Παρασκευή, 12 Απρίλιος 2024

Θάλεια Δραγώνα: «Οι καταπιεσμένοι άνθρωποι χειραγωγούνται ευκολότερα»

Η πανεπιστημιακός και πρώην πολιτικός μιλάει για το έργο 22 χρόνων στο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανόπαιδων στη Θράκη, τις δυσκολίες μέσα και έξω από αυτό και το αναγκαίο restart.
Είκοσι δύο χρόνια. Σχεδόν μια γενιά. Το διάστημα, ας πούμε, που χρειάζεται για να μεγαλώσει ένα παιδί, να σπουδάσει και να επιστρέψει στη γενέτειρά του για να διδάξει το ίδιο. Τόσο κράτησε το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανόπαιδων στη Θράκη, με εντυπωσιακά αποτελέσματα σε σχέση τόσο με το ποσοστό των παιδιών που τελειώνουν την υποχρεωτική εννιάχρονη εκπαίδευση (από 35% το 2000 σε 80% σήμερα) όσο και γενικότερα με την ένταξή τους στην κοινωνία. Μα τότε γιατί σταμάτησε; Τα καλά πράγματα που γίνονται σ' αυτόν τον τόπο δεν είναι πολλά. Γιατί λοιπόν πυροβολούμε τα πόδια μας; Ψυχή αυτού του προγράμματος ήταν η Θάλεια Δραγώνα και η Αννα Φραγκουδάκη. Συνάντησα την πρώτη στο Καποδιστριακόν, το εστιατόριο του ΕΚΠΑ που στεγάζεται στο κτίριο «Κωστής Παλαμάς», το γνωστό «ροζ κτίριο» της Ακαδημίας. Την τελευταία φορά που της είχα μιλήσει ήταν από την Κομοτηνή, όπου είχε λάβει μέρος σε μια εκδήλωση για το κλείσιμο αυτού του κύκλου. Ήταν παθιασμένη τότε, όπως και τώρα. Μου είπε πόση εθνική υπερηφάνεια αισθάνθηκε με την Κατερίνα Σακελλαροπούλου, ιδίως ακούγοντας την ομιλία της όταν της ανακοινώθηκε η επιλογή της για τη θέση της Προέδρου της Δημοκρατίας. Παρήγγειλε ένα λαβράκι σοτέ, εγώ σολομό. Διάλεξε την πιο υγιεινή σαλάτα που υπήρχε στον κατάλογο. Δεν ήθελε αλκοόλ. Και άρχισε να αναπολεί. «Η Θράκη ήταν πάντα τόπος ειρηνικός. Παρά τις καταπιέσεις, τις διακρίσεις, τους αποκλεισμούς, δεν είχε επιδείξει βία. Ποτέ. Η κατάσταση όμως γινόταν όλο και πιο πνιγηρή. Και αυτό το κατάλαβε το 1990 ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Εισηγήθηκε λοιπόν στους αρχηγούς των άλλων κομμάτων της Βουλής και αποφάσισαν ομόφωνα ότι πρέπει ν' αλλάξουν οι σχέσεις κράτους και μειονότητας. Αυτή τη δεκαετία αποφασίστηκαν μέτρα που σταματούσαν μια ανόητη πολιτική - ένα από αυτά ήταν και η συγκρότηση της ομάδας μας. Η Θράκη είχε στα χωριά της Ροδόπης φυλάκια, δεν μπορούσες να πας στο χωράφι σου αν δεν είχες πάσο. Οι άνθρωποι της μειονότητας δεν μπορούσαν να πάρουν άδεια αυτοκινήτου, να καταθέσουν χρήματα στην τράπεζα. Υπήρχε η φαντασίωση ότι έτσι μπορούσες να ελέγξεις τα πράγματα καλύτερα. Όταν όμως οι άνθρωποι είναι καταπιεσμένοι, είναι και πιο χειραγωγούμενοι, πιο οργισμένοι. Για να μπορέσεις να εξασφαλίσεις δημοκρατικούς κανόνες σε οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα, ο δρόμος είναι η ενδυνάμωσή τους, να γίνουν δρώντα υποκείμενα. Αν δεν είναι δρώντα υποκείμενα, είναι χειραγωγούμενα. Ο Μητσοτάκης κατάλαβε ότι μπορούσε να γίνει μια έκρηξη. Παρενέβη λοιπόν και μίλησε για ισονομία και ισοπολιτεία». Το 1997 ανέβηκε η ομάδα στη Θράκη. Υπήρχε καχυποψία και από την πλευρά της μειονότητας («ποιοι είναι αυτοί που ήρθαν από την Αθήνα;») και από τους σκληρούς της πλειονότητας, επειδή η ομάδα είχε δουλέψει σε σχολεία με μειονότητες, είχε γράψει και το «Τι είναι η πατρίδα μας; Εθνοκεντρισμός στην εκπαίδευση». Όταν χαλάρωνε η μια πλευρά, αγρίευε η άλλη. Και υπήρχε φυσικά και η εμπλοκή της Τουρκίας. Αλλά ο κόσμος πήγε μαζί τους. Είχαν κάνει κι ένα φιλμάκι, σκηνοθέτης ήταν ο Θάνος Αναστόπουλος, ρωτούσε τι είναι η Θράκη, και όλοι, μέλη της μειονότητας και της πλειονότητας, εξέφραζαν τον ίδιο συναισθηματικό δεσμό με τον τόπο τους. Και λέγαν όλοι, «μυρωδιές, ήχοι, το πρωί που ξυπνάω και βλέπω τη χαμηλή νέφωση». Στην αρχή δεν υπήρχε καν μέρος για να συναντιούνται οι νέοι της μειονότητας με άλλους της πλειονότητας. Κι ένα καφενείο όπου έπαιζαν τάβλι κι έπιναν καφέ το κάψανε τρεις φορές. Σιγά σιγά τα πράγματα άρχισαν να φτιάχνουν. «Η στιγμή που είπα ότι πάμε πλέον καλά, προχωράμε, ήταν μια μέρα που μπήκα στο κέντρο μας στην Ξάνθη. Τα παιδιά έκαναν μάθημα. Και οι μητέρες περιμένοντας είχαν βγάλει το βελονάκι τους και έπλεκαν. Είπα τότε, αν οι μανάδες αισθάνονται τόσο οικείο αυτόν τον χώρο της ελληνικής πολιτείας, έχουμε κερδίσει». Ένα άλλο σπουδαίο επίτευγμα ήταν οι γυναίκες της μειονότητας που έμαθαν ελληνικά. «Εκείνες το ζήτησαν. Αφού έρχεστε και κάνετε μάθημα στα παιδιά μας, είπαν, δεν κάνετε και σε μας; Στην αρχή δεν τις άφηναν οι άντρες τους, έδωσαν μάχη. Έχω μια φωτογραφία που κάνουν το σήμα της νίκης. Και τώρα μας λένε, πού πάτε, γιατί σταματάτε;». «Σεβαστήκαμε τις διαφορετικές ταυτότητες» Αναρωτιέμαι πώς κέρδισε η ομάδα των «πρωτευουσιάνων» την εμπιστοσύνη αυτών των ανθρώπων. Πώς νίκησαν την καχυποψία τους ύστερα από τόσα χρόνια καταπίεσης; «Ήμασταν μια μεγάλη ομάδα πανεπιστημιακών, εκπαιδευτικών, κοινωνικών λειτουργών, εμψυχωτών, όλοι τους αποφασισμένοι να πετύχουν. Κάναμε μαθήματα ελληνικών στα σχολεία τα απογεύματα και τα Σαββατοκύριακα, δημιουργήσαμε κοινοτικά κέντρα που δούλευαν επτά μέρες την εβδομάδα όλον τον χρόνο, τέσσερις κινητές μονάδες επισκέπτονταν καθημερινά τα απομακρυσμένα χωριά, κάναμε καλοκαιρινές κατασκηνώσεις με παιδιά και νέους, μειονότητας και πλειονότητας μαζί, όπου μάθαιναν τη συμβίωση και τη συνεργασία. Σεβαστήκαμε τις διαφορετικές ταυτότητες στη δημιουργία διδακτικών υλικών και βιβλίων, κάνοντας μεικτή επιμόρφωση εκπαιδευτικών από τη μειονότητα και την πλειονότητα, δίνοντας ευκαιρίες στα κορίτσια και τις γυναίκες, δουλέψαμε στο πεδίο σε συνθήκες δύσκολες, ήρθαμε κοντά στην τοπική κοινωνία, και είχαμε μεγάλο πάθος για τη δουλειά που κάναμε. Παράδειγμα, μια από τις τέσσερις κινητές μας μονάδες έφευγε από την Κομοτηνή Κυριακή το χάραμα κάνοντας δυόμισι ώρες ταξίδι στον Έβρο για να κάνει μάθημα στις γυναίκες. Ακόμη και ο ιμάμης σε κάποια χωριά βοηθούσε μετακινώντας το μάθημα του Κορανίου διότι θα κάναμε μάθημα ελληνικών εμείς. Ήταν φορές που μας ανήγγελλε από τον μιναρέ. Τη μεγαλύτερη λαχτάρα την είχαν τα παιδιά. Απολάμβαναν μια μάθηση-παιχνίδι, δημιουργική, με ηλεκτρονικούς υπολογιστές τόσο σπάνιους για τα περισσότερα παιδιά. Τα αποτελέσματα, ποσοτικά και ποιοτικά, είναι εντυπωσιακά». Η Θάλεια είναι ασυγκράτητη, το πιάτο μπροστά της είναι άθικτο. Θα έλεγε κανείς ότι αυτά που έκανε η ομάδα της ήταν τόσο πετυχημένα, ώστε είχαν οικουμενική αποδοχή. Οι ξένοι που παρακολουθούσαν το πρόγραμμα - αφού γινόταν με κοινοτικά κονδύλια - ήταν πράγματι ενθουσιασμένοι. Αλλά ορισμένοι στην Αθήνα ενοχλούνταν. Κι όταν βρέθηκε στο υπουργείο Παιδείας, το 2010, ξέσπασαν εναντίον της. «Εβγαινε στον δρόμο το ΛΑΟΣ και φώναζε "έξω η Δραγώνα από το υπουργείο Παιδείας". Δεν μπόρεσα να το αντέξω και παραιτήθηκα. Ο Καρατζαφέρης καμάρωνε στη Βουλή λέγοντας ότι το κόμμα του κατάφερε να με διώξει. Το υπουργείο είχε άλλωστε ήδη αρχίσει να αποσύρει την εμπιστοσύνη του σε μένα γιατί είχε πολιτικό κόστος».

«Απαραίτητα τα μέτρα ήπιας πολιτικής»

Πάντα υπήρχαν λοιπόν εμπόδια. Διάφοροι πολιτικοί εκπρόσωποι δεν έβλεπαν με καλό μάτι το έργο στη Θράκη. Ωστόσο, παρά τις διαφορές ανάμεσα σε υπουργούς Παιδείας και κόμματα, όλοι στήριζαν την πολιτική ισονομίας και ισοπολιτείας. Και η δυστοκία που υπήρχε στην ανανέωση του προγράμματος εύκολα ή δύσκολα ξεπερνιόταν. «Δεν είχα συναντήσει ποτέ ως τώρα υπουργό που να μην ενδιαφερθεί να καταλάβει. Και πιστεύω ότι τα μέτρα ήπιας πολιτικής, όπως τα έλεγε ο Γιώργος Παπανδρέου, είναι σήμερα πιο απαραίτητα από ποτέ. Πρέπει να κάνουμε ενέσεις συνεχώς, εξέλιξης, δημοκρατίας, φιλίας, ανοιγμάτων. Πρέπει να προετοιμάζουμε την κοινωνία των πολιτών, να υπάρχει διακίνηση ιδεών, να έρχονται κοντά οι άνθρωποι. Άλλωστε το έργο μπορεί να γίνει παράδειγμα. Αυτά που έγιναν στη Θράκη να γίνουν και στη Λάρισα, για παράδειγμα, με τους μετανάστες που μεταφέρονται από τα νησιά. Η κοινωνία είναι έτοιμη να τους φάει ζωντανούς. Και οι αιρετοί δεν βοηθάνε. Πρέπει λοιπόν να εφαρμόσουμε πολυδάπανα μέτρα, που παίρνουν χρόνο. Και χρήμα φυσικά. Η δημοκρατία στοιχίζει. Αλλά δεν γίνεται αλλιώς». Η Δραγώνα πίστευε ανέκαθεν στη σημασία του «από τα κάτω». Όταν ήταν γραμματέας στο υπουργείο, όργωνε όλη την Ελλάδα, πήγαινε στους καταυλισμούς των Ρομά για να βάλει τα παιδιά τους στο σχολείο. Και τα κατάφερνε. «Στην αρχή οι δήμαρχοι φοβόντουσαν, μια πρόεδρος συλλόγου γονέων στη Βέροια, μέλος του ΛΑΟΣ, ήταν πολύ αρνητική. Στο τέλος με ευχαρίστησε, μου ενεχείρισε μάλιστα δώρο κι ένα ταψί ραβανί. Για ν' αλλάξουν νοοτροπίες και προκαταλήψεις, πρέπει το κράτος να κάνει πρωταγωνιστές τις τοπικές κοινωνίες». Το ίδιο έγινε και με ένα άλλο πρόγραμμα στο οποίο δούλεψε με την Άννα Φραγκουδάκη. Συμμετείχαν τέσσερις χώρες: Ισραήλ και Παλαιστινιακή Αρχή, Ελλάδα και Τουρκία. Το θέμα ήταν το ίδιο, η συμβίωση των ανθρώπινων ομάδων που έχει διαιρέσει η ιστορία των εθνών. «Την ανάγκη συνύπαρξης των πολιτισμικών ετεροτήτων την ξέρουμε σε αυτή τη χώρα. Είμαι Ελληνίδα, εγγονή μετανάστη, ο προπάππος μου μετανάστευσε στην Αμερική, και παιδί πρόσφυγα, ο πατέρας μου ήταν πρόσφυγας από τη Σμύρνη. Έχω μέσα μου αυτά τα τραύματα». Κάθε κύκλος όμως έρχεται κάποια στιγμή που κλείνει. Αυτό δεν σημαίνει ότι το έργο πρέπει να σταματήσει. Αντιθέτως, υπάρχουν εκατό λόγοι για να συνεχίσει. Τι θέλουν οι δύο γυναίκες που το κράτησαν επί 22 χρόνια; Να παραδώσουν τη σκυτάλη σε νέους ανθρώπους. Πρέπει να γίνει ένα restart. Ρωτάω τη Θάλεια τι θα έλεγε αν την καλούσε ο Πρωθυπουργός. «Να δημιουργηθεί ένα πειραματικό σχολείο, δίγλωσσο, που να αποτείνεται εξίσου στη μειονότητα και στην πλειονότητα, και να αποτελέσει πείραμα, παράδειγμα πραγματικής συμβίωσης στην εκπαίδευση. Γιατί τα παιδιά που πάνε στο δημόσιο, η ταυτότητά τους, η γλώσσα τους είναι ανύπαρκτη, κι όταν πηγαίνουν στο μειονοτικό σχολείο είναι γκετοποιημένα. Δεν δουλεύει έτσι η εκπαίδευση. Θα μπορούσαμε να είμαστε παράδειγμα στον κόσμο για τη διγλωσσία και τις διαφορετικές ταυτότητες στο σχολείο. Ένας φάρος, σαν τον Καναδά. Έτσι βγήκαν και στην Αμερική τα μαύρα παιδιά από το περιθώριο και την αμάθεια». Το εστιατόριο του πανεπιστημίου είναι πιο πολύβουο απ' ό,τι περίμενα. Τα πιάτα του πάντως είναι πολύ νόστιμα. Ξαφνικά αρχίζει να ακούγεται δυνατή μουσική, κάποιοι φοιτητές κάνουν πρόβα χορού. Κοιτάζω τη συνομιλήτριά μου, το αποκλείω αυτή η γυναίκα να σταματήσει να δουλεύει. Με επιβεβαιώνει. «Από το τέλος Αυγούστου είμαι συνταξιούχος. Αλλά κάνω συνεχώς σχέδια. Κάνω αιτήσεις σε διάφορα ερευνητικά προγράμματα, διεθνικά και πολυπολιτισμικά. Δεν έχω κουραστεί. Κάνω μάθημα στο πανεπιστήμιο αμισθί. Ο τίτλος είναι Ταυτότητες και Ομάδες, όταν το ψυχικό συναντά το κοινωνικό. Το μάθημα με ενθουσιάζει και είναι μεγάλη ανταμοιβή η ανταπόκριση των φοιτητών. Συνεργάζομαι επίσης με τον Δήμο Αθηναίων για την ένταξη των προσφύγων. Είναι ένα σύνθετο πρόγραμμα, κι αυτό ακριβό φυσικά. Αλλά αυτές οι προσπάθειες πρέπει να πολλαπλασιάζονται σαν τα μανιτάρια».

«Στην πολιτική βρέθηκα από σπόντα»

Ρωτάω τη Θάλεια αν δηλώνει αριστερή ή αν έχει πάψει να πιστεύει στις ετικέτες. «Δεν δηλώνω τίποτα. Δεν θήτευσα ποτέ στην Αριστερά, αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάποιες ιδέες της Αριστεράς με γοητεύουν. Παντρεύτηκα 19 ετών και στα είκοσι ήμουν φοιτήτρια και μαμά, δεν είχα καμιά πολιτική δράση. Ποτέ. Ύστερα έκανα τη διατριβή μου, πήγα στα Γιάννινα, στο πανεπιστήμιο, ως ειδική επιστήμων, μετά επίκουρη, το 1970 ήρθα στην Αθήνα. Στην πολιτική βρέθηκα από σπόντα, με πρότεινε ο Παπανδρέου, είπα να το δοκιμάσω, και μετά κατάλαβα ότι δεν είναι για μένα η πολιτική. Είμαι άνθρωπος της δράσης και με παθιάζει να παρεμβαίνω, αλλά σε πεδία και σε κλίμακα τέτοια που να μπορώ να δω την αλλαγή». Κλείνω το μαγνητόφωνο, αλλά θέλει κάτι ακόμη να πει. «Δύο άνθρωποι με διαμόρφωσαν. Ο ένας ήταν ο Σπύρος Δοξιάδης. Και ο άλλος, η Άννα, που μου άλλαξε εντελώς τον προσανατολισμό. Τα κάναμε όλα μαζί. Πιστεύω πολύ στη δύναμη της ομάδας. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα μόνος σου. Αν δεν μοιραστείς, αν δεν στριμωχτείς... Πρέπει να βάζεις συνεχώς τις ιδέες σου σε κοινή δοκιμασία, μέσα από το βλέμμα των άλλων, μέσα από τον λόγο τους διαμορφώνεται κι ο δικός σου. Ο μοναχικός πανεπιστημιακός είναι ένα μοντέλο που δεν μου ταιριάζει. Γι' αυτό και μπήκα στην πολιτική. Αλλά κατάλαβα ότι δεν ήταν για μένα. Φυσικά με άλλαξε και η ψυχανάλυση, χρόνια πολλά στο ντιβάνι...». Τι διαβάζεις αυτές τις μέρες, Θάλεια; «Ένα βιβλίο της Ετέλ Αντνάν, το Σιττ Μαρί Ροζ. Μιλάει για τον εμφύλιο του Λιβάνου». Και ποια ταινία είδες τελευταία; «Το "1917". Δεν μ' άρεσε. Γυρισμένη άψογα, αλλά τη βρήκα υπερβολική. Λίγο σαν Τζέιμς Μποντ...». Όπως αποδείχθηκε την περασμένη Κυριακή, η Ακαδημία των Όσκαρ συμφωνεί μαζί της.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 15/2/2020. 

Η περιφερειακή διάσταση της κρίσης στη Mεσόγειο

Είναι πασιφανές ότι οι διακρατικές σχέσεις στη νοτιοανατολική Μεσόγειο βρίσκονται σε ένταση και αναβρασμό. Πέραν των νέων διεθνών παραμέτρων, χρήζουν ανάλυσης και τα έντονα εθνικά και διμερή ζητήματα. Η τελευταία δεκαετία προσέθεσε κι άλλα προβλήματα στην περιοχή, οι διακρατικές σχέσεις έχουν χειροτερεύσει λόγω ισχυρών ανταγωνισμών. Χωρίς να ξεχνούμε την βαθιά επιθυμία στην περιοχή για δημοκρατία και ευημερία, δεν πρέπει να υποτιμούμε την ενδημική εσωτερική αστάθεια. Μικρά και μεγάλα κράτη, αδύνατες και ισχυρές χώρες, πρώην αυτοκρατορίες και πρώην αποικίες, κοινό αλλά φορτισμένο παρελθόν, όλα συνυπάρχουν σε αυτή την ιστορική κοιτίδα θρησκειών και πολιτισμών.

Οι διακρατικές σχέσεις δεν έχουν βρει μια πάγια και ειρηνική διευθέτηση. Αιγιαλίτιδα ζώνη, καθορισμός των ΑΟΖ, διέλευση αγωγών ενέργειας, έλεγχος του νερού, έρευνες για φυσικό αέριο, προστασία του περιβάλλοντος. Το κυπριακό και το παλαιστινιακό πρόβλημα είναι πάντοτε πηγές έντασης και απειλών, ενώ η κατάσταση της Συρίας είναι απερίγραπτη. Η κατάσταση όπως έχει σήμερα είναι απρόβλεπτη, συγκρουσιακή κι εγκυμονεί πολλούς κινδύνους. Χρειάζεται σαφώς αλλαγή προσέγγισης, αλλαγή μεθόδου. Πολυσχιδείς συνεργασίες διμερούς ή και πολυμερούς υφής, είναι θέματα που πρέπει να λυθούν με γνώμονα το διεθνές δίκαιο και με στόχο την περιφερειακή συνεργασία για την διασφάλιση της ειρήνης. Η κρίση στην Λιβύη και η εμπλοκή πολλών χωρών, είναι ένα άλλο επείγον ζήτημα που αναδεικνύει την ανάγκη της περιφερειακής προσέγγισης. Η πρόσφατη συνάντηση των τεσσάρων Υπουργών Εξωτερικών στο Κάϊρο ήταν σαφής και στο τελικό ανακοινωθέν αναφέρεται ότι "το μνημόνιο συμφωνίας Τουρκίας-Λιβύης που υπονοεί την οριοθέτηση των θαλάσσιων δικαιοδοσιών στη Μεσόγειο Θάλασσα παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συμμορφώνεται με το δίκαιο της θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομες συνέπειες. Επιπλέον, οι Υπουργοί επανέλαβαν την ανάγκη πλήρους σεβασμού της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων όλων των κρατών στις θαλάσσιες ζώνες τους στη Μεσόγειο."

Η μεσογειακή διάσταση της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι δεδομένη. Κύπρος, Ελλάδα, Μάλτα, Κροατία, Σλοβενία, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, ενώ τα συμφέροντα πολλών κρατών που δεν έχουν άμεση πρόσβαση στη Μεσόγειο δεν είναι αμελητέα. Τόσο η οριοθέτηση των εξωτερικών θαλασσίων συνόρων των κρατών-μελών και συνεπώς και της ΕΕ, όσο και η αποτελεσματική προστασία τους (ασφάλεια, έλεγχος, επιτήρηση, αλλά και ευθύνη παροχής βοήθειας) προϋποθέτουν πρωτοβουλίες στις οποίες θα συμμετέχουν τα σημερινά μεσογειακά κράτη-μέλη καθώς και οι υποψήφιες προς ένταξη στην ΕΕ χώρες. Χώρες όπως η Αλβανία, το Μαυροβούνιο, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη και η Τουρκία, έχουν κάθε συμφέρον να συμμετέχουν σε μια τέτοια πρωτοβουλία, αφού δεσμεύονται από τις συμφωνίες με την ΕΕ για σεβασμό του διεθνούς δικαίου και τις σχέσεις καλής γειτονίας. Η λειτουργία της Τελωνειακής Ενωσης ΕΕ-Τουρκίας στηρίζεται σαφώς σε αυτές τις αρχές και αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο επίλυσης των ζητημάτων. Οι πρόσφατες τουρκικές πρωτοβουλίες και η συμφωνία της Τουρκίας με την κυβέρνηση της Λιβύης για τον καθορισμό των ΑΟΖ, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα πολλών χωρών της περιοχής και καθιστούν αναγκαία μια συνολική, ρύθμιση των σχετικών ζητημάτων.

Για την εκδήλωση ωστόσο μιας περιφερειακής πρωτοβουλίας επίλυσης των διαφορών, απαιτείται η συμμετοχή και η συνεργασία όλων ανεξαιρέτως των κρατών. Η πρωτοβουλία αυτή χρειάζεται κατάλληλη προετοιμασία, αλλά είναι προφανές ότι η αδράνεια και η αυξανόμενη ένταση δεν λειτουργεί υπέρ της σταθερότητας και της ειρήνης. Αυτό είναι μια σημαντική πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Ενωση στο νέο της ξεκίνημα. Είναι εφικτό ένα ευρω-μεσογειακό σύμφωνο ειρήνης με αποδεκτούς κανόνες και αρχές, με βάση το διεθνές δίκαιο για μια ειρηνική διευθέτηση των ζητημάτων. Το κοινό ευρω-μεσογειακό μέλλον περνά μέσα από την πραγμάτωση αυτού του ονείρου και ανοίγει προοπτικές συνεργασίας σε πολλούς τομείς, παρά τις απογοητεύσεις του παρελθόντος. Το κλειδί είναι ισότιμη συμμετοχή όλων στην κοινή προσπάθεια και η ασφαλής βάση είναι ο απόλυτος σεβασμός του διεθνούς δικαίου. Απαιτούνται οπωσδήποτε συνέργειες μεταξύ των υφισταμένων ευρωπαϊκών πολιτικών και οργανισμών, επανακαθορισμός προτεραιοτήτων και συσχέτιση μεταξύ στρατηγικών στόχων και διαθέσιμων οικονομικών μέσων.

Η διεθνής εμπειρία και νομολογία, το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και ειδικά το δίκαιο της θάλασσας, ο ΟΗΕ και η ανάγκη διατήρησης της ειρήνης είναι τα κύρια στοιχεία για την ανάληψη μιας τέτοιας υψηλής πρωτοβουλίας. Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας κίνησης θα είναι λυτρωτικές και οι εντάσεις θα μειωθούν. Το προηγούμενο του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ, OSCE) μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο, παρά την αλλαγή των δεδομένων. Ενας Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Μεσόγειο (ΟΑΣΜ, OSCM) θα είναι χρήσιμο διεθνές πλαίσιο για όλες τις χώρες της περιοχής, αλλά και τις άλλες δυνάμεις ή οργανισμούς που εμπλέκονται λόγω ειδικών συμφερόντων και θεμάτων (π.χ. ελεύθερη ναυσιπλοϊα, κλιματική αλλαγή, μεταναστευτικό, αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, ναρκωτικά, διακίνηση όπλων, κοκ).

Μια αντίστοιχη Διάσκεψη και μια Τελική Πράξη για την Ειρήνη στη Μεσόγειο, όπως έγινε παρά τις μεγάλες δυσκολίες το 1975 στο Ελσίνκι, είναι εφικτή. Αντίστοιχοι μηχανισμοί επίλυσης των διαφορών μπορούν να λειτουργήσουν ή και να βελτιωθούν με βάση την αποκτηθείσα εμπειρία, η οποία αφορά και την Μεσόγειο (πχ Διάσκεψη του ΟΑΣΕ για τη Μεσόγειο του 2018 με ενδιαφέρουσα θεματολογία, βλ. ετήσια έκθεση για το 2018 https://www.osce.org/annual-report/2018). Από το Μαρόκο μέχρι τη Συρία κι από το Ισραήλ μέχρι την Πορτογαλία, όλοι έχουν συμφέροντα, όλοι μπορούν να ελπίζουν. Χρειάζεται θέληση, εργασία, εμπιστοσύνη, ειλικρίνεια, επιμονή. Η Μεσόγειος. λίκνο των μεγάλων πολιτισμών, μπορεί και πρέπει να γίνει μια θάλασσα που ενώνει, πρωτίστως με συνεργασία για πρόληψη των συγκρούσεων και παράλληλα με στέρεες βάσεις για μια βιώσιμη ευημερία.

Ιδού η πρόκληση για την ΕΕ και για όλα τα κράτη της περιοχής, ιδιαίτερα σήμερα, μετά την εμπειρία της Διάσκεψης του Βερολίνου για τη Λιβύη. Σε ένα τέτοιο διεθνές φόρουμ όλα συσχετίζονται και συζητούνται, όλα δοκιμάζονται και όλα κρίνονται. Διπλωματικές σχέσεις, επίσημες και άτυπες συνεργασίες, χρήση βέλτιστων πρακτικών για αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων, όλα είναι θετικά. Μετρά πρωτίστως η δύναμη των επιχειρημάτων, οι συνεργασίες, οι λογικές προτάσεις. Ολοι έχουν να κερδίσουν, εφόσον στόχος είναι η εδραίωση της ειρήνης. Κι αφού έγινε κάτι σημαντικό τότε, μεσούντος του ψυχρού πολέμου, γιατί να μην γίνει κάτι ανάλογο τώρα; Εξάλλου οι μεσογειακές χώρες θα έχουν έτσι έναν σταθερό μηχανισμό επίλυσης των διαφορών με τη δική τους εθνική συμμετοχή, χωρίς έξωθεν επεμβάσεις και χωρίς μεθοδεύσεις παλιών εποχών.

Η διασφάλιση της ειρήνης απαιτεί προσπάθειες, επιμονή, όραμα. Οπως έγραψε σε πρόσφατο άρθρο του στο PROJECT SYNDICATE (βλ. ΤΑ ΝΕΑ 4-5 Ιαν. 2020) ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κορέας Moon Jae-in "η ειρήνη δεν είναι κατάσταση ηρεμίας. Η ειρήνη μπορεί να έλθει μέσα από τον διάλογο και πολλές συναντήσεις, με την ανάληψη τολμηρής δράσης που κάνει το αδύνατο δυνατό και με τη διαρκή αναζήτηση των λόγων που την καθιστούν προτιμότερη".

Ο καθηγητής κ. Γιάννης Βούλγαρης ειδικότερα γράφει στα ΝΕΑ (25-26 Ιαν. 2020) στο άρθρο του "Σε ποιά Δύση θα ανήκουμε;": "Και για μια άλλη φορά το κεντρικό διακύβευμα είναι η γεωπολιτική ισχυροποίηση της Ευρώπης, ζήτημα υπαρξιακό πλέον. Σε αυτό η Ελλάδα πρέπει να συνεισφέρει όχι σαν επαίτης προστασίας, αλλά σαν συνδιαμορφωτής μιας νέας πολιτικής παρουσίας της Ευρώπης στην Μεσόγειο".

Η Ευρώπη μπορεί να αναλάβει τώρα μια τέτοια πρωτοβουλία. Θέληση και στόχευση χρειάζονται.

*Δημοσιεύτηκε στο metarithmisi.gr στις 27/1/2020. 

Το μνημόνιο Τουρκίας - Λιβύης και τα ελληνικά νησιά

Η νέα ενέργεια της Τουρκίας να υπογράψει μνημόνιο με τη Λιβύη έρχεται να προστεθεί στις συνεχείς και επαναλαμβανόμενες προκλήσεις της του τελευταίου καιρού, που ως αποτέλεσμα έχουν φέρει την Ελλάδα στη δύσκολη θέση να προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει για τα αυτονόητα. Σε αυτή την πρόσφατη κίνηση έρχεται να προστεθεί και ο χάρτης που παρουσίασε ο πρέσβης κ. Τσαγατάι Ερτζίγες, φυσικά με την πλήρη συναίνεση της πολιτικής ηγεσίας, και ο οποίος επεκτείνει τα όρια της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στο ήμισυ της Ανατολικής Μεσογείου, που σημαίνει ότι ούτε η Ελλάδα ούτε η Κύπρος δικαιούνται αντίστοιχο μερίδιο αυτής της θαλάσσιας ζώνης. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι η μεν Ελλάδα έχει νησιά στην περιοχή, η δε Κύπρος, ως νησιωτικό κράτος, έχει αυξημένη επιρροή στο θέμα της υφαλοκρηπίδας.

Oλα αυτά παραβιάζουν κατάφωρα το Διεθνές Δίκαιο. Σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, στο άρθρο 121, όλα τα νησιά, με εξαίρεση ορισμένης κατηγορίας βράχων, δικαιούνται αιγιαλίτιδας ζώνης, συνορεύουσας ζώνης, αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ), και υφαλοκρηπίδας. Ως γνωστόν, η Σύμβαση δεσμεύει τους πάντες, μέρη και μη μέρη. Και τα μεν μέρη τα δεσμεύει λόγω της συναίνεσής τους να την επικυρώσουν και προσχωρήσουν σε αυτήν, τα δε τρίτα κράτη, όσα δεν την έχουν επικυρώσει, διά μέσου του αντίστοιχου εθιμικού δικαίου, που είτε προϋπήρχε, είτε η ευρεία συμμετοχή κρατών σε αυτήν κινητοποίησε τη μεταβολή τους από συμβατική δέσμευση σε εθιμική δέσμευση.

Το ζήτημα δεν είναι συνεπώς κατά πόσον η Τουρκία δεσμεύεται από το άρθρο 121 (παρά το γεγονός ότι αρνείται κατηγορηματικά να επικυρώσει τη Σύμβαση), αλλά κατά πόσον τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ. Και στο σημείο αυτό η διεθνής νομολογία έχει εξειδικεύσει το άρθρο 121, με το να κάνει μερικές προσαρμογές στον γενικό κανόνα του. Πράγματι, με γνώμονα ορισμένα κριτήρια (μέγεθος του νησιού, τοποθεσία στην οποία βρίσκεται στον χώρο της οριοθέτησης), η νομολογία αποδίδει στα νησιά μια απόλυτη ή σχετική επήρεια, η οποία και προσδιορίζει το ποσοστό που το νησί δικαιούται ή δεν δικαιούται υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον η υφαλοκρηπίδα ενός νησιού μπορεί να ταυτιστεί με αυτήν του ηπειρωτικού εδάφους. Δηλαδή να απολαμβάνει πλήρους επήρειας, όπως συμβαίνει με τις ηπειρωτικές ακτές.

Το Διεθνές Δικαστήριο προσφέρει μια ποικιλία από λύσεις, που εξαρτώνται από τα κριτήρια που προαναφέραμε. Στην υπόθεση, λ.χ., Τυνησίας κατά Λιβύης, αφομοίωσε τα τηνυσιακά νησιά Κερκενά με το ηπειρωτικό έδαφος, χωρίς να τους δώσει ξεχωριστή επήρεια, επειδή αυτά βρίσκονταν πολύ κοντά στο έδαφος της Τυνησίας. Στην περίπτωση της Λιβύης κατά Μάλτας το Δικαστήριο έσυρε μια οριοθετική γραμμή βορειότερα της μέσης γραμμής, δίνοντας μεγαλύτερο τμήμα υφαλοκρηπίδας στη Λιβύη, επειδή έκρινε ότι οι λιβυκές ακτές ήταν πολύ πιο εκτεταμένες από αυτές της Μάλτας, και κατά συνέπεια, η Λιβύη έπρεπε να απολαύσει μεγαλύτερο τμήμα υφαλοκρηπίδας.

Για την περίπτωση των ελληνικών νησιών που έχουν τις ανατολικές ακτές μέτωπο στην Ανατολική Μεσόγειο, τι θα έλεγε το Δικαστήριο; Νομίζω ότι οι ακτές της Ρόδου, της Καρπάθου, της Κάσου και της Κρήτης δικαιολογούν, λόγω της έκτασής τους, μια προβολή στην Ανατολική Μεσόγειο που να αποδίδει στην Ελλάδα υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Δεν πρόκειται εδώ για πολύ μικρά νησιά, με περιορισμένες ακτές, κοντά στο ηπειρωτικό έδαφος της μιας ή της άλλης χώρας, που θα δικαιολογούσαν αγνόησή τους, κατά την οριοθέτηση, και συνεπώς απολαμβάνουν όλων των δικαιωμάτων που αποδίδονται από το άρθρο 121 της Σύμβασης. Επιφυλάσσομαι στο να διατυπώσω την άποψη μιας πλήρους επήρειας, γιατί αυτό είναι και συνάρτηση των αντίστοιχων παρακείμενων ακτών της γείτονος. Αλλά αυτό έχει μικρή σημασία, αν λάβουμε υπόψη ότι η Τουρκία με το πρόσφατο μνημόνιο και τον δημοσιοποιημένο χάρτη δεν αφήνει κανένα περιθώριο στην Ελλάδα για διεκδίκηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ περιορίζοντάς την στη στενή ζώνη της αιγιαλίτιδας των 6 ν. μιλίων.

Απέναντι σε αυτήν την ακραία συμπεριφορά τι όπλα έχει η Ελλάδα για να την αντιμετωπίσει; Οπως έχει τονιστεί επανειλημμένως, το μόνο οριστικό και αδιαμφισβήτητο όπλο είναι η προσφυγή στη διεθνή Δικαιοσύνη. Χρήσιμο είναι, προτού προσφύγουμε σε αυτήν, να επιχειρήσουμε επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών, ούτως ώστε να πετύχουμε, όσο αυτό είναι δυνατόν, ορισμένα θετικά αποτελέσματα από αυτές, και να διασκεδάσουμε τους φόβους της Τουρκίας ως προς την αναγκαιότητα προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο. Ακολούθως, θα πρέπει να ξεκινήσουμε διμερείς διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συνυποσχετικού, και κατάθεση, από κοινού, της προσφυγής.

Πάντως, αυτό το οποίο δεν μπορεί να συνεχιστεί είναι η τρέχουσα κατάσταση του ψυχρού πολέμου, γιατί εγκυμονεί κινδύνους απρόβλεπτης ανάφλεξης, ενός θερμού επεισοδίου τις φλόγες του οποίου δεν πρόκειται να κατασβέσουν, όπως έκαναν στο παρελθόν, οι φίλιες δυνάμεις.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 9/12/2019. 

Το μοτίβο της αναξιοκρατίας στα νοσοκομεία

Καταλαβαίνουμε καλύτερα κάτι όταν δούμε τη μεγάλη εικόνα στην οποία εντάσσεται. Στην κοινωνική ζωή, τουλάχιστον, μια συμπεριφορά αποκτά νόημα αν ιδωθεί ως κίνηση σε ένα ευρύτερο «παιχνίδι». Ο καβγάς σε ένα ζευγάρι λ.χ. γίνεται περισσότερο κατανοητός αν τεθεί στο διαχρονικό πλαίσιο επικοινωνίας του ζευγαριού (π.χ. συστηματικοί καβγάδες), όπως ένα περιστατικό πανεπιστημιακής κατάληψης κατανοείται καλύτερα αν το αντιληφθούμε στο αντίστοιχο πλαίσιό του (π.χ. συστηματικές καταλήψεις). Η θέαση της μεγάλης εικόνας αποφέρει γνώση που δεν είναι προσιτή στο επίπεδο της μεμονωμένης συμπεριφοράς.

Αν, λοιπόν, δούμε τους πρόσφατους διορισμούς νέων διοικήσεων στα νοσοκομεία από τον υπουργό Υγείας κ. Κικίλια, τι παρατηρούμε; Σε πρώτο επίπεδο, μια προσχηματική διαδικασία αξιολόγησης, η οποία απέφερε αναξιοκρατικούς διορισμούς. Ο υπουργός Γεωργίας κ. Βορίδης ήταν ωμός: «Και ποιους να βάζαμε; Τους ξένους;». Σε ένα δεύτερο επίπεδο, διαπιστώνουμε τη διαιώνιση ενός διαχρονικού μοτίβου – του κομματισμού. Είναι θλιβερά διαφωτιστικό να συγκρίνει κανείς την κριτική που ασκήθηκε σε παρόμοιες επιλογές στο παρελθόν με αυτή που ασκείται σήμερα. Η φρασεολογία είναι πανομοιότυπη.

Οπως και σήμερα, ειδήμονες επέκριναν την κυβέρνηση Παπανδρέου, το 2010, για τον διορισμό «κτηνίατρων, ηθοποιών, γεωλόγων, εκπαιδευτικών κ.λπ.», μέσω της διαδικασίας (δήθεν) open gov, στη διοίκηση νοσοκομείων. Οπως και σήμερα, μετά την ανάληψη της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αρθρογράφοι είχαν προτρέψει, το 2012, τη νέα τότε κυβέρνηση Σαμαρά να αποφύγει τους «κομματικούς στρατούς» στη διοίκηση νοσοκομείων. Αγνοήθηκαν. Η απεξάρτηση από το όπιο του κομματισμού είναι δύσκολη.

«Ακρασία»

Το διαχρονικό μοτίβο δεν αποπνέει μόνο παλαιοκομματική δυσοσμία. Ο προσεκτικός παρατηρητής βλέπει και κάτι άλλο: τη χρόνια αμφιθυμία του πολιτικού συστήματος έναντι της επαγγελματικής διοίκησης νοσοκομείων. Δεν είναι ότι οι περισσότεροι πολιτικοί μας πιστεύουν ότι η διοίκηση νοσοκομείων είναι αμιγώς πολιτική υπόθεση. Οχι, ως «μοντέρνοι» που λένε ότι είναι, διακηρύσσουν συνήθως την ανάγκη της επαγγελματικής διοίκησης, αλλά δρουν με γνώμονα τις κομματοκρατικές αξίες που έχουν εμπεδώσει. Υποφέρουν από «ακρασία»: γνωρίζουν το σωστό αλλά αδυνατούν να το υλοποιήσουν.

Δείτε τη μεγάλη εικόνα από το 1983, έτος ιδρύσεως του ΕΣΥ, όπως την περιγράφει εμπεριστατωμένα η μελέτη της κ. Γεωργίας Οικονομοπούλου «Η διακυβέρνηση των ελληνικών νοσοκομείων» (Ελληνική Εταιρία Management Υπηρεσιών Υγείας - ΕΕΜΥΥ, Αθήνα, 2016).

Αν και στον αστερισμό του «εκδημοκρατισμού» της εποχής, ο νομοθέτης το 1983 αντιλαμβανόταν ότι η διοίκηση νοσοκομείων απαιτούσε τεχνοκρατική επάρκεια. Εδωσε, λοιπόν, τη δυνατότητα σύστασης θέσης συντονιστή, ο οποίος θα ήταν διοικητικός προϊστάμενος όλων των υπηρεσιών του νοσοκομείου. Το συναφές Προεδρικό Διάταγμα, φευ, δεν συμπεριέλαβε τη θέση αυτή. Αν και συστάθηκαν 57 θέσεις συντονιστή, προκηρύχθηκαν οι 8, αλλά οι θέσεις έμειναν κενές. Το 1992, η θέση του συντονιστή μεταλλάχθηκε σε θέση γενικού διευθυντή. Ορίσθηκαν οι αρμοδιότητες και προκηρύχθηκαν 29 θέσεις. Ο διορισμός τους δεν έγινε ποτέ. Το 1997, διευρύνονται οι αρμοδιότητες των γενικών διευθυντών, προβλέπεται εμπλοκή του ΑΣΕΠ στη διαδικασία επιλογής, προκηρύσσονται 30 θέσεις, γίνεται η επιλογή, ουδείς διορίζεται. Το 1999, τον γενικό διευθυντή διαδέχεται ο πρόεδρος, τον οποίο θα επέλεγε ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο. Προκηρύχθηκαν 13 θέσεις. Ουδεμία πληρώθηκε.

Το 2001 έγινε η πρώτη σοβαρή προσπάθεια διοικητικού εκσυγχρονισμού των νοσοκομείων επί υπουργίας Α. Παπαδόπουλου. Διορίστηκαν διοικητές, έπειτα από επιλογή ειδικής επιτροπής αξιολόγησης. «Αν και το κομματικό κριτήριο δεν εξέλιπε, πάντως ούτε κυριάρχησε πλήρως», σημειώνει η κ. Οικονομοπούλου. Για πρώτη φορά εμφανίστηκαν τα «συμβόλαια αποδοτικότητας», «επιχειρησιακά σχέδια», και το συναφές διοικητικό λεξιλόγιο. Από μόνη της, όμως, η αλλαγή ήταν ανεπαρκής – έλειπαν τα κατάλληλα διοικητικά εργαλεία (λογιστικά συστήματα, κίνητρα, κ.λπ.). Ακόμα και η λειψή αυτή μεταρρύθμιση υπονομεύθηκε. Δεδομένου ότι επετράπη η απόσπαση των διοικητών οπουδήποτε στην επικράτεια, αν και τα στελέχη αυτά είχαν θέσει υποψηφιότητα σε συγκεκριμένη υγειονομική περιφέρεια, αρκετοί ωθήθηκαν σε παραίτηση.

Το 2004, η κυβέρνηση Καραμανλή τερμάτισε τη θητεία των υπηρετούντων διοικητών και νομοθέτησε τον απ' ευθείας διορισμό νέων με υπουργική απόφαση. Επί υπουργίας Ν. Κακλαμάνη, η θητεία τους έγινε διετής και μπορούσε να λήξει οποτεδήποτε (χωρίς αποζημίωση) με σατραπική απόφαση του υπουργού, τα συμβόλαια αποδοτικότητας αγνοήθηκαν και, γενικότερα, «υπήρξε πλήρης επαναφορά της απροσχημάτιστης κομματικής διακυβέρνησης των νοσοκομείων», όπως παρατηρεί η κ. Οικονομοπούλου.

Το 2012, επί κυβερνήσεως Σαμαρά, επανήλθε σε ισχύ η διαδικασία επιλογής διοικητών από ειδική επιτροπή. Ο υπουργός Υγείας κ. Λυκουρέντζος, αντί να υλοποιήσει εμπρόθεσμα τις ισχύουσες διατάξεις, συνέχισε την πρακτική διορισμών κατά την κρίση του. Κατέθεσε, μάλιστα, τροπολογία προκειμένου να μπορεί να διορίζει ο ίδιος διοικητές ακόμα και άτομα χωρίς πανεπιστημιακό τίτλο! Ο διορισμός διοικητών, αργότερα, κατόπιν δήθεν αξιοκρατικής διαδικασίας, επικρίθηκε ευρύτατα. Ο πρόεδρος της ΕΕΜΥΥ κ. Στάθης στηλίτευσε τότε τον εμπαιγμό ειδικών που διαθέτουν προσόντα, ενώ «παραδίδονται οι νοσοκομειακοί προϋπολογισμοί σε κομματικούς παράγοντες με πτυχία θεολογίας, δασοπονίας και σωματικής αγωγής [...]».

Ιδεολογικά κριτήρια

Το 2015, επί ΣΥΡΙΖΑ, επαναλήφθηκε το ίδιο σενάριο: οι πλείστοι υπηρετούντες διοικητές απολύθηκαν, η διαδικασία επιλογής καινούργιων επικρίθηκε ως προσχηματική, ενώ ο τότε υπουργός Υγείας κ. Ξανθός ιδεολογικοποίησε τις επιλογές, δηλώνοντας ότι «είναι δικαίωμα και υποχρέωση της κυβέρνησης να επιλέξει ανθρώπους που μπορούν να στηρίξουν το πολιτικό της σχέδιο στην υγεία».

Εδώ είμαστε σήμερα, στο ίδιο έργο θεατές. Η χώρα χρεοκόπησε, προσπαθεί να ορθοποδήσει, αλλά η βαθιά δομή λειτουργίας του ελληνικού κράτους παραμένει ανέπαφη. Η κυβερνητική αμφιθυμία έναντι της επαγγελματικής διοίκησης των νοσοκομείων διατηρείται. Η μετατροπή των νοσοκομείων σε μη κερδοσκοπικά ΝΠΙΔ, όπως έχει προταθεί από όλους τους ειδικούς, εγχώριους και ξένους, δεν προωθείται. Σύγχρονα επιχειρησιακά εργαλεία (π.χ. λογιστικά, πληροφοριακά) δεν χρησιμοποιούνται, ισολογισμοί δημοσιεύονται κατά το δοκούν, η σπατάλη συνεχίζεται (τα νοσοκομεία απορροφούν το 42% των δαπανών υγείας, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι 30%), ασθενείς και επαγγελματίες υγείας είναι δυσαρεστημένοι. Υπουργός Υγείας είναι, όπως τόσες φορές στο παρελθόν, μια πολιτικάντικη φιγούρα. Διπροσωπία, στασιμότητα, απελπισία.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 19/1/2020. 

Η κλίμακα ανασυγκρότησης της δημοκρατικής παράταξης

Η δημιουργία κοινής κυβέρνησης Σοσιαλιστών-Ποδέμος στην Ισπανία επιβεβαιώνει μια διαφοροποίηση τριών χωρών της Νότιας Ευρώπης που τείνει να γίνει ιστορική. Ενώ δηλαδή η κρίση και οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις που επέφερε η παγκοσμιοποίηση τείνουν να προκαλέσουν μια στροφή προς τα δεξιά, στην Ελλάδα (2015-2019), την Πορτογαλία και την Ισπανία (έως σήμερα) η κρίση προκάλεσε μια στροφή προς την Αριστερά.

Αυτή η αξιοσημείωτη στροφή δεν σημαίνει ότι και η Δεξιά δεν εισπράττει δυσαρέσκεια. Αλλά σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, και κυρίως με τη Γαλλία που πάντοτε ήταν ο πολιτικός οδηγός της Νότιας Ευρώπης, δείχνει μια διαφοροποίηση, που θα μπορούσε κανείς να την αποδώσει και στο γεγονός ότι στις τρεις αυτές χώρες η απέχθεια στις δικτατορίες κρατάει ακόμη γερά, καθώς και τα αντισώματα των δημοκρατικών μεταπολιτεύσεων της δεκαετίας του 1970. Αυτή η δημοκρατική παράδοση (με ονόματα όπως «ηγεμονία της Αριστεράς» ή «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης») βρέθηκε στο στόχαστρο της ευρύτερης Δεξιάς και του ακραίου Κέντρου εδώ και δύο δεκαετίες. Αυτή όμως η παράδοση είναι και το μεγάλο πολιτισμικό κεφάλαιο της Αριστεράς, το οποίο οφείλει να διαφυλάξει.

Η δημοκρατική παράδοση αφενός δεν είναι παγιωμένος κώδικας, αφετέρου δεν μένει αναλλοίωτη στον χρόνο. Δεν είναι απρόσβλητη από τη μετατροπή της σε κυβερνητική ιδεολογία, αλλά ούτε παραμένει αδιαφοροποίητη. Προφανώς υπάρχουν τάσεις και φάσεις περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικές ή επιλεκτικά ριζοσπαστικές. Εχει όμως ορισμένα στοιχεία τα οποία την κάνουν διακριτή. Στοιχεία τα οποία προκύπτουν από τη σύγκρισή της με το αντίπαλον δέος.

Η δημοκρατία είναι σπάνιο λουλούδι. Οι χιλιετίες της ανθρώπινης Ιστορίας χαρακτηρίζονται από ιεραρχικές δομές που αποτυπώνονται στους νευρώνες των ανθρώπων, όθεν και στις νοοτροπίες, αφενός με την επιβολή και την τρομοκράτηση, αφετέρου με την υποταγή και τον φόβο. Είναι σπάνιες οι στιγμές που οι από κάτω αντιμιλούν στους από πάνω και τους αναγκάζουν σε αλληλο-αναγνώριση και συν-κυριαρχία. Μοιάζουν με αστραπές σε έναν απέραντο μουντό ορίζοντα. Και στον 20ό αιώνα είχαμε παρόμοιες εκλάμψεις. Αυτές τις δημοκρατικές εκλάμψεις προσπαθούμε και πρέπει να κρατήσουμε στον 21ο αιώνα.

Βαδίζουμε στην τρίτη δεκαετία αυτού του αιώνα που στέκει άγνωστος μπροστά μας. Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι, ως αιώνας της παγκοσμιοποίησης, η κυριαρχία θα ασκείται από δυνάμεις εν πολλοίς ανεξέλεγκτες από τη λαϊκή κυριαρχία και τον έλεγχο των δημοκρατικών διαδικασιών. Οι μηχανισμοί αυτοί δεν είναι απλώς οικονομικοί, έχουν ενίοτε προϋπολογισμούς μεγαλύτερους από κρατικούς, διαθέτουν μέσα καλλιέργειας συναίνεσης και ακόμη μια επεξεργασμένη εννοιολογική εργαλειοθήκη διακυβέρνησης που κάνει την εναλλακτική και αντιρρητική σκέψη σχεδόν αδύνατη.

Αυτός είναι ο ορίζοντας μπροστά μας. Για τον λόγο αυτόν η ανασυγκρότηση της δημοκρατικής παράταξης στην Ελλάδα έχει τόσο μεγάλη σημασία. Αυτό είναι το εύρος και το βάρος του εγχειρήματος. Εθνικό και ευρωπαϊκό. Η συναίσθηση αυτή χρειάζεται να εμπεδωθεί σε όλους και η συναίσθηση αυτή μπορεί, και πρέπει, να δημιουργήσει την ανάλογη σοβαρότητα. Η συζήτηση που επικεντρώνεται σε πρόσωπα και συμμετοχές είναι αβυσσαλέα ασύμμετρη με την κλίμακα των αλλαγών με την οποία χρειάζεται να αναμετρηθούμε. Δυστυχώς όμως στη μικροκλίμακα λειτουργεί αποτρεπτικά. Εκείνο που με έμφαση πρέπει να τονιστεί είναι ότι η ανασυγκρότηση της δημοκρατικής παράταξης δεν μπορεί να γίνει με άξονα τα πρόσωπα, αλλά τις μεγάλες γραμμές της πολιτικής. Χρειάζεται μεγάλες πολιτικές χειρονομίες που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες εκατομμυρίων, όχι μικρών ομάδων.

Οι πολιτικές δυνάμεις έχουν ζωή και προοπτική, στον βαθμό που ανανεώνονται. Και μπορούν να ανανεώνονται όταν λαμβάνουν υπόψη τους τα προβλήματα κάθε καινούργιας εποχής. Οχι όταν επαναλαμβάνουν με ευλάβεια μαγικές φράσεις άνευ νοήματος και περιεχομένου. Ο ριζοσπαστισμός είναι σημαντικό στοιχείο όταν πιάνει αυτές τις νέες ανάγκες πριν καλά καλά τις αντιληφθούν οι πολλοί, όταν προτείνει λύσεις και προοπτικές σπάζοντας καταναγκαστικές νοοτροπίες, αλλάζοντας τις συμβάσεις μέσω των οποίων καταλαβαίνουμε τα πράγματα. Αλλά ο ριζοσπαστισμός δεν είναι επάγγελμα. Οταν παγιώνεται σε ιδεολογία, αυτοαναιρείται. Διαρκής ριζοσπαστισμός είναι σχήμα οξύμωρο.

Τα όρια του ριζοσπαστισμού είναι μεταβαλλόμενα. Αυτό που σε μια εποχή ήταν ριζοσπαστικό, σε μια μεταγενέστερη γίνεται κοινοτοπία. Κάποτε ο λόγος των φεμινιστριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων φαινόταν ξένος στους συνδικαλιστές και στο εργατικό κίνημα που επέμεναν στην ομοιογένεια του λαϊκού υποκειμένου. Ωστόσο πάνω σε αυτόν σχηματίστηκαν μερικά από τα πλέον ριζοσπαστικά μέτωπα τις τελευταίες δεκαετίες. Ο λόγος της κοινωνικής δικαιοσύνης φαινόταν ξένος και παλιομοδίτικος σε όσους επέμεναν στην καλλιέργεια της διαφορετικότητας.

Σήμερα όμως το αίτημα του περιορισμού των ανισοτήτων είναι κλειδί για τον αγώνα εναντίον των διακρίσεων. Επίσης ανοίγονται καινούργια μέτωπα και μια δημοκρατική πολιτική παράταξη πρέπει να είναι σε θέση να τα δεξιωθεί, να τους δώσει χώρο ανάπτυξης, να τα ενσωματώσει στο πρόγραμμά της. Επομένως το δίλημμα ριζοσπαστική Αριστερά ή Κεντροαριστερά είναι ψευδοπρόβλημα. Ενα κόμμα μπορεί να είναι ριζοσπαστικό και ταυτόχρονα μαζικό. Αρκεί να συλλαμβάνει τα μηνύματα των καιρών και να μπορεί να τα μετατρέπει σε ανάγκες των μαζών.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 7/1/2020.