Κυριακή, 04 Δεκέμβριος 2022

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Θεόδωρος Πελαγίδης: Η ελληνική οικονομία μπορεί να έχει αύξηση του ΑΕΠ πάνω από 4% το 2022

Ανάπτυξη άνω του 4% μπορεί να επιτύχει φέτος η ελληνική οικονομία υπό προϋποθέσεις, ανέφερε ο υποδιοικητής της τράπεζας της Ελλάδος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιά Θεόδωρος Πελαγίδης, σε συνέντευξή του στο πρώτο πρόγραμμα της ΕΡΤ.

Μιλώντας στην εκπομπή «Ασκώ τα δικαιώματά μου» και στον Περικλή Βασιλόπουλο ο κ. Πελαγίδης προσδιόρισε ως απαραίτητες προϋποθέσεις την ακύρωση της εκλογολογίας αλλά και της αβάσιμης κινδυνολογίας για ενδεχόμενο ενεργειακού μπλακ άουτ. Η κινδυνολογία αυτή είναι αβάσιμη, είπε χαρακτηριστικά, αλλά είναι δολιοφθορά στην ανάπτυξη, γιατί μπορεί να φρενάρει τη δαπάνη και ιδίως την καταναλωτική δαπάνη η οποία προς το παρόν, παρά τις αντιξοότητες, συνεχίζει να υποστηρίζει την ελληνική οικονομία.

Είπε, μάλιστα ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ μπορεί να αποτελέσει έκπληξη και να είναι μεγαλύτερος εάν ο τουρισμός υπερ-αποδώσει φέτος φτάνοντας στα 20 δισεκατομμύρια ευρώ ετήσιας έσοδα.

Σε ερώτηση για τη σημαντική διαφορά ανάμεσα στο 12% του ελληνικού πληθωρισμού και στο 8% της ευρωζώνης ο υποδιοικητής της τράπεζας της Ελλάδος τόνισε ότι αυτό οφείλεται κυρίως στην αυξημένη εγχώρια δαπάνη, δηλαδή στη ζήτηση που εξακολουθούν να συντηρούν νοικοκυριά, επιχειρήσεις και αλλοδαποί, παρά την κάποια κόπωση που δείχνουν τα στοιχεία.

Τόνισε επίσης ότι οι καταθέσεις που έχουν αυξηθεί πάνω από 40 δις από το 2019, συνεχίζουν ταυτοχρόνως να έχουν θετικό αυξητικό πρόσημο και το 2022 με αποτέλεσμα να βρίσκονται περίπου στα 180 δις.

Τέλος απέκλεισε το να βρεθεί η ελληνική οικονομία σε συνθήκες στασιμοπληθωρισμού καθώς υποστηρίζεται για τα επόμενα χρόνια με ευρωπαϊκά κεφάλαια ενώ τα τουριστικά έσοδα είναι και θα είναι εφεξής ισχυρά και ανερχόμενα.

Για το δημόσιο χρέος τόνισε ότι μπορεί να πέσει και κάτω από 180 τοις 100 του ΑΕΠ φέτος και ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στη χρηματοδότηση του Δημοσίου, χάρη σε όλα όσα έχουν γίνει τα τελευταία 10 χρόνια, εκφράζοντας τη συμφωνία του με όσα είπε σχετικά ο Κλάους Ρέγκλινγκ.

Ωσόσο, επισήμανε ότι η χρηματοδότηση όμως του ιδιωτικού τομέα θα υποστεί επιπτωσεις λόγω των αναμενόμενων αυξήσεων επιτοκίου της ΕΚΤ και στο σημείο αυτό χρειάζεται προσοχή.

Για το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ανέφερε ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να μη ξεφύγει πάνω από το 6-7% του ΑΕΠ όμως ταυτόχρονα ανέφερε για την κάλυψη του ότι μόνο για το πρώτο τετράμηνο του 2022 οι ξένες άμεσες επενδύσεις ξεπέρασαν τα 3 δις ενώ οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου μη κατοίκων ξεπέρασαν για την ίδια περίοδο τα 2.6 δις.

Ουκρανία: Πιθανές εξελίξεις

Ελπίζω ο πόλεμος να τελειώσει γρήγορα μέσω διαπραγματεύσεων. Αν δεν γίνει αυτό η Ουκρανία θα καταστραφεί, οι θάνατοι θα πολλαπλασιαστούν και οι οικογένειες θα διαλυθούν. Ανεξάρτητα όμως από το τι θα γίνει στη μαρτυρική αυτή χώρα, δύο είναι οι εξελίξεις που μπορούν να αλλάξουν την οργάνωση του σημερινού κόσμου.
1. Η πρώτη εξέλιξη είναι η αντίδραση των περισσοτέρων χωρών του κόσμου στη βάρβαρη, απάνθρωπη ρωσική εισβολή. Όσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όλα τα μέλη της χωρίς ενδοιασμούς και αντιρρήσεις ψήφισαν πόρους για την ενδυνάμωση της άμυνας και για την αυτονομία της ένωσης από τις ΗΠΑ και την Κίνα. Με άλλα λόγια ακολούθησαν την πολιτική που εδώ και χρόνια προτείνει ο Μακρόν, ο πιο φιλοευρωπαίος ηγέτης της Ένωσης. Όσο για τον σοσιαλδημοκράτη γερμανό καγκελάριο, απομακρύνθηκε από την πολιτική της Μέρκελ. Ο Σολτς θα ενισχύσει την στρατιωτική δύναμη της χώρας του. Θα προσφέρει στο ΝΑΤΟ πόρους που αναλογούν σε μια οικονομικά ισχυρή χώρα όπως η Γερμανία. Όλα τα παραπάνω οδηγούν στο πέρασμα από μια Ευρώπη που η εξωτερική πολιτική της ήταν σε παραλυσία σε μια Ευρώπη πιο ισχυρή και πιο αυτόνομη. Μια Ευρώπη που μπορεί να μειώσει την πόλωση μεταξύ της ατλαντικής και της κινεζορωσικής συμμαχίας.
2. Ως γνωστό με την ταχεία παγκοσμιοποίηση ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, με ελάχιστες εξαιρέσεις, εξαπλώθηκε σε όλο τον πλανήτη. Σήμερα αποτελείται από τρία καπιταλιστικά υποσυστήματα: το νεοφιλελεύθερο που κύριος αντιπρόσωπός του είναι οι ΗΠΑ, το αυταρχικό της Κίνας και το σοσιαλδημοκρατικό της Ε.Ε. Το τελευταίο στη «χρυσή εποχή» του (1945 – 1975) οδήγησε σε ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, μοναδικό επίτευγμα στη μακρά ιστορία του καπιταλιστικού συστήματος. Στη συνέχεια, κυρίως με το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών προς το τέλος της δεκαετίας του 70, για να επιβιώσει η σοσιαλδημοκρατία αναγκάστηκε να προσεγγίσει νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Αφού τα κεϋνσιανά μέτρα οδηγούσαν στον πληθωρισμό και στην ακινησία. Το αδιέξοδο ξεπεράστηκε με τη μετάβαση από την πρώιμη σοσιαλδημοκρατία που λειτουργούσε μέσα σε εθνικά σύνορα σε μια σοσιαλδημοκρατία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η οικονομική κρίση του 2008 και η πανδημία άλλαξαν ριζικά την στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ταμείο Ανάπτυξης άμβλυνε τη διαφορά μεταξύ Βορρά και Νότου, ενώ ο κρατικός παρεμβατισμός αντικατέστησε τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της λιτότητας και της κυριαρχίας της αγοράς ως ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης της κρίσης.
3. Μια άλλη εξέλιξη που μπορεί να έχει επίσης θετικά αποτελέσματα είναι η συμμαχία μεταξύ Κίνας και Ρωσίας. Μιας συμμαχίας που κάνει τον κινέζο πρόεδρο ακόμα πιο ισχυρό απέναντι στον ρώσο πρόεδρο που έχει σχεδόν οδηγήσει τη χώρα του σε χρεωκοπία και που θέλει να συνεχίσει την αναθεωρητική πολιτική του. Πολιτική που έχει σαν στόχο την επανίδρυση μιας σοβιετικού τύπου αυτοκρατορίας. Ο πανίσχυρος Xi Jinping σίγουρα δε συμφωνεί με τις φαντασιώσεις του Βλαντιμίρ Πούτιν. Το αντίθετο. Όπως η Κίνα συνεχώς εξελίσσεται όχι μόνο λόγω της στρατιωτικής της δύναμης, αλλά κυρίως λόγω ενός μοντέλου ανάπτυξης που συνδυάζει ένα δυναμικό καπιταλισμό με ένα αυταρχικό σύστημα διακυβέρνησης όπου ξένες και κινεζικές εταιρίες λειτουργούν σχετικά αυτόνομα. Με την προϋπόθεση βέβαια πως δεν θα κατακρίνουν το ισχύον καθεστώς και συγχρόνως θα επιτρέπουν ένα έλεγχο μεγάλων εταιριών από κρατικούς υπαλλήλους. Υπαλλήλους που δεν θα εμποδίζουν τη διοίκηση αλλά που θα «συλλέγουν πληροφορίες». Παρόλα τα παραπάνω εμπόδια οι επιχειρηματίες, επικεντρώνοντας την προσοχή τους στις επενδύσεις, λόγω της τεράστιας κινεζικής αγοράς κερδίζουν σημαντικά ποσά και δεν επιθυμούν να φύγουν από τη χώρα. Έτσι οι περισσότερες εταιρίες αγνοούν τις πιέσεις του αμερικανού προέδρου για τον επαναπατρισμό τους στη δύση.
Βέβαια η Κίνα δεν πρόκειται, τουλάχιστον σύντομα, να ηγεμονεύσει. Οι ΗΠΑ υπερτερούν στην έρευνα και στην τεχνολογία. Επιπλέον λόγω της κυριαρχίας του δολαρίου ως το κύριο παγκόσμιο μέσο διεθνών συναλλαγών θα συνεχίζουν να παίζουν τον ηγεμονικό ρόλο. Αλλά από την άλλη πλευρά η Κίνα προσπαθεί μαζί με άλλες χώρες ένα εναλλακτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα βασισμένο στο κινεζικό νόμισμα. Και πιο σημαντικό, η κινεζική άνοδος οδηγεί στην εξάπλωση του μοντέλου της στην Ασία και σε άλλες χώρες. Πρόκειται για μια τεκτονική αλλαγή που δεν πρόκειται να αλλάξει. Πρόκειται για αλλαγή που οδηγεί στον διαχωρισμό μεταξύ Δύσης και «μη Δύσης». Δηλαδή χωρών που μπορεί να είναι φιλοδυτικές, αντιδυτικές ή και ουδέτερες. Τα παραπάνω, μεταξύ και άλλων εξελίξεων, οδηγούν στη συρρίκνωση των δημοκρατικών και αύξηση των αυταρχικών καθεστώτων. Αυτή η τάση δεν οδηγεί στην κινεζοποίηση του κόσμου. Τα τρία καπιταλιστικά υποσυστήματα που ήδη αναφέρθηκαν θα επιβιώσουν αφού το καθένα έχει ανάγκη των άλλων δύο για την αναπαραγωγή του.
Τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο κινέζος πρόεδρος δε θα ακολουθήσει τις επιδιώξεις του Πούτιν. Δεν έχει καμία διάθεση να καταστρέψει τις σχέσεις που έχει με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντίθετα ευνοεί τη σταθεροποίηση της τωρινής παγκόσμιας κατάστασης που ευνοεί την περαιτέρω κινεζική ανάπτυξη. Άρα η ανισορροπία δύναμης μεταξύ του πανίσχυρου κινέζου ηγέτη και του Πούτιν που έχει απόλυτη ανάγκη της οικονομικής και πολιτικής στήριξης, δίνει τη δυνατότητα στον πρώτο να βάλει όρια στα όνειρα του τελευταίου. Μπορεί με άλλα λόγια να τον υποχρεώσει να ξεχάσει τα μεγαλομανιακά σχέδιά του και να ασχοληθεί σοβαρά με την οικονομική ανάπτυξη της χώρας του που την έχει σχεδόν οδηγήσει στην χρεοκοπία.
Βέβαια σε ότι αφορά τον ρωσικό αναθεωρητισμό δεν πρέπει να ξεχνάμε τα σφάλματα της Δύσης πάνω σε αυτό το θέμα. Όπως σωστά αναφέρει ο καθηγητής Ιωακειμίδης (ΤΟ ΒΗΜΑ 6/3/2020) «η Ευρώπη/Δύση δεν συμπεριφέρθηκε με μεγαλοθυμία απέναντι στην Ρωσία μετά τη νίκη της στον ψυχρό πόλεμο... συνέβαλε αντίθετα με πράξεις ή παραλείψεις εκουσίως ή ακουσίως στο στρίμωγμα ή στην ταπείνωση της Ρωσίας». Επιπλέον πρέπει να αναφερθεί πως το 1993 ο Μπόρις Γιέλτσιν τόνισε στον Μπιλ Κλίντον πως η αμερικανική πολιτική εξάπλωσης του ΝΑΤΟ θα οδηγούσε στην απομόνωση της Ρωσίας. Η διαφωνία Ρωσίας και ΗΠΑ πάνω σε αυτό το θέμα δηλητηριάζει ακόμα και σήμερα τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.
Τέλος αξίζει να σημειώσουμε πως ο κινέζος πρόεδρος όχι μόνο έχει μεγάλη δύναμη αλλά φιλοδοξεί να αναγνωρίσει όλος ο κόσμος τα κατορθώματά του. Ήδη κατάφερε να τον ανακηρύξουν στη χώρα του ως τον ηγέτη που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τον Μαο Τσε Τουγκ και τον Ντεγκ Σιάο – Πιγκ. Σίγουρα θα ήθελε να κάνει ένα βήμα παραπάνω. Δηλαδή να θεωρηθεί ο ήρωας που, καταπολεμώντας τον ρωσικό αναθεωρητισμό οδηγεί τον πλανήτη σε μια σταθερότητα που είναι η βασική προϋπόθεση για να αντιμετωπισθούν παγκόσμιοι κίνδυνοι όπως οι πανδημίες, η οικολογική καταστροφή και ο κίνδυνος ενός πυρηνικού πολέμου.
Είναι όλα αυτά όνειρα θερινής νυκτός; Μπορεί, μπορεί όμως και όχι. Στο σημερινό μοναδικό, απόλυτα παγκοσμιοποιημένο κόσμο εξελίξεις που ήταν απίθανες πιο πριν μπορεί να πραγματοποιηθούν σήμερα.
Συμπέρασμα. Η ουκρανική κρίση μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο ισχυρή και πιο ενωμένη Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορεί επίσης να οδηγήσει στην καταδίκη όχι μόνο του ρωσικού αναθεωρητισμού αλλά του αναθεωρητισμού γενικά. Άρα και του τουρκικού. Ο τελευταίος σε συνδυασμό με την μαξιμαλιστική θέση της ελληνικής κυβέρνησης πως υπάρχει μια μόνο διαφορά προς συζήτηση (αυτή της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ), οδηγεί στην αναπόφευκτη αποτυχία των διαπραγματεύσεων και της πιθανότητας να βρεθεί μια λύση. Δυστυχώς σε αυτό το θέμα δεν φταίει μόνο η Τουρκία αλλά και η χώρα μας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 19/3/2022. 

H «Δύση» Μάλλον Αλλάζει

Μπορεί να είναι νωρίς να βγάλουμε τελικά συμπεράσματα αλλά υπάρχουν σημάδια που αναγγέλλουν σημαντικές ιστορικές αποφάσεις στον «Δυτικό Κόσμο». Μετά τον πόλεμο της Ουκρανίας οι καλοπροαίρετες πολιτικές κατευνασμού κατά των αυταρχικών καθεστώτων και η προσήλωση στην ειρήνη με μια αισιόδοξη προσμονή ότι μακροπρόθεσμα αυτή η πολιτική θα αποδώσει δεν αποτελούν πλέον αυτονόητες αρχές.
Σχεδόν σύσσωμος ο Δυτικός Κόσμος τάχθηκε, έμπρακτα πλέον, υπέρ της Ουκρανίας. Το δόγμα ότι μια κατά μέτωπο σύγκρουση με αυταρχικά και αναθεωρητικά καθεστώτα θα είχε μεγάλο οικονομικό κόστος και ότι αυτό δεν θα δικαιολογούσε μια αντιπαράθεση φαίνεται να εγκαταλείπεται. Οι ΗΠΑ, σύσσωμη η ΕΕ αλλά και άλλα κράτη όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς κ.α. προμηθεύουν με όπλα την Ουκρανία. Οι οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας είναι πρωτόγνωρες. Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι αυτά τα μέτρα πάρθηκαν με γνώση ότι θα έχουν αρνητικές οικονομικές συνέπειες και για τον ίδιο τον Δυτικό Κόσμο.
Δηλαδή η Δύση αποφάσισε να αλλάξει πολιτική γνωρίζοντας ότι αυτή η κίνηση κοστίζει. Οι μνήμες του λάθους (της προδοσίας) που έγινε το 1939 στο Μόναχο τρομάζουν πολλούς. Η Γερμανία με μια στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών στέλνει όπλα σε μια εμπόλεμη χώρα και αποφασίζει για εξοπλισμούς εκατό δισεκατομμυρίων ευρώ. Με μεγάλο οικονομικό κόστος και ρίσκο αποφασίζεται να μην χρησιμοποιηθεί ο αγωγός Nord Stream 2. Αυτά σηματοδοτούν αλλαγή υποδείγματος.
Βλέπουμε μεγάλα συλλαλητήρια κατά της εισβολής των Ρωσικών δυνάμεων σε πολλές χώρες. Στην ίδια την Ρωσία αναφέροντα χιλιάδες συλλήψεις διαδηλωτών που διαμαρτύρονται για την εισβολή. Είναι χαρακτηριστικό ποιες είναι οι χώρες που υποστήριξαν την Ρωσία με δηλώσεις ή με την σιωπή τους: Λευκορωσία, Αζερμπαϊτζάν, Συρία, Κούβα, Βενεζουέλα, Κίνα, Ιράν, Πακιστάν. Όλες χώρες που δεν φημίζονται για την δημοκρατικότητά τους.
Αυτές είναι οι πολιτικές των κρατών. Αλλά μεγάλες μερίδες των λαών μπορεί να διατηρούν τις προκαταλήψεις τους οι οποίες υπαγορεύουν διαφορετικές αναγνώσεις των γεγονότων. Στην γειτονική Τουρκία, η οποία μας ενδιαφέρει να ξέρουμε τι εισπράττει από τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις, η συνωμοσιολογία κατά της Δύσης είναι αισθητή. Πολλοί βλέπουν «τον προκλητικά επεκτατισμό του ΝΑΤΟ» ή μια παγίδα που έστησαν οι ΗΠΑ στην Ρωσία. Τα στερεότυπα προδικάζουν αυτές τις αναγνώσεις. Η κοινή γνώμη στην Τουρκία, γνωστή για την ξενοφοβία και τον αντιδυτικισμό της, σε μεγάλο βαθμό βλέπει «ιμπεριαλιστικά σχέδια» των ΗΠΑ.
Μια δημοσκόπηση μεταξύ 20 χωρών σχετικά με το πώς κρίνεται η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, η Τουρκία κατατάσσεται τέταρτη (με 72%) με αρνητικές κρίσεις μετά από την Ιορδανία (86%), το Πακιστάν (80%) και την Αίγυπτο (79%). (Ακολουθεί η Ελλάδα με 61%) Μια άλλη δημοσκόπηση μεταξύ 38 χωρών σχετικά με την θετική εκτίμηση που εισπράττουν οι ΗΠΑ, η Τουρκία (με 21%) είναι πέμπτη με τις λιγότερες θετικές απόψεις μετά από το Πακιστάν (11%), την Ιορδανία (14%), την Αίγυπτο (16%) και την Παλαιστίνη (16%). (Ακολουθεί η Ελλάδα με 39%).
Έτσι δεν εκπλήσσει ότι η κοινή γνώμη στην Τουρκία διαφοροποιείται από την υπόλοιπη Ευρώπη και δεν βλέπουμε μαζικά συλλαλητήρια κατά της Ρωσίας. Αλλά ειδικά στην Τουρκία οι θέσεις του «κράτους» έχουν βαρύνουσα σημασία. Τι βλέπει και τι εκλαμβάνει η ηγεσία της Τουρκίας;
Η επίσημη Τουρκία προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ δύο κακών: φοβάται ότι θα δυσαρεστήσει τον έναν από τους δύο συμμάχους της, μπορεί και τους δύο, τη Δύση και την Ρωσία. Ταυτόχρονα βλέπει ότι ο κυνικός κόσμος στον οποίο τόσα είχε επενδύσει αλλάζει. Μπορεί και να μην υπάρχει πλέον. Η «Δύση» θέτει κάποιες κόκκινες γραμμές και δεν υποχωρεί με γνώμονα μόνο το οικονομικό της συμφέρον. Αυτό που η Δύση δεν δέχτηκε αυτήν την φορά ήταν ο «συμβιβασμός» για να μην προκληθούν χειρότερες καταστάσεις.
Με γνώμονα τις τελευταίες εξελίξεις ο Ρ.Τ. Ερντογάν θα πρέπει να προσπαθεί να καταλάβει πώς βλέπουν πλέον οι Δυτικοί την Τουρκία η οποία κάποτε απειλεί, άλλοτε κάνει επίδειξη ισχύος ή προβάλλει εδαφικές διεκδικήσεις ή δεν ακολουθεί την κλασσική διπλωματική γλώσσα. Θέλει να δει την εικόνα της στα νέα μάτια του Άλλου. Θα πρέπει να ανησυχεί ότι βλέπουν συμπεριφορές "à la Poutin" και σ'αυτόν. Δεν είναι πλέον το ίδιο το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Θα σκεφτεί δύο φορές όταν θα σκανδαλιστεί να μιμηθεί τον Πούτιν.
Η εισβολή έφερε στην επιφάνεια νέες αξίες πέρα από την «ρεάλ πολιτίκ». Και αυτό εν μέρει είναι απόρροια των εικόνων του πολέμου στην τηλεόραση. Δεν μπορεί να μην συγκινούν τα μωρά και τα γατιά στις αγκαλιές των μανάδων και των παιδιών. Οι ανταποκριτές των TV ακύρωσαν τον κυνισμό.
Βλέπουμε και για πρώτη φορά ότι Τούρκοι αναλυτές χαρακτηρίζουν με τέτοια σαφήνεια την εισβολή της Τουρκίας στην Συρία και στην Κύπρο ως πράξεις όμοιες με αυτό που κάνει σήμερα ο Πούτιν. O Τζενγκήζ Ακτάρ χαρακτηρίζει την τουρκική στρατιωτική επιχείρηση στην Συρία «μια άδικη και ακριβώς όμοια με αυτήν της Ρωσίας στην Ουκρανία». Και προσθέτει: «Μπορεί πλέον το καθεστώς της Άγκυρας και ο ηγέτης του να μην ευνοηθούν και να μην αντιμετωπιστούν με κατανόηση. Μπορεί [η Δύση] να υποχρεωθεί να τον θυσιάσει.»
Ο Χασάν Καχβετζίογλου γράφει σχετικά με την Κύπρο: «Εισβάλλεις με το έτσι θέλω, καθορίζεις τα νέα σύνορα και φτιάχνεις ένα κράτος με το πρόσχημα μιας δήθεν γενοκτονίας. Ο Πούτιν τα ακύρωσε όλα αυτά. Αυτά πλέον δεν έχουν πέραση.»
Αυτά είναι σημάδια που δείχνουν ότι τα γεγονότα της Ουκρανίας ταρακούνησαν λιμνάζοντα βρόμικα νερά και ότι κάτι μπορεί να αλλάζει. Ανεξάρτητα από την έκβαση αυτής της εισβολής στην Ουκρανία το υπόδειγμα του κατευνασμού, της υπομονής, της δήθεν κατανόησης, του οικονομικού κόστους και της φοβίας της σύγκρουσης αντικαθίσταται με δηλωμένες αλλά ξεχασμένες και παραγόμενες αξίες: Αυτές των Ηνωμένων Εθνών, γνωστά πράγματα, ο σεβασμός της κυριαρχίας των εθνικών κρατών και των συνόρων.
Μπορεί με τα γεγονότα της Ουκρανίας να γεννιέται ένας πιο θαρραλέος κόσμος. Ας ελπίζουμε ότι δεν θα επικρατήσει ξανά το πνεύμα του Μονάχου 1939.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" την 1/3/2022. 

Θρησκεία και αριστερά

1. Σε ό,τι αφορά τη θρησκεία, οι περισσότεροι αριστεροί διανοητές δέχονται τη μαρξιστική θεωρία. Με δυο λόγια, η θρησκεία είναι μια ανθρώπινη κατασκευή, μια αλλοτρίωση. Νομιμοποιείται από μια συντηρητική τάξη που την βλέπει ως ένα αποτελεσματικό μέσο διατήρησης του status quo.
Η αντιθρησκευτική τάση συνεχίζεται με τους Διαφωτιστές/Εγκυκλοπαιδιστές, όπως ο Ντιντερό και ο Βολταίρος. Κατά αυτούς, η Εκκλησία συνδέεται άμεσα με την αριστοκρατία. Οι δύο αυτές δυνάμεις αποτελούν ένα θρησκευτικο-πολιτικό κατεστημένο. Στηρίζουν τον απολυταρχισμό του θρόνου και οδηγούν τον λαό στην πολιτική τύφλωση και τη δεισιδαιμονία. Σε ό,τι αφορά την Καθολική Εκκλησία, η κριτική εκείνη την περίοδο ήταν δικαιολογημένη. Η διαφθορά και η παραβατικότητα των υψηλά ιστάμενων οδήγησε στην Μεταρρύθμιση και σε έναν προτεσταντισμό που στις πιο φιλελεύθερες μορφές του δεν υπάρχει διάκριση φύλου, ενώ ο γάμος σε όλη την ιεραρχία είναι τελείως αποδεκτός.
Στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο παρατηρούμε, κυρίως στην Ευρώπη, ένα έντονο κύμα αδιαφορίας προς τη θρησκεία. Στην Γαλλία αλλά και αλλού, οι εκκλησίες αδειάζουν. Η πλειοψηφία των νέων απομακρύνεται από τον θρησκευτικό προσανατολισμό. Παρατηρούμε ένα κύμα εκκοσμίκευσης. Μερικοί μελετητές πρόβλεψαν πως στον δυτικό κόσμο ο θρησκευτικός τρόπος ζωής θα περιθωριοποιηθεί περαιτέρω. Ήταν η εποχή που τα βιβλία των μαχητικών αθεϊστών, όπως του Richard Dawkins (2006), γίνονται best-sellers παγκοσμίως. Πρόκειται για μια εποχή της «απομάγευσης του κόσμου».

2. Σήμερα, όμως, τα πράγματα αλλάζουν ραγδαία. Οι νέοι, απογοητευμένοι από τα κόμματα και την πολιτική, καθώς και από τον άκρατο καταναλωτισμό, στρέφονται ξανά στις «μετα-υλιστικές αξίες» (Ingleheart 1970). Σε μια θρησκευτικότητα που απορρίπτει τις γραφειοκρατικές, ιεραρχικές εκκλησίες – κυρίως, αλλά όχι μόνο, την Καθολική. Στρέφονται στις πιο φιλελεύθερες προτεσταντικές εκκλησίες όπου υπάρχουν γυναίκες και άνδρες ιερείς, χωρίς καμία διάκριση ως προς το φύλο, τη σεξουαλική ταυτότητα κτλ. Ακόμα πιο σημαντικό, υπάρχουν θρησκευτικές κινήσεις που είναι εναντίον κάθε ιεραρχικής, γραφειοκρατικής οργάνωσης. Υπάρχουν ομάδες ανοιχτές σε άλλες, κυρίως ανατολικές, θρησκευτικές παραδόσεις. Ακόμα και άτομα που συνδυάζουν στοιχεία από διάφορες θρησκείες. Υπάρχουν, τέλος, και οι «μοναχικοί αναζητητές» (lonely searchers).

3. Όταν η πολιτική είναι προοδευτική, με την έννοια πως αντιμάχεται τις τεράστιες ανισότητες που ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός δημιουργεί, δεν μπορεί η Αριστερά να στέκεται μόνο στα θέματα της σχέσης Εκκλησίας και κράτους – θέματα , βέβαια, σημαντικά (π.χ. ο πλήρης διαχωρισμούς κράτους και Εκκλησίας). Οι αριστεροί πολιτικοί και διανοητές πρέπει να πάψουν να θεωρούν προκαταλήψεις το ενδιαφέρον των ανθρώπων για τη θρησκεία. Πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη πως συχνά απλοί ιερείς υποστηρίζουν δυναμικά τους φτωχούς και περιθωριοποιημένους.
Στην Λατινική Αμερική ιερωμένοι κινητοποιούνται εναντίον της καθεστηκυίας τάξης. Για παράδειγμα, στην Βραζιλία γαιοκτήμονες μεταχειρίζονται τους αγρότες που εργάζονται στα τεράστια κτήματά τους κατά ακραία εκμεταλλευτικό και αυταρχικό τρόπο. Αγρότες που αντιδρούν στην καταπίεση διώκονται ή και εξολοθρεύονται από ιδιωτικούς στρατούς των γαιοκτημόνων. Σε αυτό το πλαίσιο, κινητοποιούνται εναντίον της απάνθρωπης βίας, όχι μόνο ιερείς αλλά και θεολόγοι που ανέπτυξαν μαζί με άλλους τη λεγόμενη «Θεολογία της ελευθερίας». Αντίστοιχα παρεμβατικοί είναι και θρησκευτικοί ηγέτες. Από προσωπικότητες στην Αγγλικανική Εκκλησία που εναντιώθηκαν δημόσια στη θατσερική νεοφιλελεύθερη πολιτική μέχρι τον Πάπα Φραγκίσκο που, αντίθετα με τον «διανοούμενο» προκάτοχό του, ενδιαφέρεται για τους μετανάστες και την εντεινόμενη φτωχοποίηση του Τρίτου Κόσμου.

4. Ένας άλλος βασικός προσανατολισμός που έχουν ερευνήσει κοινωνικοί επιστήμονες, κυρίως στον χώρο της θρησκευτικής κοινωνιολογίας, είναι η πρόσφατη διαφοροποίηση μεταξύ θρησκευτικότητας και πνευματικότητας. Για παράδειγμα, οι Heelas και Woodhead στο γνωστό βιβλίο τους The Spiritual Revolution: Why Religion is Giving Way to Spirituality (2005) τονίζουν το πέρασμα από τις καθιερωμένες ιεραρχίες και τους, κατ' αυτούς, ξεπερασμένους κανόνες ως προς το ευ ζην σε μια πνευματικότητα που δίνει έμφαση στην υπέρβαση των τειχών μεταξύ θρησκειών.
Επιπλέον, παρατηρείται η αποδοχή «Αγίων» που υπάρχουν σε όλες τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις. Ανθρώπων που μέσω διαφόρων πρακτικών φτάνουν σε ένα υψηλό επίπεδο πνευματικής διαύγειας και επιρροής. Αυτοί δεν είναι εγκλεισμένοι σε ένα μοναστηριακό κελί αλλά ανοίγονται και βοηθούν απλούς ανθρώπους να ξεπεράσουν τις δυσκολίες του βίου τους σε μια εποχή όπου ο δογματισμός, ο φονταμενταλισμός ή, αντίθετα, ο άκρατος καταναλωτισμός κυριαρχούν.

5. Ο Charles Taylor σε ένα κλασικό κείμενό του (2007), με έναν εξαιρετικά διεισδυτικό τρόπο, εξετάζει τα αρνητικά αλλά και θετικά στοιχεία της νέας θρησκευτικότητας. Σε ό,τι αφορά τα πρώτα, αναφέρεται στον συγκρητισμό, δηλαδή στη συλλογή στοιχείων από διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις που συχνά οδηγούν σε ένα συνονθύλευμα αντικρουόμενων θέσεων. Ο Taylor αναφέρεται επίσης στην αστάθεια των μη θεσμοποιημένων θρησκευτικών οργανώσεων που σήμερα πολλαπλασιάζονται ραγδαία – καθώς και σε μια ατομοκεντρική τάση που οδηγεί στην ιδέα ενός αποκλειστικού «ιδιωτικού Θεού» (Beck 2010). Από την άλλη μεριά, στη νέα γενιά παρατηρούμε θρησκευτικές τάσεις που αντιτίθενται στις τωρινές υλιστικές υπερκαταναλωτικές αξίες, στη συγκέντρωση του παγκόσμιου πλούτου στα χέρια των ολίγων και σε ένα ανεγκέφαλο κοσμοπολιτικό jet set που πολλοί προσπαθούν να μιμηθούν.
Συμπέρασμα: η Αριστερά δεν πρέπει να αγνοεί ή να κοιτάζει αδιάφορα θρησκευόμενους νέους που παλεύουν για ένα πιο ανθρώπινο και πιο δίκαιο κόσμο.
Τελειώνω με μια πιο γενική παρατήρηση. Στον σύγχρονο κόσμο υπάρχει μια σαφής διαφοροποίηση μεταξύ της καλλιτεχνικής, της διανοητικής και της πνευματικής διάστασης του ανθρώπου. Η τελευταία είναι αναγκαία για να επιβιώσει κανείς σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο όπου οι κίνδυνοι ολικής καταστροφής, η αβεβαιότητα, η κατάθλιψη και το άγχος κυριαρχούν.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 19/2/2022. 

Το «Βήμα» για τον τόπο και τη ζωή μου

Πριν από 100 χρόνια, την Κυριακή 6 Φεβρουαρίου το 1922 κυκλοφόρησε το «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», πρόδρομο του σημερινού ΒΗΜΑΤΟΣ. Οι καταγωγικές ιδέες της εφημερίδας ανάγονται στην εξέγερση του 1909 στο Γουδί. Εξέγερση που, ως γνωστό, οδήγησε στο πέρασμα από τον ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό του 19ου αιώνα στον μετα-ολιγαρχικό του 20ου. Αυτό καθώς και οι προοδευτικές αλλαγές που ο Ελευθέριος Βενιζέλος έφερε στη χώρα συνομίλησαν συστηματικά και υποστηρίχθηκαν από το ΒΗΜΑ.
Στη συνέχεια, από τις στρατιωτικές επεμβάσεις του Μεσοπολέμου μέχρι τον Εμφύλιο, το ΒΗΜΑ συντρόφευσε τους αναγνώστες τους στις πολεμικές επιχειρήσεις και τα άλλα δραματικά γεγονότα της περιόδου με δημοκρατικό, προοδευτικό πνεύμα.
Στην μετα-εμφυλιακή περίοδο το ΒΗΜΑ έπαιξε ένα πολύ σημαντικό, μαχητικό , παρηγορητικό ρόλο. Ήταν η εποχή που το αντικομμουνιστικό κράτος ήταν πανίσχυρο. Η εφημερίδα θεωρήθηκε ως «επικίνδυνο» φύλλο. Έτσι, για παράδειγμα, δεν μπορούσε ένας δημόσιος υπάλληλος να πάει στην εργασία του με το ΒΗΜΑ στο χέρι από φόβο μήπως χάσει τη δουλειά του.
Σε ό,τι αφορά τη συνεργασία μου με την εφημερίδα αυτή άρχισε επί εποχής Λέοντος Καραπαναγιώτη. Ξεκίνησα γράφοντας στις «επιφυλλίδες» της εφημερίδας. Συνέχισα με πιο εκτεταμένα άρθρα όλα τα χρόνια που ζούσα στο εξωτερικό. Ήταν το νήμα επικοινωνίας με τη χώρα μου. Από μακριά παρακολουθούσα τις εξελίξεις στην πολιτική, την οικονομία, την κοινωνία αλλά και την πολιτιστική ζωή. Συμμετείχα με άρθρα στις διάφορες διαμάχες της εποχής. Χρωστάω πολλά σ' αυτή την ευκαιρία που μου δόθηκε.
Πιο πρόσφατα στο ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΒΗΜΑ οι πρώτες σελίδες που διαβάζω είναι οι Νέες Εποχές που κάθε εβδομάδα σημαντικοί συγγραφείς από διάφορες χώρους που πραγματεύονται ένα συγκεκριμένο θέμα. Πέρα από το ένθετο των Νέων Εποχών το ενδιαφέρον πάντα διατηρεί μια παγκοσμιοποιημένη ματιά.
Με δύο λόγια το ΒΗΜΑ έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία του τόπου και στη ζωή μου και χαίρομαι που στην ψηφιακή εποχή που ο τύπος περνάει μια δύσκολη περίοδο το ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΒΗΜΑ στην έντυπη παραμένει μια από τις σημαντικές εφημερίδες της χώρας με ευρεία απήχηση. Διατηρώντας τον προσανατολισμό της η εφημερίδα είναι ανοιχτή σε άλλες θέσεις και απόψεις. Μια μικρή παρατήρηση. ¨Όπως όλος ο υπόλοιπος τύπος θα ήταν καλό μετά τη δημοσίευση να απελευθερώνει τα άρθρα του στο διαδίκτυο και να μη τα κρατάει μόνο για τους συνδρομητές ώστε οι ιδέες να κυκλοφορούν ελεύθερα και να γίνονται αντικείμενο αντικείμενο ευρύτερης συζήτησης.
Ελπίζω, ή μάλλον είμαι σίγουρος, πως το ΒΗΜΑ θα εξακολουθήσει να παίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μας.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 6/2/2022. 

Προοπτικές

1. Η μαζική συμμετοχή των πολιτών στην εκλογική διαδικασία του ΚΙΝΑΛ, η νίκη του Νίκου Ανδρουλάκη και η εστίαση όλων των ΜΜΕ στα όσα εξελίχθηκαν τις δύο τελευταίες εβδομάδες, δημιούργησαν την εντύπωση μιας θεαματικής ανόδου ενός κόμματος που θα καταστεί, πλέον, μια σημαντική πολιτική δύναμη μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία. Μια πολιτική δύναμη που θα μπορεί να διαμορφώσει πολιτικές εξελίξεις, να αλλάξει τον κοινωνικοπολιτικό συσχετισμό δυνάμεων και, ενδεχομένως, να αναδιαμορφώσει ριζικά το πολιτικό σκηνικό. Δεν είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί. Το ΚΙΝΑΛ δεν φαίνεται ικανό να αναπτύξει μια κοινωνική και πολιτική δυναμική που θα το οδηγήσει να ξεπεράσει το 12% που εκτιμάται πως έχει σήμερα. Πιθανότερο είναι ότι αυτές οι εκτιμήσεις δεν θα επιβεβαιωθούν και, τουναντίον, θα μειώσει τα ποσοστά του. Με άλλα λόγια, το πολιτικό σύστημα θα διατηρήσει τον βασικό διπολικό χαρακτήρα του. Και, παρόλο που η αξιωματική αντιπολίτευση αδυνατεί να ανταποκριθεί με αποτελεσματικότητα στον ρόλο της, θα συνεχίζει να καθορίζει σε έναν μεγάλο βαθμό τις πολιτικές εξελίξεις στον αντιπολιτευτικό χώρο.

2. Και οι τρεις διεκδικητές που ξεχώρισαν στον πρώτο γύρο τόνιζαν επανειλημμένα την ανάγκη να διατηρηθεί και ενισχυθεί η αυτονομία του κόμματος – χωρίς, αν χρειαστεί, να αποκλείσουν την προοπτική μετεκλογικών συμμαχιών αν προκύψουν. Ο Ανδρέας Λοβέρδος υποστήριζε πως, αν κέρδιζε, θα απέκλειε μια συμμαχία με τον ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη μεριά, ο Γιώργος Παπανδρέου απέκλειε μια συνεργασία με την ΝΔ. Όσο για τον Νίκο Ανδρουλάκη, ουσιαστικά δεν πήρε θέση.
Ο πρωθυπουργός φαίνεται ότι, πράγματι, εννοεί πως δεν θα κάνει εκλογές πριν από το τέλος της τετραετίας. Η παρούσα πολιτική συγκυρία με επίκεντρο τη διαχείριση της πανδημίας δεν υπόσχεται μετεκλογική αυτόνομη επικράτηση της ΝΔ είναι το πιο πιθανό σενάριο. Φαντάζομαι ότι ελπίζει πως στο τέλος της τετραετίας θα έχουν ενδεχομένως αλλάξει οι συνθήκες ώστε να επιτύχει την πολυπόθητη αυτοδυναμία και να μην αναγκαστεί δηλαδή να συμμαχήσει με άλλες πολιτικές δυνάμεις. Νομίζω πως αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο. Ιδίως αν λάβουμε υπόψη τα κυβερνητικά σφάλματα στα θέματα αντιμετώπισης της πανδημίας, της ακρίβειας και ειδικότερα στον τομέα της ενέργειας και της συνεχιζόμενης επιλογής να μην παρέχει ικανή χρηματοδότηση στον ευρύτερο τομέα της υγείας.

3. Αν έτσι έχουν τα πράγματα θεωρώ πως μια ενδεχόμενη μετεκλογική συμμαχία του ΚΙΝΑΛ με τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα και για τις δύο παρατάξεις. Πρόκειται για μια θέση που έχει να κάνει με τη δεδομένη πολιτική συγγένεια των δύο κομματικών σχηματισμών με κεντρικό άξονα τον ρόλο του κράτος. Συγκεκριμένα, το ΚΙΝΑΛ θα μπορεί να συμβάλει σε μια πιο επεξεργασμένη και αποτελεσματική αντιπολίτευση που είναι αναγκαία για την καλύτερη λειτουργία του δημοκρατικού συστήματος της χώρας. Αντίστοιχα, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία θα δώσει έτσι την ευκαιρία στο ΚΙΝΑΛ να αποκτήσει περισσότερη δύναμη και επιρροή στις πολιτικές εξελίξεις. Από την άλλη, η έμφαση της σοσιαλδημοκρατίας στην κρατική παρέμβαση για την άμβλυνση των ανισοτήτων, την ανάπτυξη της κοινωνικής πρόνοιας και την ενδυνάμωση των συνδικάτων καθιστά μια ενδεχόμενη συνεργασία του ΚΙΝΑΛ με την ΝΔ ασύμβατη με τις σοσιαλδημοκρατικές αξίες και πρακτικές, τις οποίες το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου υποστηρίζει ότι υπηρετεί ακόμη.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 18/12/2021. 

Διαβάζοντας 200 χρόνια Τουρκικής οικονομίας, με την Ελλάδα ως φόντο

Δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί πιο επίκαιρη στιγμή, για την εισαγωγική συνεισφορά στην επιστημονική συνάντηση των Ιστορικών Αρχείων της Τράπεζας της Ελλάδος και της Alpha Bank ( συμβολικά: στην αίθουσα του Βουλευτικού, στο Ναύπλιο) με θέμα «200 χρόνια Ελληνικής Οικονομίας μεταξύ Κράτους και Αγοράς» από τον Τούρκο ακαδημαϊκό Σεβκέτ Παμούκ, του Πανεπιστημίου του Βοσπόρου. Ήταν να μιλήσει ο Παμούκ για την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας τα 200 τελευταία χρόνια «σε συγκριτική προοπτική», με μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιλογή παραλληλισμού με τα 200 χρόνια της – εορτάζουσας – Ελλάδας. Όμως συνέβη η παρέμβασή του αυτή να συμπέσει με το meltdown της Τουρκικής οικονομίας των τελευταίων ημερών.
Μολονότι, λοιπόν, η παρουσίαση στοιχείων από τον Παμούκ είχε το δικό της ενδιαφέρον, η καταληκτική ερώτηση – από τον Φραγκίσκο Κουτεντάκη, πρώην συντονιστής στο Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στην Βουλή, τώρα Παν/μιο Κρήτης – τράνταξε τα πράγματα. Όλοι μιλούμε τελευταίως, και επί καιρό, για ακραία κρίση και για αδιέξοδα της Τουρκικής οικονομίας, ωστόσο τελικά αδιέξοδο δεν προκύπτει. Αυτό, πώς εξηγείται; Ο Σ. Παμούκ στάθηκε λίγο να το σκεφθεί, σημείωσε ότι, πάντοτε, στην Τουρκία υπάρχει μια τάση να ενεργοποιείται ο δημοσιονομικός μοχλός, πράγμα που φέρνει πληθωρισμό και υποτίμηση, ωστόσο «δίνει» αναπτυξιακούς ρυθμούς. Όμως... κι ο ίδιος δεν είχε συνολική/πειστική απάντηση να δώσει.
Πάμε όμως από την αρχή της παρουσίασης του Σεβκέτ Παμούκ. Εξήγησε πως η Τουρκία – στους δυο τελευταίους αιώνες – μακροσκοπικά έμεινε περίπου στην ίδια θέση. λίγο καλύτερα από τις αναπτυσσόμενες χώρες, λίγο χειρότερα από τις πιο ανεπτυγμένες με περίπου 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, με ανάλογο ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ. Στις τέσσερεις αναπτυξιακές της περιόδους – του 1820 έως τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, του 1914 μέχρι την δεκαετία του ΄50, τις δεκαετίες του ΄50-'80 και στο διάστημα από την δεκαετία του΄80 έως τώρα - η χώρα αυτή, που δεν γνώρισε μεν αποικιοκρατία, δεν διαθέτει όμως και πετρέλαιο ή/και φυσικούς πόρους, πέρασε από μια αγροτική οικονομία (όμως ανοιχτή στο διεθνές εμπόριο) σε μια κλειστή οικονομία με δασμολογική προστασία, ύστερα σε εσωστρεφή βιομηχανική ανάπτυξη, τελευταίως δε σε άνοιγμα και ενσωμάτωση στο παγκόσμιο σύστημα. Συνολικά η Τουρκία εφήρμοσε οικονομικές πολιτικές ανάλογες με των ανεπτυγμένων χωρών, αν και στο χαμηλότερο επίπεδο αναπτυξιακής απόδοσης: με περιορισμένη ενσωμάτωση τεχνολογικής αλλαγής, είχε ανάπτυξη μέσω των επενδύσεων (παραδόξως περισσότερων την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όμως και τώρα πάλι τις δυο τελευταίες δεκαετίες με – δανειακό, κυρίως – άνοιγμα στις διεθνείς αγορές). Ενώ μέχρι το 1940 είχε μόνο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης γύρω στο 1% , στην συνέχεια έχει εγκατασταθεί στο 2,5%-3%. Μέχρι το 1950, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Τουρκίας πήγαινε με χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με εκείνο των ανεπτυγμένων χωρών, όμως έκτοτε συνολικά έχει επιταχύνει. Μια σύγκριση: η Τουρκία πήγε στους δυο αυτούς αιώνες καλύτερα από χώρες σαν την Αίγυπτο ή το Ιράν, χειρότερα από την Ισπανία ή την Ιταλία.
Σε σύγκριση τώρα με την Ελλάδα, η Τουρκία υστερούσε κατά 40%-50% ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ: η διακύμανση του πήγαινε από σχεδόν ίση – μια μόνο διετία, του 1944-45, είχε προσπεράσει – μέχρι το ήμισυ. από το 2000 και μετά, η σχετική θέση της Τουρκίας βελτιώνεται. Άλλα στοιχεία βελτίωσης: το προσδόκιμο ζωής εκτοξεύεται μετά το 1940, για να φθάσει στα 77 έτη πλέον: αντίστοιχη η μεταβολή και στην Ελλάδα, πάντα σχετικά προηγούμενη. και η παρακολούθηση σχολείου από τον πληθυσμό, ανάλογα βελτιώνεται.
Οι λόγοι που εξηγούν την σχετική υστέρηση της Τουρκίας έναντι των πιο ανεπτυγμένων χωρών είναι η σχετικά βραδεία ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, η συγκριτική εκπαιδευτική υστέρηση και οι κοινωνικές δομές που κρατούν την βελτίωση της παραγωγικότητας κάτω από το 1% ετησίως.
Υπάρχουν όμως και «βαθύτερα αίτια» αυτής της υστέρησης κατά τον Σεβκέτ Παμούκ: ναι μεν η χώρα δεν γνώρισε αποικιακό ζυγό, όμως η ενσωμάτωσή της στο διεθνές εμπορικό κανονιστικό περιβάλλον, πιο τελευταία στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, δεν λειτούργησε πάντα θετικά (Και εδώ, αναλογίες με την Ελληνική περίπτωση των 2 τελευταίων αιώνων). Κατά τον Σ. Παμούκ, οι απόψεις περί υστέρησης λόγω Ισλαμισμού δεν ευσταθουν: οι πολιτικοί είναι εκείνοι που αξιοποιούν το Ισλάμ για προσωπική τους κυριαρχία. Αντιθέτως, τα ζητήματα ταυτότητας, η κατοχή του Κράτους από τις ελίτ, το Κουρδικό ζήτημα λειτουργούν ως βαθύτερη ανάσχεση. Κατ' αυτόν, ακόμη και στην Οθωμανική περίοδο «οσάκις υπάρχει ζήτηση για αλλαγή, αυτή προκύπτει».
Όμως η κρατική δομή είναι αδύναμη, ήδη δε μετά τον Β' ΠΠ η αστικοποίηση βάρυνε τις ανισότητες και έφθειρε την Δημοκρατία (πραξικοπήματα, κοινωνική πόλωση, κρίσεις).Κάθε φορά που υπάρχει σαφής πολιτική επικράτηση – π.χ. το 1958-60, το 1980, το 2001 και μετά – ακολουθεί υπερβολική αίσθηση κυριαρχίας, επιδίωξη άμεσων αναπτυξιακών επιδόσεων, συχνά με δημοσιονομική επέκταση και πληθωριστική εκτροπή (που φέρνει ΔΝΤ ή/και πολιτική εκτροπή).
Σημειωτέον ότι μέχρι το 2000 οι άμεσες ξένες επενδύσεις ήταν περιορισμένες, ενώ τις δυο τελευταίες δεκαετίες απογειώθηκαν ιδίως με την προοπτική, αρχικώς, της ένταξης στην ΕΕ – πλην όμως βάσει δανεισμού (και μάλιστα ιδιωτικού), που τώρα «εκδικείται» με την υποτίμηση της λίρας και την ανάφλεξη του πληθωρισμού. Αν, τώρα εμφανισθούν και οι κρυφές υποχρεώσεις/contingent liabilities της χρηματοδότησης της ανάπτυξης, μπορεί να προκύψει η χειρότερη κρίση.
Αμα παρακολουθούσε κανείς τα διαγράμματα της παράλληλης εξέλιξης της Ελληνικής οικονομίας και της Τουρκικής, σε πολλά, αληθινά πολλά σημεία η εγγύτητα των εξελίξεων προέκυπτε ιδιαίτερα στενή.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 3/12/2021. 

Θέλουμε – αληθινά όμως! – ένα failed State ακριβώς δίπλα μας;

Υπάρχει η λογική της κακεντρέχειας/της χαιρεκακίας, υπάρχει από κοντά και η τάση της κοντόφθαλμης προσέγγισης των πραγμάτων – αμφότερα στοιχεία των «στρατηγών του καφενείου», που σύγχρονη εκδοχή τους έχουν τους σχολιαστές των τηλεπαραθύρων και ακόμη περισσότερο τους άρχοντες των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης
Σ' όλο αυτό το σύμπαν, κάθε φάση στην οποία σκοντάφτει η γειτονική Τουρκία χαιρετίζεται περίπου ως (δική μας) εθνική νίκη. Εντελώς τελευταία, η κατάρρευση της ισοτιμίας της τουρκικής λίρας, το κύμα ακρίβειας που ξεπατώνει την μεσαία τάξη (στην οποία στηρίχθηκε η εποχή Ερντογάν) και φθάνει κάτω από το όριο των αντοχών τους τους απόκληρους της Τουρκίας, η πρόδηλη αποτυχία των «Ερντογανικών Οικονομιών» που θεωρούν ότι η μείωση των επιτοκίων θεραπεύει τον πληθωρισμό (και που οδηγεί σε λάδι, ζάχαρη και καφέ με το δελτίο), μαζί και με τις πηγαίες διαδηλώσεις που ξέσπασαν σε πολλά αστικά κέντρα της Τουρκίας, όλα αυτά έκαναν σ' εμάς πολλούς (α) να προδικάζουν το τέλος της εποχής Ερντογάν ο οποίος «βρίσκεται στην γωνία», (β) να επιχαίρουν για τα παθήματα των γειτόνων που τον στήριξαν και την αμηχανία των συμμάχων που τον στηρίζουν, (γ) να μιλούν ήδη για μια επόμενη μέρα σχετικά άμεση και καλύτερη για τα Ελληνικά συμφέροντα.
Υπάρχει βέβαια και μια άλλη, κάπως πιο ψαγμένη και «αντανακλαστική» των παραπάνω προσέγγιση που θυμίζει ότι οσάκις η Τουρκία (δηλαδή: η κυβερνώσα ελίτ της Άγκυρας) βρέθηκε είτε μπροστά από πραξικοπήματα, είτε σε κλονισμό της εσωτερικής ισορροπίας, είχαμε ως αποτέλεσμα την μια τα Σεπτεμβριανά του 1955, την άλλη την εισβολή στην Κύπρο του 1974 (από Σοσιαλδημοκράτη, κοινωνικά πεφωτισμένο και... ποιητή Μπουλέντ Ετσεβίτ), την τρίτη τα Υμια και τις γκρίζες ζώνες του 1996 (επί της καλής μαθήτριας της Δύσης και ευνοούμενης της κυρίας Ωλμπράϊτ Τανσού Τσιλλέρ). Με δεδομένη την αναθεωρητική/νεοοθωμανική λογική Ερντογάν και τον τυχοδιωκτισμό από Συρία μέχρι Λιβύη και Ναγκόρνο-Καραμπάχ, την οικοδόμηση πυραμίδας εξοπλισμών (μόλις τελευταία στάση η συμφωνία με Ισπανία για δεύτερο αεροπλανοφόρο και υποβρύχια, μετά τα 6 Γερμανικά, συν με αναβάθμιση από τις ΗΠΑ των εκεί F-16 σε Viper) και με αιχμή την διακήρυξη της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε προϊούσα υλοποίηση το 2020-21, η προσέγγιση αυτή εισπράττει την προειδοποίηση: μήπως πάλι επιδιωχθεί η «εξαγωγή κρίσης» μέσα από κινήσεις στο Αιγαίο ή/και τον Έβρο;
Θα μας επιτραπεί να καταθέσουμε την άποψη ότι και οι δυο αυτές στάσεις είναι ρηχές. Επικίνδυνα ρηχές. Όπως, βεβαίως, ρηχότατη είναι και η άλλη – συχνά εκφωνούμενη – εντύπωση ότι «η Τουρκία βρίσκεται απομονωμένη». Όταν σε κάθε δεύτερη στροφή, οι ΗΠΑ διαδηλώνουν την ανάγκη να μείνει η Άγκυρα προσδεδεμένοι στο Δυτικό/ΝΑΤΟϊκό άρμα. όταν στα 15 δις δολάρια στήριξης του Κατάρ προς την Άγκυρα στην περυσινή κρίση έρχονται τώρα να προστεθούν 10 δις από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (με τα οποία θεωρήσαμε ότι διαθέτουμε νεοπαγή στρατηγική σχέση). όταν... να δούμε την αυριανή στάση της ΕΕ και την μεθαυριανή της νέας Γερμανικής Κυβέρνησης π.χ. στην αυριανή φάση του Προσφυγικού/Μεταναστευτικού.
Όμως η ουσία, για μας, είναι αλλού: επιθυμεί αλήθεια οποιοσδήποτε νουνεχής άνθρωπος στην Ελλάδα ένα failed State στην άμεση γειτονιά μας; Γιατί αυτό θα ήταν μια Τουρκία σε περιδίνηση.
Και μάλιστα – προσθέτουμε – όταν ένα τέτοιο «αποτυχημένο Κράτος» συμβαίνει όχι απλώς να είναι και πολυάνθρωπο και ευεπίφορο σε εκρήξεις, αλλά και να έχει παράδοση σκληρής εσωτερικής πειθαρχίας. οπότε η «αποτυχία» μπορεί να φέρει εύκολα εκρηκτικότητα. Ας το ξανασκεφτούμε, ιδίως δε οι χειριστές πολιτικής και οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, τι ευχόμαστε/τι φοβόμαστε/τι θέλουμε εν τέλει.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 26/11/2021. 

Το ζητούμενο από τα (νέα) μέτρα για την πανδημία: αποτέλεσμα, όχι αυτοδικαίωση

Πριν λιγότερες από δυο εβδομάδες, ο Πρωθυπουργός διαβεβαίωνε: «Είμαι κατηγορηματικός δεν πάμε σε lock-down [...]. Το 4ο κύμα αφορά τους ανεμβολίαστους, πρόκειται για μια πανδημία των ανεμβολίαστων». Προ καιρού, ο Άδωνις Γεωργιάδης έκανε πιο λιανά το αληθινό πλαίσιο αυτής τη διαβεβαίωσης: «Δεν υπάρχουν πλέον χρήματα για επιπλέον μέτρα στήριξης [...]. Πλέον, κανένα Κράτος δεν δίνει λεφτά, η δε Ευρώπη έχει κόψει τα λεφτά». Με τον αμίμητο, δε, τρόπο του εισήγαγε και την λειτουργική διάκριση εμβολιασμένων/ανεμβολίαστων: «Δεν θέλεις να εμβολιαστείς, κύριε; Μη σώσεις! τελεία και παύλα...».
Ήδη, μέσα Νοεμβρίου, η πορεία της πανδημίας ανά την Ευρώπη δείχνει ότι οι πολλές-πολλές διαβεβαιώσεις δεν βοηθούν όσους τις δίνουν. Και μπορεί όσα συμβαίνουν σε μια χώρα σαν την Λεττονία να μην πολυενδιαφέρουν, όμως το μερικό lockdown στην Ολλανδία (διάρκειας τριών εβδομάδων και τα ξαναβλέπουμε) με κλείσιμο εστίασης και απαραίτητων καταστημάτων στις 20.00, των «μη-αναγκαίων» στις 18:00, με απαγόρευση συγκέντρωσης πάνω από 4 άτομα στα σπίτια (!), με τηλεργασία ως κανόνα πλην περιπτώσεων «όπου αυτό δεν είναι εφικτό» (Ποσοστό εμβολιασμένων στην Ολλανδία; Περί το 85%). Στην δε Αυστρία, η επιλογή είναι για 10ήμερο lock-down στοχευμένο στους ανεμβολίαστους, οι οποίοι θα μπορούν να κυκλοφορούν μόνο για ουσιώδεις ανάγκες, συν χρήση μάσκας (Ποσοστό εμβολιασμένων στην Αυστρία, που ο ίδιος Καγκελάριος Σάλλενμπεργκ αποκαλεί «ξεδιάντροπα χαμηλό»; Περί το 65%).
Έτσι, λοιπόν, προχωράει και σ' εμάς η συζήτηση των προσεγγίσεων για μια νέα φάση μέτρων. Τα οποία, συμπεριφερόμενοι ως ρεπόρτερ-αναλυτές περιφέρονται ανά τα κανάλια και τα ραδιόφωνα οι διάφοροι υπουργοί δηλώνοντας ότι «σκέφτονται», «αντιμετωπίζουν» κλπ. Αξίζει όμως, έστω και στο νήμα , ένα στοιχείο αναστοχασμού γύρω από το πώς θα επεξηγηθούν/πώς θα προβληθούν τυχόν μέτρα που θα στοχεύουν/ποιο τμήμα του πληθυσμού (Ποσοστό εμβολιασμού στην Ελλάδα, στο 63%). Ειδικά αν στοχευθεί το τμήμα των ανεμβολίαστων – και μάλιστα αν «ανεπαρκώς εμβολιασμένοι» ανακηρυχθούν (πώς; με λήξη ισχύος των πιστοποιητικών εμβολιασμού μετά από 6 μήνες μετά την δεύτερη δόση, για τους άνω τω 60 ή των 65 ετών) κάποιοι από τους θεωρούμενους εμβολιασμένου – είναι εντελώς διαφορετικό το να στηριχθεί μια τέτοια κίνηση: (α) στην ευθύνη που φέρουν οι ανεμβολίαστοι, και μάλιστα με την καταφρόνηση στη διατύπωση Γεωργιάδη, ή πάντως με την λογική της ατομικής ευθύνης ή/και της αντικοινωνικής συμπεριφοράς (β) στην απόσειση από το Κράτος (δηλαδή από την Κυβέρνηση) της δικής του της ευθύνης για όσα θα ακολουθήσουν («εμείς το προσπαθήσαμε, εσείς δεν το κάνατε», (γ) στην εξήγηση ότι ακριβώς οι ανεμβολίαστοι είναι εκτεθειμένοι, οπότε μετά την εξάντληση των δυνατοτήτων του ΕΣΥ δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα προστασίας/διάσωσής τους αν μολυνθούν.
Και, βέβαια, επανέρχεται το ζήτημα - όπως και σε κάθε φάση επιβολής μέτρων – του τρόπου, της πειστικότητας, της αξιοπιστίας, τού ύφους του ελέγχου/της «αστυνόμευσης» των μέτρων. Όπως την παλιά εκείνη εποχή της πειθούς (Τσιόδρας) ή της απειλής (Χαρδαλιάς), που η μνήμη της είχε αρχίσει να ξεφτίζει στην δημόσια συζήτηση
Σ' αυτήν λοιπόν την πραγματική – πραγματικότατη – συγκυρία της αναζήτησης ενός νέου πλαισίου μέτρων προκειμένου να ανασχεθεί η πανδημία (ή: για να καταδειχθεί ότι «ό,τι μπορούμε, κάνουμε!», που εξαρχής ήταν η ουσία των πραγμάτων), έχει σημασία με ποια λογική γίνεται η προσέγγιση των μέτρων: καταγγελίας των «κακών»; τιμωρητικότητας έναντι των αφρόνων; απόσεισης της ευθύνης; εξήγησης ότι «αυτό είναι το περισσότερο που μπορούμε» για προστασία. έχει πολύ μεγάλη σημασία, ώστε να μην επικρατήσει μια αντίληψη (πολιτικά αποδοτικής, αλλά) τραυματιστικής διχαστικότητας στην ούτως ή άλλως διχασμένη κοινωνία «μας». Και να επικεντρωθεί η προσοχή στο αποτέλεσμα/στην συγκράτηση της πανδημίας.
Γιατί... αυτό είναι το ζητούμενο, όχι μια οποιαδήποτε αίσθηση αυτοδικαίωσης.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 16/11/2021. 

Ingebor Beugel, Κυριάκος Μητσοτάκης, Υlva Johanson - η ουσία και το ύφος

Δεν ήταν καθόλου ευχάριστη η αντιπαράθεση – σε συνέντευξη Τύπου, στο Μέγαρο Μαξίμου – της Ολλανδής δημοσιογράφου Ingeborg Beugel με τον Έλληνα Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη γύρω από το θέμα των απωθήσεων – επαναπροωθήσεων/push-backs στο Αιγαίο. Στο θέμα αυτό, που διεκδίκησε το προσκήνιο και δύσκολα «φεύγει», υπήρξε μια σειρά από θέματα ύφους που τραυματίζουν. υπάρχει όμως και πολύ βαρύτερη ουσία.
Θα μας επιτραπεί να ξεκινήσουμε από το δεύτερο, εκείνο που όσες κινήσεις κι αν γίνουν για απομάκρυνση από την δημόσια προσοχή θα συνεχίσει να επανέρχεται: γίνονται ή όχι, συστηματικά ή ευκαιριακά push-backs στα ταραγμένα νερά του Αιγαίου; Ποια η στάση της επίσημης Ελλάδας, δηλαδή του Λιμενικού και των υπουργείων; ποια η συμμετοχή της Frontex; Ποιοι οι τρόποι των push-backs, ποιο το ανθρώπινο κόστος;
Η Ingeborg Beugel είναι μια Ολλανδή δημοσιογράφος που την έχει την συνήθεια να ενοχλεί τους εκάστοτε Έλληνες επισήμους κάποτε βασιζόμενη σε πληροφόρηση από ΜΚΟ: Παλιά, σε φάση της κρίσης στην Βοσνία/μνήμες γενοκτονίας στην Σρεμπρένιτσα, διαξιφισμός της με τον Θόδωρο Πάγκαλο είχε προσκαλέσει τηλεοπτικό σάλο. Όμως, για παράδειγμα, η Ylva Johanson – αυτή είναι η αρμόδια για τις Εσωτερικές Υποθέσεις Επίτροπος της ΕΕ (η οποία ΕΕ δεν είναι ακριβώς ΜΚΟ, και έχει κομβικό ρόλο στα θέματα προσφύγων/μεταναστών και ασύλου. ούτε και η Καθολική Εκκλησία είναι άλλωστε ΜΚΟ, το λέμε αυτό ενόψει επίσκεψης Πάπα Φραγκίσκου στην Ελλάδα) και προ εβδομάδων, αναφερόμενη σε καταγγελίες για push-backs αφενός από την Κροατία και αφετέρου από την Ελλάδα, για την πρώτη μεν δήλωνε ότι «παίρνει το ζήτημα πολύ σοβαρά και θα αρχίσουν αμέσως έρευνες [...] ο (Κροάτης) υπουργός ήταν σοκαρισμένος», ενώ για την Ελλάδα «η συζήτηση με τον Έλληνα υπουργό ήταν πολύ διαφορετική». Ο δε εκπρόσωπος Τύπου της ΕΕ Adalbert Jahnz, αφού εξέφρασε την «σοβαρή ανησυχία της Επιτροπής» δήλωσε ότι «[η Επιτροπή] δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει, οποιαδήποτε μέτρα επί παραβάσεως σε σχέση με τις εναπαπροωθήσεις. Έχουμε πει κατ' επανάληψιν ότι είναι παράνομες».
Επίσης ουσία είχαν δυο πράγματα που κατέθεσε – έστω με το δυσάρεστο επιθετικό ύφος της – η Ολλανδή δημοσιογράφος, δυο πράγματα που θα ήταν πολύτιμα για την Ελληνική διαπραγματευτική θέση: πρώτον, ότι επί έξη χρόνια η Ελλάδα αφέθηκε να μάχεται μόνη με το προσφυγικό/μεταναστευτικό ρεύμα από Τουρκία, με τους εταίρους να «βολεύονται» με την σκλήρυνση της Ελληνικής στάσης. δεύτερον, ότι στην Ολλανδία (της οποίας παρευρισκόταν ο πρωθυπουργός Μαρκ Ρούττε) υπάρχουν Δήμοι πρόθυμοι να φιλοξενήσουν πρόσφυγες για μετεγκατάσταση, όμως η Κεντρική Κυβέρνηση το αποτρέπει. Και οι δυο αυτές συνεισφορές θα μπορούσαν να αποτελέσουν χρήσιμα όπλα διαφώτισης της διεθνούς κοινής γνώμης, αν (ΑΝ) κάποιος ενδιαφερόταν να τα αξιοποιήσει έτσι, αντί να παίζει για το εσωτερικό ακροατήριο.
Αυτά είναι τα ουσιαστικά, μαζί και με την σταθερή αναφορά σε push-backs από Μέσα Ενημέρωσης όπως ο Spiegel, η SZ, η Guardian, η Deutsche Welle: ακόμη κι αν θεωρήσει κανείς ότι υποκρύπτουν υποκριτικές ευαισθησίες, αυτού του είδους τα Μέσα είναι που δημιουργούν την διεθνή κοινή γνώμη.
Όμως... δυο λόγια και για τα θέματα ύφους, τα οποία σχεδόν μονοπώλησαν το παρ' ημίν ενδιαφέρον. Πρώτον, η θεατρικότητα της καταγγελίας της Ολλανδής δημοσιογράφου έφερε τον Έλληνα Πρωθυπουργό εκτός εαυτού: επικίνδυνο, αυτό, αν σκεφθεί κανείς πόσες εντάσεις έχει μπροστά του – να φαντασθούμε ΕλληνοΤουρκικά, άμα ξεφύγουν; - οπότε μια εικόνα «εκτός εαυτού» σε συνέντευξη εντός έδρας/στο Μαξίμου δεν προοιωνίζεται καλά πράγματα. Δεύτερον, ο Κ. Μητσοτάκης θεώρησε ότι η Ολλανδή δημοσιογράφος θίγει, εν τω προσώπω του, ολόκληρο τον Ελληνικό λαό. η δε Ingeborg Beugel θεώρησε ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός προσβάλλει το σύνολο των δημοσιογράφων, διεθνώς, ψευδόμενος. Ειλικρινά, ποιος δίνει και στον έναν και στην άλλη το δικαίωμα να θεωρούν ότι αντιπροσωπεύουν το σύνολο της πλευράς από την οποία αποφάσισαν να ομιλούν; Τρίτον, η αναφορά του Έλληνα Πρωθυπουργού στις «ευθείες ερωτήσεις» που έχουν την (κακή) συνήθεια να κάνουν οι Ολλανδοί δημοσιογράφοι (θυμηθήκαμε προς στιγμήν πώς στο HardTalk του ΒΒC ο Steven Sacur – δεν είναι Ολλανδός, αυτός... - «έκανε φέτες» τον Χάρη Θεοχάρη όταν εκείνος θέλησε να δώσει καλλωπισμένη εικόνα για τους εμβολιασμούς στην Ελλάδα, με τουρισμό στο φόντο). Σε αντίθεση, προδήλως, με την πραότητα των αντίστοιχων Ελλήνων. Αρκετά υποτιμητικό για τ ους εγχώριους δημοσιογράφους – ή όχι;
Να κλείσουμε με μια αφήγηση: Έλληνας δημοσιογράφος, στο Νταβός, επί συναντήσεων Μητσοτάκη-Ντεμιρέλ (συνέχεια της «μεγάλης» συνάντησης Παπανδρέου-Οζάλ, με Κυπριακό στο ράφι, mea culpa κοκ), κάνει την πρώτη ερώτηση σε συνέντευξη του Τούρκου Προέδρου, ερώτηση ηπίως επιθετική με τα Δυτικά μέτρα. Πέφτει παγωμάρα στην αίθουσα που είχε κυρίως τούρκους δημοσιογράφους, επισήμους, ασφαλίτες – τα συνήθη – με ένα στοιχείο εχθρότητας φανερό. Ο πολύπειρος Τούρκος πρωθυπουργός, απαντά «δίπλα» από την ουσία, ο Έλληνας δημοσιογράφος επιχειρεί να προχωρήσει – διακόπτεται, «πάμε παρακάτω». Οι επόμενες ερωτήσεις, των Τούρκων συναδέλφων, σαφώς .... μη-ευθείες. Δίνουν βάση σε επεξηγηματικά λογύδρια Ντεμιρέλ. Ογκώδης λεπτομέρεια: οι ερωτήσεις γίνονται από – όχι αμελητέους – Τούρκους δημοσιογράφους, οι οποίοι πετιούνται όρθιοι σαν ελατήριο ήταν τους δινόταν ο λόγος. Και.... έκλειναν την ερώτησή τους με μια κλίση του σώματος προς τα εμπρός και ένα σεβαστικό «εφέντιμ».
Μετά από ημέρες, ο δημοσιογράφος περιγράφει την εμπειρία – πίσω στην Αθήνα – στον Μητσοτάκη (Κωνσταντίνο): «Έτσι είναι αυτοί», το σχόλιο του.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 11/11/2021. 

Σελίδα 1 από 126