Σάββατο, 22 Ιούνιος 2024

Μετά τη μεταπολίτευση τί;

Πώς θα είναι άραγε η Ελλάδα το 2030, όταν εορτασθούν τα 200 χρόνια από την αναγνώριση ανεξάρτητου κράτους; Θα έχουμε περάσει στη μετά-τη-μεταπολίτευση εποχή ή θα έχουμε ακόμη μείνει δέσμιοι στο κλέος αυτής της λαμπρής επιτυχίας του ελληνικού έθνους, της επί 46 ήδη χρόνια θεσμικής ομαλότητας, με τον ίδιο τρόπο που μας χαρίζει αυταρέσκεια η απρόσμενη επιτυχία της ελληνικής επανάστασης του 1821 και η παγκόσμιας εμβέλειας λάμψη της ελλαδικής αρχαιότητας;
Πράγματι, η πρωτόγνωρη ακώλυτη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών είναι η μεγάλη κατάκτηση της μεταπολίτευσης. Η επί επτά χρόνια σε «γύψο» ελληνική πολιτική κοινωνία, με τη μακρά εμπειρία εμφύλιων διχασμών και βασιλικών υπερβάσεων εξουσίας, ωρίμασε απότομα διασφαλίζοντας τις προϋποθέσεις μίας σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Η καταστατική πράξη της μεταπολίτευσης δεν είναι ίσως η ψήφιση του νέου Συντάγματος αλλά δύο θεσμικές επαναστάσεις: Πρώτον, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ και η ελεύθερη πλέον λειτουργία όλων των πολιτικών κομμάτων με το ν.δ. 59/1974 και, δεύτερον, το συντακτικό δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974, υπέρ της προεδρευόμενης δημοκρατίας. Οι δύο απόλυτα θετικές αυτές εξελίξεις δεν στερούνταν αρνητικών αντηχήσεων. Η ελεύθερη λειτουργία κατέληξε εν πολλοίς σε κομματοκρατία, με επεκτατική κατάληψη από τα κόμματα και άλλων σφαιρών της δημόσιας (ακόμη ενίοτε και ιδιωτικής) ζωής που δεν τους ανήκαν. Και η απομείωση και των τελευταίων εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας στην αφαίρεση, στο πλαίσιο ενός δικομματισμού, κάθε αντιβάρου απέναντι σε έναν ολοένα και περισσότερο ενισχυόμενο Πρωθυπουργό.
Η υποχώρηση της μαζικότητας των κομμάτων, κατά το δεύτερο μισό της μεταπολίτευσης, που σηματοδοτείται από την τελευταία πρωθυπουργική θητεία του Ανδρέα Παπανδρέου, ακολούθησε, ίσως όχι τυχαία, την επανάσταση του ΑΣΕΠ, αφήνοντας πίσω της ένα πολιτικό τοπίο με λιγότερη συμμετοχή και λιγότερα πάθη. Ήταν όμως η εύτακτη χρεωκοπία του 2009-10. που μας εισήγαγε στο επίμετρο της μεταπολίτευσης, με τα πολιτικά πάθη να ξαναφουντώνουν και τον πολιτικό διχασμό να αναζωπυρώνεται. Η μακρά διαπάλη μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας, εμφανής ήδη στην Επανάσταση για την ανεξαρτησία της Ελλάδας στις αρχές του 19ου αιώνα, άσβεστη διαρκώς, και διαρρηγνύουσα τις κομματικές γραμμές, πήρε και πάλι απτά χαρακτηριστικά: οι «πατριώτες» εναντίον των «γερμανοτσολιάδων», οι δυτικότροποι, φιλοευρωπαίοι εναντίον της «καθ' ημάς Ανατολής». Η σύγκρουση του «αντιστασιακού» ΟΧΙ με το «μένουμε-ευρωπαϊκό» ΝΑΙ στο δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015 ήταν η κορωνίδα αυτού του πανταχού παρόντος κοινωνικο-πολιτικού ρήγματος.
Μια (άνω;) τελεία μπαίνει σε αυτούς τους επανερχόμενους μικρότερους ή μεγαλύτερους εμφυλίους με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου στις 13 Ιουλίου του 2015. Με την έμπρακτη αναγνώριση ότι η δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας, με ορόσημα την κατάθεση του προϋπολογισμού του 2010 και την υπογραφή του πρώτου και του δεύτερου μνημονίου, ήταν πράγματι εν τέλει μονόδρομος, όσο και αν αμφισβητήθηκε και λοιδορήθηκε τόσο από τη δεξιά, αρχικά, όσο και από την αριστερή παράταξη. Η διάρρηξη των διαχωριστικών γραμμών, εμφανής στις συμμαχικές κυβερνήσεις από το 2011, καθρεφτίστηκε στην υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών και επιστεγάστηκε στις εκλογές του 2019, όταν, για πρώτη φορά μετά το 1974, η ΝΔ, το κόμμα της παραδοσιακής δεξιάς, έγινε ο κύριος πόλος έκφρασης ιδεών εκσυγχρονισμού, κινητοποιώντας αλλότριες πολιτικές δυνάμεις.
Χωρίς να εκλείψουν, βέβαια, οι πολιτικές διαμάχες και η σύγκρουση μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας, ενόψει και των τεχνολογικών εξελίξεων, με τις αφίσες, τις ντουντούκες και τις μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις να έχουν προ πολλού μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, η ενοποιητική λειτουργία των κομμάτων εξέλειψε εντελώς, η πολιτική σφαίρα κατέστη διαδικτυακή, η πολιτική κοινωνία πολυδιασπασμένη, όπως, εξάλλου, και πέραν των εθνικών συνόρων.
Αν η νομιμοποίηση του ΚΚΕ από την εκτελεστική εξουσία είναι η συμβολική στιγμή για μετάβαση στο μεταπολιτευτικό πολιτικό γίγνεσθαι, ίσως η καταδίκη της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής ως μελών εγκληματικής οργάνωσης από τη δικαστική εξουσία, τον Οκτώβριο του 2020, να συμβολίζει την ωρίμανσή του, την άρση κάποιων ταμπού, όπως η συζήτηση για απαγόρευση πολιτικού κόμματος, ως εργαλείου υπεράσπισης της δημοκρατίας.
Η αλλαγή μοντέλου αντιμετώπισης κομματικών υπερβάσεων αφορά, εξάλλου, και τα, διαφορετικής έντασης και ποιότητας, βεβαίως, φαινόμενα άσκησης βίας, για παράδειγμα, στα πανεπιστήμια, διαρρηγνύοντας ένα άλλα ταμπού της μεταπολίτευσης, το πανεπιστημιακό άσυλο.
Αν όμως κάτι αναντικατάστατο ακόμη μας κληροδότησε η μεταπολίτευση, εκτός από τη θεσμική ομαλότητα, είναι η ένταξη στην Ευρώπη, η παραμονή στην Ένωση, και δη στον πυρήνα της, την ΟΝΕ. Είναι αυτή που εξασφαλίζει τα ελλείποντα αντίβαρα στον πρωθυπουργοκεντρισμό, στην ελλειμματική υλοποίηση της αρχής κράτους δικαίου και της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, στις άφρονες οικονομικές πολιτικές του παρελθόντος. Και αν κάτι αξίζει για το μέλλον είναι η προσπάθεια να μείνουμε στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (ότ)αν αρχίσει η διαδικασία της μετάλλαξής της σε μια ένωση ομόκεντρων κύκλων.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 22/5/2021. 

Ανάλυση δεδομένων, ευφυής επιχείρηση και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σήμερα

Μόνο η πολυπλοκότητα μπορεί να δαμάσει την πολυπλοκότητα (W. Ross Ashby).

Η επιχειρηματική λειτουργία είναι στενά συνυφασμένη με τη διαχείριση του ρίσκου, ο δε επιχειρηματικός σχεδιασμός είναι από τη φύση του μια πολυσύνθετη και επίπονη διαδικασία, που επηρεάζεται αποφασιστικά από την παράμετρο αβεβαιότητα. Σύμφωνα με αναλυτές του ΔΝΤ o Παγκόσμιος Δείκτης Αβεβαιότητας (World Uncertainty Index) σήμερα βρίσκεται 50% πάνω από τα ιστορικά υψηλά της περιόδου 1996-2010.
Η ανατροπή που επέφερε η κρίση της πανδημίας ανέδειξε, μεταξύ των άλλων, την ανθεκτικότητα εκείνων των οργανισμών που διαχειρίζονται γρήγορα και αποτελεσματικά δεδομένα και διαδικασίες, λαμβάνουν εγκαίρως αποφάσεις και προσαρμόζονται ταχύτατα στο νέο περιβάλλον. Σε έναν ανοικτό, διασυνδεδεμένο κόσμο με πολλαπλές εισροές και εκροές δεδομένων, η επιχειρηματική ευφυία που συνδέεται με την ευφυή διαχείριση των δεδομένων, καθίσταται πλέον βασική προϋπόθεση για επιβίωση και ανάπτυξη. Έχει λεχθεί και σωστά ότι τα δεδομένα είναι το πετρέλαιο του 21ου αιώνα. Με βάση πρόσφατες μελέτες, οι άνθρωποι παράγουν παγκοσμίως 2.5 quintillion bytes (2,5 πεντάκις εκατομμύρια) δεδομένων την ημέρα. Σύμφωνα με την πρόσφατη μελέτη του Ψηφιακού Παρατηρητήριου του ΣΕΒ, οι επιχειρήσεις που αναπτύσσουν μεθοδολογίες και εργαλεία για την ανάλυση των δεδομένων τους αλλά και την αξιοποίηση των Big Data αποκτούν σημαντική ικανότητα καλύτερης κατανόησης της λειτουργίας τους καθώς και τη δυνατότητα εξαγωγής χρήσιμων συμπερασμάτων και προβλέψεων.

Τα σύγχρονα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης απογειώνουν την αξία των δεδομένων
Γενικά, η ανάλυση δεδομένων (analytics) με σκοπό την καλύτερη παροχή πληροφορίας και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας δεν είναι καινούργιες έννοιες. Αντιθέτως εξελίσσονται ολοένα, με τις τεχνολογίες ανάλυσης δεδομένων να είναι σε υψηλή ζήτηση και τους οργανισμούς να διερευνούν συνεχώς νέες δυνατότητες. Η αλλαγή παραδείγματος σήμερα προκαλείται από την χρήση των σύγχρονων εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία έχουν την ικανότητα να επεξεργάζονται τεράστιες ποσότητες δεδομένων και να δημιουργούν έτσι υπεραξία για τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς που προσεγγίζουν τον τομέα με στρατηγική και ανοικτό ορίζοντα. Οι οργανισμοί με ισχυρή κουλτούρα πληροφόρησης και λήψης αποφάσεων βασισμένες σε αυτήν, έχουν διπλάσια πιθανότητα να υπερβούν σημαντικά τους επιχειρηματικούς τους στόχους. Σύμφωνα με έρευνα της Deloitte, από το 39% των εταιρειών που δηλώνουν ότι διαθέτουν ισχυρή κουλτούρα analytics, το 48% ξεπέρασε σημαντικά τους επιχειρηματικούς στόχους τους τελευταίους 12 μήνες, γεγονός που τις καθιστά δυο φορές πιο πιθανό να το επιτύχουν σε σχέση με το 61% των εταιρειών που υστερεί σε κουλτούρα analytics.

Κλειδί ο μετασχηματισμός προς έναν Insight-Driven Organization
Πλέον, δημιουργείται μια νέα τύπου επιχειρηματική οργάνωση, όπου η λειτουργία της βασίζεται όλο και περισσότερο στην έξυπνη διαχείριση των δεδομένων/πληροφοριών, δομημένων και μη δομημένων. Η επιχείρηση αυτή είναι ένας οργανισμός που μετασχηματίζεται όχι απλά σε μια ψηφιοποιημένη οργάνωση (Data Driven) αλλά σε μια Insight-Driven Organization. Κλειδί για το μετασχηματισμό αυτό είναι η αξιοποίηση των σύγχρονων εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης που ανοίγουν κυριολεκτικά νέους δρόμους στην ανταγωνιστικότητα. Η αλλαγή της διοικητικής κουλτούρας είναι το πρώτο βήμα για τη μετάβαση σε ένα επιχειρηματικό μοντέλο βασισμένο σε δεδομένα. Αυτή με τη σειρά της μετασχηματίζει τις διαδικασίες λειτουργίας ώστε να αξιοποιούν σε καθημερινή βάση ψηφιακά εργαλεία συλλογής και ανάλυσης δεδομένων. Το Παρατηρητήριο Ψηφιακού Μετασχηματισμού του ΣΕΒ, με τη συνεργασία της Deloitte, προτείνει μάλιστα έναν οδικό χάρτη για την επιτάχυνση της ψηφιακής μετάβασης και την επιτυχημένη αξιοποίηση των εργαλείων αυτών από κάθε επιχείρηση, που θέλει να κτίσει ένα ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στη νέα ψηφιακή εποχή.

Η Διπλωματία στον ψηφιακό κόσμο: προκλήσεις και ευκαιρίες

Η εκτεταμένη χρήση της τεχνολογίας για την επικοινωνία εν μέσω της κρίσης της πανδημίας, συνετέλεσε, σε μεγάλο βαθμό, στην εξοικείωση των πολιτών με τα νέα εργαλεία της ψηφιακής τεχνολογίας. Το τέλος της κρίσης θα φέρει στο προσκήνιο, μεταξύ άλλων, και τις νέες δυνατότητες της τεχνολογίας της επικοινωνίας που έχουν ήδη προκαλέσει ανατροπές σε κατεστημένες ιδέες και αντιλήψεις. Η διπλωματία δεν θα μείνει ανεπηρέαστη. Η δημόσια συζήτηση και μελέτη των τρόπων με τους οποίους η ψηφιακή τεχνολογία επηρεάζει τη διπλωματία, είναι άλλωστε σε εξέλιξη.
Οι δυνατότητες που προσφέρουν στη διπλωματία οι εφαρμογές της διαρκώς εξελισσόμενης τεχνολογίας, είναι ακόμα σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητες. Οι παρανοήσεις και υπερβολές δεν σπανίζουν. Μια συχνά επαναλαμβανόμενη παρανόηση είναι ότι η ψηφιακή τεχνολογία αντικαθιστά, περιθωριοποιεί ή μεταβάλλει δραστικά όλες τις πτυχές άσκησης της διπλωματίας και σημαίνει «το τέλος της». Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που οι τεχνολογικές εξελίξεις στην επικοινωνία οδηγούν σε συμπεράσματα για το τέλος της διπλωματίας. Στα τέλη του 19ου αιώνα, βρετανοί μεταρρυθμιστές και οικονομολόγοι υποστήριξαν ότι η χρήση του τηλεγράφου είχε καταστήσει περιττή τη συνέχιση δαπανών για τη λειτουργία αριθμού πρεσβειών. Στην πράξη, η ανάπτυξη των επικοινωνιών ενίσχυσε τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για την εξωτερική πολιτική από τις πρωτεύουσες και τα υπουργεία Εξωτερικών εξελίχθηκαν σε πιο οργανωμένους θεσμούς. Η επανάσταση της επικοινωνίας επιδρά σήμερα στην άσκηση της διπλωματίας ταχύτερα από την επίδραση των τεχνολογικών εξελίξεων σε προηγούμενες εποχές. Η απευθείας επικοινωνία. μεταξύ ηγετών και πολιτικών -με SMS, WhatsApp ή Twitter- είναι πλέον τακτική. Οι διπλωμάτες παραπονούνται συχνά ότι ο ρόλος τους έχει περιοριστεί και ότι τα διπλωματικά κανάλια παρακάμπτονται. Είναι γεγονός ότι στην εποχή της ευκολίας της επικοινωνίας, οι ρυθμοί της παραδοσιακής διπλωματίας έχουν οριστικά χαθεί. Η διπλωματική εργασία διατηρεί ωστόσο τα μόνιμα και αναλλοίωτα στοιχεία της: Οι διπλωμάτες είναι επιφορτισμένοι με την εκπροσώπηση και προώθηση των συμφερόντων της χώρας τους και συνεχίζουν να αναπτύσσουν την παραδοσιακή δραστηριότητα συλλογής πληροφοριών, πραγματοποίησης διαβημάτων, σύνταξης αναφορών, αναλύσεων και εισηγήσεων. Η διπλωματία παραμένει εργαλείο διαπραγμάτευσης για λύσεις σε διεθνή προβλήματα και κρίσεις. Η εμπιστοσύνη στο πλαίσιο αυτό, είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Η επικοινωνία και η ενημέρωση μέσω διαδικτύου δεν υποκαθιστά την πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία ούτε την αξία της ανθρώπινης επαφής.
Όταν όμως ο τρόπος με τον οποίον ο κόσμος επικοινωνεί αλλάζει, η διπλωματία οφείλει να συμβαδίσει με τις αλλαγές της εποχής και να αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα και τις νέες ευκαιρίες ώστε να συνεχίσει να διαδραματίζει τον ρόλο της. Το ερώτημα δεν είναι λοιπόν εάν η τεχνολογία καθιστά χρήσιμη ή όχι τη διπλωματία. Τη διπλωματία δεν μπορεί να υποκαταστήσει το Twitter, η Wikipedia ή το Skype. Το ερώτημα είναι πώς θα βρει η διπλωματία τον βηματισμό της ως μέρος της νέας πραγματικότητας και θα την αξιοποιήσει για να ενισχύσει την αποτελεσματικότητά της. Αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρέχει η ψηφιακή τεχνολογία, πολλοί διπλωμάτες υιοθετούν τη χρήση των ψηφιακών μέσων δικτύωσης και επιλέγουν να ασκήσουν δημόσια διπλωματία μέσω του Διαδικτύου. Αριθμός δε υπουργείων Εξωτερικών ενθαρρύνει την πρακτική αυτή ως προσφορότερη και οικονομικότερη.
Η ψηφιακή τεχνολογία έχει δυνατότητες να ενισχύσει την πολιτιστική όπως και την οικονομική διπλωματία, αλλά και να βελτιώσει την ποιότητα παροχής προξενικών υπηρεσιών, να συμβάλει στην επικοινωνία με τους ομογενείς, στην ενημέρωση των πολιτών στο εξωτερικό και να αποβεί πολύτιμη στην αντιμετώπιση και διαχείριση κρίσεων. Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών έκανε, κατά γενική ομολογία, επιτυχή χρήση του Διαδικτύου για την ενημέρωση των Ελλήνων στο εξωτερικό κατά την κρίση του κορονοιού.
Η χρήση των ψηφιακών μέσων επικοινωνίας και προβολής, δεν αναβαθμίζει ασφαλώς από μόνη της τις επιδόσεις των υπουργείων Εξωτερικών. Μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη και αποτελεσματικότερη χρήση των πραγματικών δυνάμεων που διαθέτουν. Η ψηφιακή τεχνολογία μπορεί να συμπληρώσει και να ενισχύσει τον ρόλο της διπλωματίας εφόσον αντιμετωπιστεί όχι μόνο ως εργαλείο επικοινωνιακής τακτικής, αλλά εάν αξιοποιηθεί με στρατηγικό σχεδιασμό για την προώθηση των στόχων της εξωτερικής πολιτικής. Κατά πρόσφατη παρουσίαση βιβλίου στο υπουργείο Εξωτερικών (3/2/2020), ο Πρόεδρος της Ένωσης Διπλωματικών Υπαλλήλων (ΕΔΥ) μας υπενθύμισε ότι τον Φεβρουάριο 1996, οι ελληνικές θέσεις για την κρίση των Ιμίων ήταν το πρώτο κείμενο που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του ΥΠΕΞ (στην ελληνική και αγγλική γλώσσα), με εντολή του τότε αρμόδιου Διευθυντή πρέσβη Γ. Σαββαΐδη. Αν η αξιοποίηση αυτή ήταν χρήσιμη τότε, που η χρήση του διαδικτύου ήταν ακόμα στην αρχή, μπορεί να αντιληφθεί κανείς το εύρος των δυνατοτήτων που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την υποστήριξη της σύγχρονης ελληνικής διπλωματίας, η οποία καλείται να αντιμετωπίσει προκλήσεις αυξανόμενες σε αριθμό αλλά και σε πολυπλοκότητα. Η χώρα μας μόλις εξήλθε από δεκαετή οικονομική κρίση, η οποία δεν άφησε αλώβητη τη λειτουργία της ελληνικής διπλωματίας. Οι συνεχιζόμενες όμως γεωπολιτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η εξωτερική της πολιτική υπογραμμίζουν την ανάγκη εκσυγχρονισμού με αξιοποίηση και των δυνατοτήτων που προσφέρει η ψηφιακή τεχνολογία.
Η συζήτηση για τη διπλωματία στην ψηφιακή εποχή αφορά πρωτίστως το τί αναμένουμε ως πολίτες από τη διπλωματία του αύριο και πώς θα της εξασφαλίσουμε το μέλλον που επιθυμούμε. Η Ελλάδα διαθέτει έμπειρους και ικανούς διπλωμάτες, υψηλού επιπέδου επιστήμονες, στελέχη υπηρεσιών και τεχνοκράτες, αλλά και νέους που διαπρέπουν στην καινοτομία. Μπορούν και πρέπει να συμμετέχουν στον προβληματισμό για τη διπλωματία και το μέλλον της στην ψηφιακή εποχή με στόχο την κατάλληλη υποστήριξη και ενίσχυση της ελληνικής διπλωματίας.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 17/5/2020. 

Εφικτές προτάσεις για τη βελτίωση της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

Εδώ και πολλές δεκαετίες η πραγματοποίηση ριζικών αλλαγών στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό κάθε θητείας ενός Υπουργού Παιδείας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των αλλαγών , φανερώνει δύο χρόνια προβλήματα του συστήματος. Την προσκόλληση σε μεθόδους διαπαιδαγώγησης που ανήκουν σε παλαιότερες εποχές αλλά και την αδυναμία τήρησης ενός κοινού προσανατολισμού.
Αρχίζοντας απο το πρώτο πρόβλημα, χρειάζεται να επισημανθεί οτι τα τελευταία χρόνια γίνονται αξιοσημείωτες προσπάθειες για τον εκμοντερνισμό του τρόπου διδασκαλίας, κάτι το οποίο μπόρει να επιβεβαιωθεί και απο την προσωπική μου εμπειρία, καθώς είχα την τύχη να φοιτήσω σε ένα σχόλειο στο οποίο πολλοί καθηγητές είχαν καινοτόμες ιδέες. Παράλληλα εκδόθηκαν κάποια ιδιαίτερα βελτιωμένα συγγράμματα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον «Φάκελο Υλικού» των Αρχαίων Ελληνικών της Τρίτης Λυκείου, βιβλίο το οποίο, ποιοτικά, απείχε σε μεγάλο βαθμό απο το προηγούμενο για το συγκεκριμένο μάθημα. Δυστυχώς όμως, πρόκειται για εξειδικευμένες περιπτώσεις, οι οποίες αν γενικευθούν και προωθηθούν απο το Υπουργείο μπορούν να συμβάλλουν άμεσα στην βελτίωση του συστήματος.
Οσον αφορά στο δεύτερο ζήτημα, προκύπτει εύλογα το ερώτημα: Πως θα επιτευχθεί ο κοινός προσανατολισμός, όταν το Υπουργείο στελεχώνεται απο κυβερνήσεις που έχουν ιδεολογικές διαφορές;
Καθώς τα τελεταία χρόνια έχει καταστεί σαφές οτι η κοινή αυτή κατεύθυνση δεν έχει επιτευχθεί, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν θεσμοί με στόχο την επίτευξη της σταθερότητας στον τομέα αυτό. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να προταθεί η δημιουργία ενός διασχολικού μαθητικού συμβουλίου, αποτελούμενου απο μαθητές λυκείου, κάθε ένας απο τους οποίους θα εκπροσωπεί το σχολείο του, ενώ θα υπάρχει και ένας αριθμός εκπροσώπων που θα είναι επιλεγμένοι με τυχαία δειγματοληψία απο το σύνολο των μαθητών. Εκεί θα κατατίθενται τα προτεινόμενα νομοσχέδια απο το Υπουργείο Παιδείας. Ο θεσμός αυτός θα έχει την δυνατότητα να απορρίψει άρθρα ένος νομοσχεδίου, εφόσον, για παράδειγμα, αντιτίθενται με αυτό η συντριπτική πλειοψηφία των σχολικών αντιπροσώπων, ένω μπορεί να προτείνει και πιθανές αλλαγές ή τροποποίησεις στις προτάσεις του Υπουργείου.
Σε περίπτωση υλοποίησης αυτής της μεταρρύθμισης, οι μαθητές θα συμμετέχουν άμεσα στη διαμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, κάτι το οποίο αφενός θα αφαιρέσει την δυνατότητα συχνών μεταβολών στην εκπαίδευση απο το εκάστοτε Υπουργείο, εαν αυτές αντιβαίνουν στην επιθυμία των φοιτούντων, και αφετέρου θα δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη πρωτοποριακών ιδεών στην διδασκαλία. Ταυτόχρονα, θα τονώσει το αίσθημα συνεργασίας αλλά και θα οδηγήσει στην ανοικοδόμηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους φορείς της εκπαίδευσης στη χώρα μας. Εντούτοις, απαραίτητη είναι η επένδυση του κράτους στον τομέα αυτό, μια επένδυση με μακροπρόθεσμο χαρακτήρα , η οποία όμως μελλοντικά έχει τη προοπτική να αποφέρει στη Ελλάδα πολύτιμα οφέλη.
Συνοπτικά, η ιδέα μπορεί να φαντάζει ρηξικέλευθη και ουτοπική, ωστόσο έως τώρα δεν έχει δοκιμαστεί κάτι αντίστοιχο και, καθώς το εκπαιδευτικό μας σύστημα παρουσιάζει μια τάση αναδρομικότητας, φαίνεται να αξίζει την προσπάθεια.

Τα κίνητρα του Ερντογάν

«Η ιστορία μας μάς επιβάλλει να παρέμβουμε όπου υπάρχει αδικία στην περιοχή μας» είπε ο Ρ.Τ.Ερντογάν (15/10). Αυτή είναι η κεντρική ιδέα Του Στρατηγικού Βάθους του Α. Νταβούτογλου: Συγκρίνει τη «δυναμική» και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική του Αμντουλχαμήτ Β' με τη συντηρητική του Μουσταφά Κεμάλ και βγάζει το συμπέρασμα ότι θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν «τα οθωμανικά κατάλοιπα» για πολιτικούς και στρατιωτικούς σκοπούς.
Με τον όρο «κατάλοιπα» (bakiye) νοούνται οι μουσουλμανικές μειονότητες στα Βαλκάνια και οι πρώην υπήκοοι του Οθωμανικού Κράτους στη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική.
Έκτοτε αυτή η ιδέα των τριών ηπείρων και πολλών θαλασσών άρεσε και εκφράστηκε συχνά στην Τουρκία. Ο ΡΤΕ δεν έχει τα εφόδια για να αναπτύξει και να θεμελιώσει μια τέτοια θεωρία, αλλά θα μπορούσε να την οικειοποιηθεί και να την εφαρμόσει. Και μάλλον αυτό κάνει. Μόνο που αυτήν τη φορά αυτή η πολιτική βιώνεται ως φάρσα.
Η πολιτική των ύστερων χρόνων του οθωμανικού κράτους ήταν όντως πολυδιάστατη αλλά βασιζόταν σε συμμαχίες. Π.χ., οι Ρώσοι βόηθησαν τους Οθωμανούς για να ανακαταλάβουν τα Επτάνησα από τους Γάλλους (1799) και μετά για να απωθήσουν τον αιγυπτιακό στρατό που προχωρούσε προς την Κων/πολη (1833). Η Αγγλία και Γαλλία πολέμησαν στην Κριμαία κατά των Ρώσων ως σύμμαχοι των Οθωμανών (1853-6). Ο ΡΤΕ έχει μόνο εχθρούς.
Ο Απντουλχαμήτ είχε εξασφαλίσει την υποστήριξη του ισλαμικού κόσμου με την επίκλησή στον Ιερό Πόλεμο, ενώ ο ΡΤΕ έχει γίνει ο βασικός εχθρός του αραβικού κόσμου. Αυτά είναι τα αποτελέσματα όταν οι ευχάριστες αυταπάτες αντικαθιστούν τη γνώση και την κριτική σκέψη.
Μια άλλη ερμηνεία της ακατανόητης συμπεριφοράς του ΡΤΕ είναι ότι - και με την παρότρυνση κάποιων αντιδυτικών κύκλων - παίζει ένα παιχνίδι υπερβολικών απαιτήσεων, που αν στο τέλος δεν επιτύχει θα μπορούσε εναλλακτικά να αλλάξει στρατόπεδο με την απομάκρυνσή του από τη Δύση. Ο ΡΤΕ βλέπει ότι το «μοντέλο» διακυβέρνησης που έχει κατά νου και που θα του εξασφαλίσει την παραμονή του στην εξουσία δεν μπορεί να εφαρμοστεί όντας προσκολλημένος στο Δυτικό Κόσμο.
Οι παράτολμες πρωτοβουλίες του ΡΤΕ δεν συμπίπτουν με τα συμφέρονται της Τουρκίας. Και αυτό είναι κατανοητό. Το καθεστώς είναι προσωποπαγές και η ταύτιση του κράτους με τον ηγέτη απόλυτη. Για να γίνουν κατανοητές οι στρατηγικές της Τουρκίας θα πρέπει πρωτίστως να φανούν τα προσωπικά κίνητρα του ΡΤΕ.
Μια άλλη διάσταση των κινήτρων του ΡΤΕ είναι ότι βρίσκεται δέσμιος των εθνικιστικών συμμάχων του: Των Γκρίζων Λύκων του Μπαχτσελή και των στρατιωτικών με τους οποίους συμμάχησε μετά το πραξικόπημα του 2016. Βέβαια αυτές οι ερμηνείες δεν είναι αλληλοαναιρούμενες. Κάλλιστα θα μπορούσε ο ΡΤΕ να είναι μια σύνθεση αυτών.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 24/10/2020.