

Υπάρχει και ένας τρίτος παράγοντας που οι οπαδοί του ΚΙΝΑΛ πρέπει να λάβουν υπόψη τους στη μετεκλογική περίοδο. Με την αργή αλλά σταδιακή ενοποίηση της ΕΕ, οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ της μακρονικής ευρωπαϊκής πολιτικής και αυτής της ριζοσπαστικής αριστεράς αμβλύνονται. Πιο συγκεκριμένα, παρόλο που ο γάλλος πρόεδρος ακολουθεί μια νεοφιλελεύθερη πολιτική εντός της χώρας του, στον ευρωπαϊκό χώρο έχει σαν στόχο την σταδιακή άμβλυνση του τεράστιου και συνεχώς εντεινόμενου χάσματος μεταξύ του γερμανικού κέντρου και του ευρωπαϊκού νότου. Οι Τσίπρας, Κόστα και Σάντσεθ για προφανείς λόγους συμφωνούν όχι με τον μερκελικό, αλλά με τον μακρονικό δρόμο προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Συμφωνούν με την ιδέα μιας ευρωκεντρικής ομοσπονδίας και όχι μιας γερμανοκρατούμενης συνομοσπονδίας. Γιατί στο πλαίσιο της δεύτερης θα συνεχιστεί η συστηματική μεταφορά πόρων από τις λιγότερο στις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες της ευρωζώνης. Από αυτή την άποψη, η συνεχιζόμενη δαιμονοποίηση του Αλέξη Τσίπρα από την αρχηγό του ΚΙΝΑΛ και η ιδέα πως το κόμμα της θα μπορέσει μεσοπρόθεσμα να περιθωριοποιήσει τον ΣΥΡΙΖΑ και να πάρει τη θέση του στο κομματικό σύστημα είναι δονκιχωτική. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ που υπήρχε πριν από την ευρωπαϊκή στροφή του αρχηγού του δεν υπάρχει πια. Άρα, αν συνεχιστεί η εμμονική δαιμονοποίηση της ριζοσπαστικής αριστεράς και η στροφή της Φώφης Γεννηματά προς την ΝΔ, το ΚΙΝΑΛ θα διαλυθεί. Βέβαια, πρόσφατα η πρόεδρος του κόμματος άλλαξε απότομα πολιτική. Τονίζει την αυτονομία του Κινήματος Αλλαγής. Ισχυρίζεται πως δεν θα γίνει το κόμμα της ούτε δεκανίκι της ΝΔ ούτε του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για μια ακόμη φαντασίωση. Για παράδειγμα, η πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ ακολουθεί πιστά τις υπερφίαλες θέσεις της ΝΔ σε ό,τι αφορά την Συμφωνία των Πρεσπών. Τουλάχιστον ο Κυριάκος Μητσοτάκης ακολούθησε μια μικροκομματική πολιτική για να ενώσει το κόμμα του. Ενώ η κυρία Γεννηματά δεν είχε τέτοιο πρόβλημα. Αντίθετα όλα σχεδόν τα μέλη του πολιτικού συμβουλίου είπαν την αλήθεια. Δηλαδή πως η συμφωνία ήταν συμφέρουσα για τη χώρα.

Συμπέρασμα

Ο ΣΥΡΙΖΑ με βάση τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα είναι και θα παραμείνει ο δεύτερος πόλος του πολιτικού μας συστήματος. Το ΚΙΝΑΛ υπό την τωρινή ηγεσία όχι μόνο δεν πρόκειται να αυξήσει σε διψήφιο αριθμό το ποσοστό του στις επόμενες εκλογές αλλά θα καταφέρει μάλλον το αντίθετο. Ο μόνος τρόπος να διασωθεί η ελληνική κεντροαριστερά είναι μια συμμαχία με τη ριζοσπαστική αριστερά. Αφού τα δύο κόμματα έχουν στη σημερινή συγκυρία περισσότερα κοινά σημεία από διαφορές. Επιπλέον, το ΚΙΝΑΛ μπορεί να οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ προς μια πιο δημοκρατική και αποτελεσματική κατεύθυνση. Ενώ μια συμμαχία βασισμένη σε συγκεκριμένα προγράμματα μπορεί να οδηγήσει στην αναζωογόνηση της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 21/7/2019. 

Προσδοκίες της κοινωνίας πολιτών και αγαστή μεσότητα

Η πείρα έδειξε ότι ο ενθουσιασμός ή η απογοήτευση είναι καλό να εκφράζονται στο τέλος της κοινοβουλευτικής τετραετίας, όταν πρόγραμμα και υπεσχημένα είναι προ πολλού σε δρόμο υλοποίησης.

Παρά την αυστηρή επιτήρηση και το πλαίσιο των ακολουθητέων μέτρων που θέτει η Ε.Ε., οι προσδοκίες των ψηφοφόρων από τη νεοεκλεγείσα κυβέρνηση είναι πολλές.

Προσδοκία των ψύχραιμων και σκεπτόμενων πολιτών είναι το πολιτικό προσωπικό να δουλέψει για το κοινό όφελος και όχι για κομματικά ή προσωπικά οφέλη. Είναι ο μόνος τρόπος η αυτοδύναμη κυβέρνηση να υπερβεί την πόλωση που θα την εκτροχίαζε από το σχέδιο της παραγωγικής ανάκαμψης της χώρας.

Οταν γίνει το πολυαναμενόμενο, οι κυβερνώντες να θέσουν σε δεύτερη μοίρα κομματικά οφέλη, προτάσσοντας το συμφέρον της κοινωνίας, τότε και η Ε.Ε. θα αναγνωρίσει εμπράκτως τις συνέπειες των λαθών της στη διαχείριση του ελληνικού χρέους, θα αναθεωρήσει τους όρους εξόφλησής του, συνυπολογίζοντας τον κρίσιμο ρόλο της Ελλάδας στο νοτιοανατολικό σύνορό της, ενώ οι αποφάσεις του Ε.Σ. θα επιδείξουν την υπευθυνότητα και το αίσθημα δικαιοσύνης που επιβάλλει το επαχθές και μη βιώσιμο χρέος χώρας-μέλους της Ε.Ε.

Θετική μεταχείριση έτυχαν επιτηρούμενες χώρες που προέταξαν με εθνική συναίνεση τη σωτηρία τους, συνειδητοποιώντας εγκαίρως ότι διαπραγματευόμενες σε κατάσταση πολιτικού διχασμού και αυστηρής εποπτείας θα ήταν αναγκαστικά υποχωρητικότερες στους επιτηρητές και αυταρχικότερες στους πολίτες.

Με διεθνείς συσχετισμούς στην ακρώρεια μεταξύ Δύσης και Εγγύς Ανατολής, κρίσιμους σε ζητήματα που μας αφορούν άμεσα, τα προγράμματα των μνημονιακών κυβερνήσεων της τελευταίας 10ετίας λειτουργούν ως οι δύο όψεις του πλαισίου που όρισε η Ε.Ε. για την εξόφληση του μη βιώσιμου χρέους μας.

Το πρόγραμμα αναδιανομής του εισοδήματος μεσαίων και πτωχών στρωμάτων, με αποτέλεσμα την πτωχοποίηση της κοινωνίας, που υλοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την αποτυχημένη διαπραγμάτευση για το χρέος, είναι η μια όψη του προγράμματος που έθεσε ως πλαίσιο η Ε.Ε.

Στο στενό αυτό πλαίσιο, που καταδικάζει τη χώρα σε παραμόνιμη ύφεση, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παρέδωσε τη διακυβέρνηση με άδεια τα δημόσια ταμεία, αλλά δεν προστάτεψε τη ΔΕΗ.

Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη χώρα μας είναι το πρόγραμμα που αναλαμβάνει να υλοποιήσει ο νέος πρωθυπουργός, με τη διαβεβαίωση ότι θα είναι προς όφελος της χώρας, αρκεί να τηρηθεί αυστηρός έλεγχος των δημοσίων δαπανών με όρους αξιοκρατίας και αντι-ηγεμονισμού, ώστε να μπούμε σε σταθερή πορεία παραγωγικής ανόρθωσης.

Με δεδομένο το είδος των μέτρων, αυτό μπορεί να γίνει εάν οι δύο όψεις της προβλεπόμενης πολιτικής αντικριστούν και διασαφηνισθούν οι ενεργές και εν δυνάμει αλληλο-συσχετίσεις τους, ώστε να καταστούν οργανικά μέρη μιας σύνθετης πολιτικής, θετικής για το σύνολο της κοινωνίας.

Το πνεύμα, όμως, της μεσότητας που εκφράζει μια τέτοια συνδυαστική πολιτική, απαιτεί αξιοποίηση των αρίστων ανεξαρτήτως ιδεοληψιών, ελεγκτικούς μηχανισμούς, κυρώσεις.

Είναι γνωστό ότι μια οργανική ολότητα είναι σε αλληλεξάρτηση με τα μέρη που τη συναποτελούν. Για να γίνει εμπράκτως σεβαστή αυτή η αδιαμφισβήτητη αρχή, απαιτείται ευρύτητα πνεύματος και ο διάλογος -προϋπόθεση για την τόσο αναγκαία ομοψυχία.

Με εμπειρία πολιτικής ζωής δύο αιώνων, οι Ελληνες πολίτες έχουν κουραστεί με τον ηγεμονισμό των δεξιών και κεντροδεξιών κυβερνήσεων. Αξιώνοντας ηγεμονισμό και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, άμα τη αναλήψει των καθηκόντων της, το 2015, έθεσε κι αυτή το κόμμα πάνω από την κοινωνία, με αποτέλεσμα άκρως ανταγωνιστικές στάσεις και πρακτικές, που αναγκαστικά ευνόησαν την αναξιοκρατία και τον λαϊκισμό στη διοίκηση και στην παιδεία.

Είναι πλέον σαφές ότι οι πολίτες αξιώνουν μια κοινοβουλευτική και όχι μια καθεστωτική δημοκρατία, με εναλλασσόμενα στην εξουσία κόμματα ικανά να επιλύουν τα άπειρα προβλήματα της κρατικής μηχανής, χωρίς ηγεμονικούς μικρο-μεγαλισμούς που επιβάλλουν ασύμφορους συμβιβασμούς, υπαναχωρήσεις και δουλοπρέπεια εντός και εκτός των συνόρων.

Σε ένα τέτοιο αντι-ηγεμονιστικό και αυτο-κρινόμενο πλαίσιο προς όφελος της κοινωνίας και όχι των κομμάτων, δεν θα υπάρχουν σκανδαλωδώς κερδισμένοι και κατάφωρα ζημιωμένοι Ελληνες. Γιατί είναι παγκοίνως γνωστό πως, όταν ένα μικρό μέρος της κοινωνίας γίνεται άπληστο για μη φορολογημένο πλουτισμό, αυθαίρετες δανειοληψίες και γενικότερα, άνομες συναλλαγές, τότε το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας γονατίζει από την ανεργία, την ανασφάλιστη εργασία, την οικονομική, ηθική και πνευματική εξαθλίωση. Και τότε η αποσταθεροποίηση επισπεύδει τη διάλυση.

Με δεδομένους τους όρους, μια κυβέρνηση που συμμερίζεται ΕΜΠΡΑΚΤΩΣ τις θυσίες που επιβλήθηκαν στους πολίτες της, υποχρεώνεται να συνδυάσει μέτρα ενίσχυσης για τους πολίτες κάτω των ορίων της φτώχειας με πρακτικές παραγωγικής ανάπτυξης στους κρίσιμους τομείς της οικονομίας και της παιδείας. Ώστε όσο η παραγωγικότητα θα αυξάνει, να μειώνεται η επιδοματική πολιτική ως όλο και λιγότερο αναγκαία.

Για φανατικούς του κομματισμού, τέτοιου είδους ισορροπία φαντάζει ισορροπία τρόμου. Για τους πολίτες με συνείδηση των κινδύνων που διατρέχει η χώρα, πρόκειται για την αναγκαία, σε τόσο δύσκολες φάσεις, μεσότητα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 17/7/2019. 

Πρώτα βήματα ουσίας

Με την Βουλή να έχει ανοίξει, τις συμβολικές κινήσεις έναρξης κυβερνητικής παρουσίας να ολοκληρώνονται (διαγωνισμός υπουργών ποιος θα φθάσει νωρίτερα στο υπουργείο του - μνήμη πειθαρχίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, νυκτερινές επισκέψεις Κικίλια σε νοσοκομεία με πρόωρη λήξη εφημεριών, εφοδεία Μηταράκη στον ΕΦΚΑ λόγω μη-ανταπόκρισης του τηλεφωνικού κέντρου), με τον αστερισμό Γενικών Γραμματέων σε εξέλιξη, με τις προγραμματικές δηλώσεις ήδη σε απόσταση αναπνοής και με το φορολογικό νομοσχέδιο λίγο παρακάτω, τίθενται πλέον τα βασικά ερωτήματα της αυριανής οικονομικής πολιτικής και των περιθωρίων νέας διαπραγμάτευσης με τους «εταίρους». Ευθέως.
Ήδη, μετά την συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη/Γιάννη Στουρνάρα (και μετά την τοποθέτηση του δεύτερου επί των προοπτικών της οικονομίας στην νέα της φάση, στην «Καθημερινή») μια πρώτη σειρά πραγμάτων ήρθε στο τραπέζι. Αφήνοντας κατά μέρος την τοποθέτηση Στουρνάρα ότι οι (σχεδιαζόμενες) μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να φέρουν την (ελπιζόμενη) ανάπτυξη και ως εκ τούτου να δημιουργήσουν τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο - θυμίζουμε ότι κατά Στουρνάρα, το β΄ 6μηνο 2019 ξεκινά με ένα άνοιγμα 0,6% του ΑΕΠ ως προς την επιτευξιμότητα του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% - αξίζει κανείς να σταθεί στην θέση του ίδιου ότι είναι καιρός να αρθούν τα capital controls. Τα οποία μάλιστα «δεν έχουν πλέον χρησιμότητα». Ο Διοικητής της ΤτΕ δεν είναι η πρώτη φορά που διατυπώνει αυτήν την άποψη: το είχε αφήσει να φανεί ήδη τους τελευταίους μήνες, επί της προηγουμένης Κυβερνήσεως.
Μια τέτοια κίνηση πλήρους άρσης των capital controls και όχι απλώς περαιτέρω χαλάρωσής τους, παράλληλα και με την συζητούμενη άρση των δεσμεύσεων/περιορισμών για τα ομόλογα στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, εφόσον κατορθωνόταν να λειτουργήσουν μαζί με την έκκληση Μητσοτάκη - τις τελευταίες προεκλογικές ημέρες - προς τις επιχειρήσεις να σταματήσουν να διακρατούν, overnight, τα ταμειακά τους διαθέσιμα στο εξωτερικό («ασφαλή» από τις δεσμεύσεις των capital controls) και να τα επαναπατρίσουν στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, θα μπορούσαν να δώσουν την εντύπωση μιας άμεσης (επαν)εκκίνησης. Αλλά και να αποτελέσουν, πέρα από εικόνα, μια νέα πραγματικότητα.
Καθώς μάλιστα δρομολογήθηκε, μεσοκαλόκαιρα, η νέα έξοδος στις αγορές για τοποθέτηση κρατικού χαρτιού και η επίτευξη απόδοσης 1,9% για το 7ετές που λανσαρίστηκε (συγκρίνετε με επιτόκιο 3,5% για αντίστοιχη έκδοση μόλις τον Φεβρουάριο, και με το άνοιγμα του τωρινού βιβλίου προσφορών στο 2,1%) τα θετικά σημάδια πληθαίνουν. Όσο και αν η έκδοση περιορίστηκε στα 2,5 δις που απομένουν για να συμπληρωθεί το φετινό πρόγραμμα δανεισμού της Ελλάδας, και δεν επιχειρήθηκε να συμπεριλάβει και κάποιο πρόσθετο rollover /απόσυρση παλιότερου χρέους...
Προκύπτει έτσι και μια διαφορετική βάση διαπραγμάτευσης με τους «εταίρους» της Ελλάδας; Με τους οποίους ήδη το 23η Roundtable with the Greek Government του Economist επέτρεψε να υπάρξει μια πρώτη επαφή: Ρέγκλινγκ, Φίλμπριφ, Κοστέλλο, Ντόλμαν. Να εξηγηθούμε: η προαποφασισμένη διαμόρφωση νέου φορολογικού νομοσχεδίου και η ψήφισή του πριν κλείσει η Βουλή για Δεκαπενταύγουστο, με περιορισμένη μόνον διαβούλευση με τους συντελεστές της ενισχυμένης μεταΜνημονιακής παρακολούθησης, ανοίγει αναπόφευκτα την γνώριμη, πολιτικά δαπανηρή συζήτηση κατά πόσον υπάρχει διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος. Και ναι μεν η Κυβέρνηση Μητσοτάκη, νεόκοπη/fresh from the oven, ταχύτατα θα προσπεράσει την μονότονη δική της επιμονή (ως Αντιπολίτευσης...) ότι η Ελλάδα ζει υπό καθεστώς «4ου Μνημονίου», άρα είναι απαραίτητη η συναίνεση των πιστωτών της. Δεν είναι. Όμως, να, το να ξεκινήσει μια θητεία με λιγότερο ή περισσότερο ανοιχτή αντιδικία με Βρυξέλλες για το αν τηρούνται τα συμφωνημένα για τα πλεονάσματα, θα αποτελούσε σπατάλη πολιτικού κεφαλαίου. Οι τοποθετήσεις Ρέγκλινγκ και των λοιπών μεταΜνημονιακών υπήρξαν προσεκτικές. Παρασκηνιακά... προσεκτικότερες!
Ασφαλώς, εδώ, υπάρχει η δυνατότητα επίκλησης του «υπερσυμπιεσμένου ελατηρίου» - πατέντα Στουρνάρα κι αυτή, την οποία κάποια στιγμή δανείστηκε και ο Αλέξης Τσίπρας... - που προσδοκάται να δώσει άμεση επαναφορά της ανάπτυξης. με την ανακοίνωση/πρώτη υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, η οποία με την σειρά της θα δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο,. ο οποίος θα αντισταθμίσει την επίπτωση των φορολογικών κοκ ελαφρύνσεων. (Αυτός είναι ο διαβόητος «ενάρετος κύκλος»).
Όμως, άμα συνυπήρχε και μια έμπρακτη - όχι απλώς επίκληση! - συμπόρευση της διαχείρισης της οικονομίας με τις αγορές και με τα κεφάλαια των ιδιωτών, όσο και νάναι η διαπραγματευτική θέση της νέας Κυβέρνησης θα βρισκόταν ενισχυμένη. Να το δούμε.
Όπως και να δούμε την διαπραγματευτική ομάδα που θα «σηκώσει» την νέα φάση. Αν βρεθούν να συμμετέχουν και βετεράνοι των προηγούμενων φάσεων πέραν του Χρήστου Σταϊκούρα - ας πούμε, διακριτικά, και ο Γιάννης Στουρνάρας της πείρας 2012-14 - τόσο το καλύτερο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 19/7/2019. 

Αναζητώντας το πρόσωπο του νέου δημοκρατικού πόλου

Το κοινοβουλευτικό σύστημα σημαίνει εναλλαγή κυβερνήσεων κάθε τέσσερα χρόνια. Αυτός είναι ο κανόνας. Δεύτερη θητεία είναι εξαίρεση. Ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε τεσσεράμισι χρόνια, σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ιστορίας, και πήρε δυο εντολές διακυβέρνησης (Ιανουάριος και Σεπτέμβριος 2015). Προφανώς και ήταν απίθανο να υπάρξει τρίτη.

Το ίδιο σύστημα θέλει όποιος με τη σειρά του χάνει τις εκλογές όχι απλώς να ανανεώνεται αλλά να ξαναγεννιέται. Φυσικό. Και αυτό πρέπει να γίνει τώρα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας το συνειδητοποίησε αμέσως και το εξέφρασε σαφώς, εξαγγέλλοντας τη δημιουργία μιας μεγάλης ενιαίας δημοκρατικής παράταξης.

Τυπικά, έχουν έτσι τα πράγματα. Ωστόσο, τα προηγούμενα χρόνια διεξήχθη ένας αγώνας εξόντωσης. Η θεωρία της «στρατηγικής ήττας» έλεγε πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα ευκαιριακό κόμμα, μιας χρήσης, με ανθρώπους τυχάρπαστους, δημαγωγούς που κατέλαβαν την εξουσία· ότι κινδυνεύει η δημοκρατία.

Δεν τα έλεγαν μόνο οι παπαγάλοι των ΜΜΕ αλλά και βαριά ονόματα της εγχώριας διανόησης και διανοούμενης πολιτικής. Διαψεύστηκαν, αλλά δεν θα σταματήσουν. Παρά το ποσοστό που απέκτησε στις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ, η γραμμή να τον θέσουν εκτός πολιτικού συστήματος θα συνεχιστεί λυσσαλέα. Γιατί η κυβέρνηση της Ν.Δ. θα έλθει σε μετωπική αντιπαράθεση με μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας και γιατί ώς ένα βαθμό θα προκαλέσει μια μείζονα αντιπαράθεση, μια αντιπαράθεση της οποίας τους όρους δεν θα ελέγχει ο ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να τον συντρίψει.

Το ελληνικό βαθύ κατεστημένο θέλει να πάρει τη ρεβάνς όχι από το 2015, αλλά από τη Μεταπολίτευση. Επομένως και σε συγκρούσεις θα οδηγήσει, και την αλλοίωση του εκλογικού σώματος θα επιχειρήσει, και ειδικά δικαστήρια θα δοκιμάσει να στήσει. Ας μην εφησυχάζουμε. Η εικόνα του μέλλοντος δεν θα είναι αυτή της αβρότητας στην παράδοση - παραλαβή των υπουργείων.

Το ζήτημα επομένως της δημιουργίας ενός δημοκρατικού πόλου είναι επείγον εγχείρημα, αλλά καθόλου εύκολο και απλό. Γιατί, πρώτον, πρέπει να αποφύγει ο ΣΥΡΙΖΑ να παγιδευτεί σε συγκρούσεις οπισθοφυλακής. Θα απομονωθεί και θα χάσει ερείσματα. Ποια όμως θεωρούνται ζητήματα οπισθοφυλακής και ποια όχι, δεν είναι αυτονόητο.

Το δεύτερο ζήτημα είναι συναφές και ακανθώδες. Η διεύρυνση πρέπει να έχει κατεύθυνση και πρόσωπο, διαφορετικά μπορεί να καταλήξει γκρίζα και άνευρη. Τρίτον, δεν φτάνει καν να είναι διεύρυνση. Πρέπει να είναι ώσμωση, και κυρίως μια ώσμωση που θα καταλήξει σε μια καινούργια άποψη για την ελληνική κοινωνία.

Πρόκειται για το πρόσωπο, όχι για τα πρόσωπα του νέου πόλου δημοκρατικής διεύρυνσης. Και αυτό το πρόσωπο δεν φτάνει να εκφράζεται στην ηγεσία, πρέπει να τον διαπερνά το σύνολό του.

Η Δεξιά και το ακραίο κέντρο παίρνουν ως άξονα πλοήγησης τις γρήγορες αλλαγές της εποχής. Λ.χ. την τεχνητή νοημοσύνη και την 4η Βιομηχανική Επανάσταση, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουν για να διαλύσουν οποιασδήποτε κοινωνική σύμβαση και να επιβάλουν ένα καινούργιο μοντέλο μιας αρπακτικής κοινωνίας.

Η Αριστερά έως τώρα έχει βρεθεί σε άμυνα. Προσπαθεί να μειώσει και να περιορίσει τις συνέπειες αυτές. Συχνά, όμως, προσκολλάται σε παλιές φόρμες που αποδεικνύονται πλέον αναποτελεσματικές.

Χρειάζεται, επομένως, να αναμετρηθεί με τα καινούργια ζητήματα που θέτει η εποχή. Κυρίως πρέπει να αναπτύξει ένα πειστικό καινούργιο σχέδιο, πώς φαντάζεται την κοινωνία στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Θα είναι μια εποχή ραγδαίων τεχνολογικών μετασχηματισμών, μια εποχή κλιματικής κρίσης, διεθνούς αστάθειας και κοινωνικής ρευστότητας. Εκείνο που έχει σημασία είναι η σμίλευση ενός οράματος-προγράμματος που πρέπει να αντιπροσωπεύει τον καινούργιο δημοκρατικό πόλο. Που πάνω σ' αυτό πρέπει να συγκροτηθεί ο νέος πόλος.

Δεν έχει νόημα να απωθούμε το ανεπιθύμητο παρελθόν. Στα χρόνια που η παγκοσμιοποίηση άλλαζε τον κόσμο, οι αριστερές δυνάμεις, σε ευρωπαϊκή κλίμακα, όφειλαν να απαντήσουν και διχάστηκαν. Οι μεν είπαν να προσαρμοστούμε, οι δε να αντιδράσουμε. Από τη μια προήλθε το εκσυγχρονιστικό ρεύμα, από την άλλη η ριζοσπαστική Αριστερά. Συγκρούστηκαν μεταξύ τους.

Η κρίση όμως υπήρξε καταλύτης. Οι μεν εκσυγχρονιστές κατάλαβαν ότι δεν υπάρχουν γενικά μεταρρυθμίσεις, αλλά αφενός προοδευτικές, αφετέρου μισάνθρωπες μεταρρυθμίσεις, και επομένως άλλοι τράβηξαν προς ΣΥΡΙΖΑ κι άλλοι προς Ν.Δ.

Η δε ριζοσπαστική Αριστερά αντελήφθη πως, αν δεν θέσει ζήτημα εξουσίας, θα εξαερωθεί, αν όμως καταλάβει την εξουσία, πρέπει να βρει τρόπους να συμβιώσει με τους κανόνες του συστήματος, χωρίς να τιναχτεί η κοινωνία στον αέρα. Και τους βρήκε, με κοινωνική ευαισθησία και ευθύνη, και αυτό είναι ένα μεγάλο επίτευγμα του ΣΥΡΙΖΑ, και πάνω σε αυτό το επίτευγμα δημιουργήθηκε η προοδευτική συμμαχία.

Χρειαζόμαστε όχι αυτοκριτική, αλλά αναστοχασμό πάνω στα πεπραγμένα όλων μας, με προοπτική τη σύνθεση. Δεν χρειαζόμαστε ένα γενόσημο του ΠΑΣΟΚ, ούτε του παπανδρεϊκού ούτε του σημιτικού. Έχουμε μια καινούργια εποχή, με καινούργια προβλήματα και έναν αδίσταχτο και αδηφάγο εχθρό. Πρέπει να περάσουμε από την ταξική μεροληψία στη αντίληψη ενός νέου ηγεμονικού σχεδίου για την κοινωνία συνολικά. Σε ένα κόμμα τούτης της εποχής, όχι της προηγούμενης. Γκράμσι διαβάσαμε όλοι μας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/7/2019. 

Σελίδα 1 από 107