Σε κάποιους αναρχικούς και αντιεξουσιαστικούς χώρους υπάρχει μεγάλη σύγχυση γύρω από τα ζητήματα της δημοκρατίας και της εξουσίας. Μάλιστα κάποιοι χρησιμοποιούν τον όρο «άμεση δημοκρατία» είτε ως σχετιζόμενο με την αναρχία είτε ως μέσον ή διαδικασία προς αυτήν. Χρειάζονται λοιπόν κάποιες διευκρινίσεις.
Η δημοκρατία είναι η πραγματική λαϊκή κυριαρχία: όταν ο λαός ο ίδιος μπορεί να αλλάζει τον νόμο και να λαμβάνει τις κύριες αποφάσεις. Οταν ασκεί άμεσα την εξουσία υπό όλες τις μορφές της, κυβερνητική, νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική.
Η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι άμεση, πράγμα που συνεπάγεται ότι είναι αδιανόητη με αντιπροσώπους, κόμματα και αναθέσεις. Γι' αυτό τα σημερινά αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα δεν είναι πραγματικές δημοκρατίες, είναι φιλελεύθερες ολιγαρχίες.
Η δημοκρατική κοινωνία διέπεται από νέες σημασίες και αξίες, απαιτεί νέους θεσμούς και νόμους που δεν υπάρχουν σήμερα εντός της καπιταλιστικής και κοινοβουλευτικής θέσμισης. Τίθεται έτσι το ζήτημα της νέας οργάνωσης με την οποία θα πορευτεί η δημοκρατική κοινωνία, άρα το ζήτημα των θεσμών, του πολιτεύματος και της εξουσίας.
Η άμεση δημοκρατία δεν είναι μια ακαθόριστη έννοια ή μόνο διαδικασία, είναι και νόμοι και καθεστώς, έχει συγκεκριμένους θεσμούς, δικαιώματα, habeas corpus, άμεση παιδευτική συμμετοχή, αρχή της πλειοψηφίας κ.λπ.
Αντιθέτως, η αναρχική ιδεολογία είναι αόριστη έως αντιφατική όσον αφορά τους θεσμούς και την εξουσία. Διαβάζουμε λ.χ. στο κείμενο ενός ηλικιωμένου αναρχικού: «Αναρχία σημαίνει ένα κοινωνικό καθεστώς...από το οποίο είναι εξοβελισμένη κάθε θεσμοθετημένη μορφή καταναγκασμού και, κατά συνέπεια, κάθε θεσμισμένη μορφή πολιτικής εξουσίας».
Σε μεταγενέστερο όμως κείμενό του αυτή η άποψη αναιρείται, έστω μερικώς και αορίστως, χωρίς ίχνος κάποιας αυτοκριτικής: «Ο αναρχισμός δεν προϋποθέτει καθόλου μια μη θεσμισμένη κοινωνία, το αντίθετο, θεωρητικοποιεί μια μη συνειδητή και αναστοχαστική αυτο-θέσμιση της ανθρώπινης συλλογικότητας».
Είναι εμφανές πως εν προκειμένω υπάρχει σύγχυση και αντιφατικότητα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν μεγάλο μέρος των αναρχικών. Ενα κραυγαλέο παράδειγμα σύγχυσης είναι το ότι αποκαλούν τα σημερινά ολιγαρχικά πολιτεύματα «αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες» ή απλώς «δημοκρατίες», ενώ δέχονται πως η αντιπροσώπευση και το κράτος είναι ξένα με τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία.
Στο ζήτημα της εξουσίας υπάρχει μια μεγάλη διαφορά της δημοκρατίας από την αναρχική ιδεολογία. Η τελευταία στρέφεται κατά της εξουσίας γενικώς, όπως δηλώνουν και οι σχετικές αυτοαναφορές με τους όρους αντιεξουσιαστές, αντιεξουσία κ.ά.
Ομως η εξουσία υπήρχε πάντα και θα υπάρχει, διότι η κοινωνία για να υπάρξει και να λειτουργήσει χρειάζεται λ.χ. νόμους, τους οποίους πρέπει κάποιοι να νομοθετήσουν και όλοι να εφαρμόσουν, και αυτό απαιτεί καθεστώς και θεσμούς, δηλαδή εξουσία. Το ουσιαστικό επομένως είναι ποιος ασκεί την εξουσία και πώς την ασκεί. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα κράτος.
Ενα παράδειγμα είναι η αρχαία δημοκρατία στην οποία δεν υπήρχε κράτος, υπήρχε όμως εξουσία η οποία δεν ήταν αλλοτριωμένη, δεν ήταν κτήμα ενός προσώπου, ενός κόμματος ή μιας τάξης, δεν ανήκε σε κανέναν, αλλά σε όλους τους πολίτες. Δεν υπήρχε διαχωρισμός εξουσίας και κοινωνίας, αλλά ταύτιση του πολιτικού σώματος με το κοινωνικό.
Αμεση συνέπεια είναι και η σύγχυση στο ζήτημα της συλλογικής ελευθερίας, η οποία στη δημοκρατία νοείται ως συμμετοχή όλων των πολιτών στην εξουσία. Ο Αριστοτέλης το εκφράζει ως εξής: Ελευθερίας δε εν μεν το εν μέρει άρχεσθαι και άρχειν. Ετσι, η πολιτική έννοια της συλλογικής ελευθερίας χάνεται από το πεδίο της αναρχικής ιδεολογίας, αφού έχει χαθεί πρώτα η εξουσία.
O αναρχισμός διατείνεται επίσης πως σε μια συνέλευση οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με ομοφωνία, με γενική συναίνεση. Ομως η δημοκρατία βασίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας, η οποία έχει νόημα μόνο όταν γίνεται δεκτό ότι κάθε ψήφος είναι ισοδύναμη με οποιαδήποτε άλλη. Αυτό σημαίνει πως όλες οι γνώμες είναι ισοδύναμες και συνεπώς «ο αριθμός των γνωμών υπέρ μιας απόφασης έχει κάποιο βάρος, δημιουργεί ένα τεκμήριο ορθότητας».
Αλλωστε σε ένα δημοκρατικό καθεστώς η πλειοψηφία και η μειοψηφία δεν είναι σταθερές και δεδομένες, αλλάζουν αναλόγως του προς συζήτηση θέματος. Συνεπώς, κάποιος που ανήκει στη μειοψηφία σε κάποια ψηφοφορία μπορεί κάλλιστα σε μια επόμενη ψηφοφορία να ανήκει στην πλειοψηφία.
Φυσικά, θα πρέπει να υπάρχει προστασία των κάθε είδους μειοψηφιών και όχι καταπίεσή τους -να εκφράζουν λ.χ. ελεύθερα τις απόψεις τους-, καθώς επίσης αυξημένη πλειοψηφία για μερικά σοβαρά ζητήματα.
Η αρχή της πλειοψηφίας νοείται εδώ ως εφαρμοζόμενη στις λαϊκές συνελεύσεις ενός δημοκρατικού καθεστώτος, όχι ως εικονική πλειοψηφία των εκλογικών συστημάτων στα κοινοβούλια των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων. Ούτε επίσης ως αναγκαστική εφαρμογή σε κάποιες ολιγάριθμες πολιτικές ή ιδεολογικές ομάδες, στις οποίες μπορεί να είναι εφικτή η ομοφωνία.
Στην περίπτωση όμως που η αναγκαστική ομοφωνία επιβάλλεται στις πολυπληθείς συνελεύσεις, τότε η πλειοψηφία καταντά εν τέλει δέσμια της μειοψηφίας, ακόμα κι αν αυτή η τελευταία είναι πολύ μικρή. Ειδικότερα για τις σημερινές κοινωνίες που το άτομο έχει πολλαπλές χρονοβόρες ενασχολήσεις, δεν υπάρχει ο άπειρος χρόνος για πολύωρες συνελεύσεις και επαναλήψεις αυτών μέχρι να επιτευχθεί ομοφωνία.
Το αποτέλεσμα από τις λανθασμένες προκείμενες των αναρχικών είναι η ατελέσφορη περιπλάνησή τους σε θεωρητικά ιδεώδη, η οποία περιπλέκεται όταν συμπλέκεται με εσχατολογικά ιδεολογήματα του κομμουνισμού, εμποδίζοντας έτσι τη δημοκρατική πορεία.
Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 19/1/2017.
H σχετική με την ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση βιβλιογραφία της τελευταίας τριακονταετίας ανήκει σε τρεις κατηγορίες.
Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει αρκετές εξαιρετικές μελέτες Ιστορίας της εκπαίδευσης, Ιστορίας της εκπαιδευτικής πολιτικής και ελάχιστες μελέτες που προσεγγίζουν κριτικά τα οικονομικά της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το νομικό πλαίσιο της θεσμικής της οργάνωσης.
Η δεύτερη κατηγορία αποτελείται από έργα καθαρά θετικιστικής προσέγγισης που εγκλωβίζονται στην παρουσίαση ποσοτικών δεδομένων για το κοινωνιολογικό προφίλ και την απασχόληση των αποφοίτων.
Η τρίτη κατηγορία αφορά ορισμένα έργα πολιτικών προτάσεων περί της αναδιοργάνωσης των πανεπιστημίων και εκ των υστέρων αποτίμησης αυτών των προσπαθειών.
Τα τελευταία συχνά ενίοτε γράφονται με αυτοβιογραφικό τόνο για να δικαιολογήσουν την αποτυχία των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων.
Τα έργα της δεύτερης και τρίτης κατηγορίας συνήθως στερούνται σοβαρού θεωρητικού υπόβαθρου και βασίζονται σε νεο-φιλελεύθερες κοινοτοπίες.
Στην καλύτερη περίπτωση, αναπαράγουν με στρεβλό τρόπο θεωρητικές προσεγγίσεις που έχουν διατυπωθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1970.
Σε αυτό το πλαίσιο, το βιβλίο του Παντελή Κυπριανού έρχεται αφενός να καλύψει ένα σημαντικό κενό και αφετέρου να δημιουργήσει προοπτικές για μια ολιστική και συστημική κριτική προσέγγιση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών διαδικασιών που αυτή κινητοποιεί.
Αντικείμενο της μελέτης του Κυπριανού είναι «η ανάλυση της μαγείας του πτυχίου, των αντιλήψεων και των δοξασιών που αναπτύχθηκαν γύρω από αυτό διαχρονικά και η εκάστοτε εικόνα της κοινωνίας για τους πτυχιούχους».
Αφετηρία της προσέγγισης αποτελεί η πρόσληψη της γνώσης ως διαδικασίας απομάγευσης του κόσμου, ως μιας προσπάθειας του ανθρώπου «να διαχειρίζεται λιγότερο παθητικά, περισσότερο ενεργητικά, τα όσα τελούνται μέσα και γύρω του».
Στην πραγματικότητα, όπως ο Κυπριανός επισημαίνει, στο πλαίσιο του ελληνικού κράτους των τελευταίων δύο αιώνων, η μάθηση, και μαζί της οι θεσμοί καλλιέργειας και διάχυσής της, μετατράπηκαν από μέσο απομάγευσης του κόσμου σε μέσο επίτευξης ενός οποιοδήποτε σκοπού.
Κατά συνέπεια, η γνώση «ταυτίστηκε με το συμβολικό της αποκρυστάλλωμα, το πτυχίο» και απέκτησε τη δική της μαγεία που λειτούργησε «ως μέσο χειραγώγησης και κοινωνικού ελέγχου».
Η πορεία αυτή έχει ιστορικό βάθος: βασίζεται στην αξιοδότηση της γνώσης στο πλαίσιο του ελληνικού Διαφωτισμού, συνδέεται με την ώθηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων να επενδύσουν στο πανεπιστήμιο ως μηχανισμό ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας και συνέβαλε στον μύθο «της αγάπης των Ελλήνων για τα γράμματα».
Οπως όμως ο Κυπριανός επισημαίνει, ο μύθος αυτός ενέχει κάποιο βαθμό αλήθειας για την μέχρι το 1880 περίοδο, όταν αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των Ελλήνων φοιτητών της ημεδαπής και αλλοδαπής.
Από το 1880 μέχρι το 1960 ο αριθμός μένει στάσιμος ή αυξάνεται ελάχιστα.
Οπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο συγγραφέας, «από τον Μεσοπόλεμο μέχρι το 1981 ο αριθμός των φοιτητών κυμαίνεται στον μέσο όρο, αν όχι χαμηλότερα, των άλλων δυτικών χωρών».
Η πλέον σημαντική αύξηση στον 20ό αιώνα σημειώνεται στη δεκαετία του 1990. Η μελέτη του Κυπριανού αποδομεί και δύο άλλους μύθους: τον μύθο ότι «τα παιδιά των φτωχών σπουδάζουν στο πανεπιστήμιο» και τον μύθο περί ύπαρξης υπερβολικού αριθμού «αιώνιων φοιτητών».
Αναλύοντας πληθώρα ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων, ο συγγραφέας διαψεύδει εμφατικά την αντίληψη ότι σημαντικό τμήμα των φοιτητών του 19ου και του 20ού αιώνα προέρχεται από λαϊκά στρώματα.
Η μαζικοποίηση του πανεπιστημίου ευνόησε –πέραν των διαχρονικά ευνοημένων κληρονόμων της ανώτερης τάξης- τα μεσαία στρώματα.
Τα παιδιά της αγροτικής και της εργατικής τάξης ωφελήθηκαν ελάχιστα.
Επιπλέον, βάσει συγκεκριμένων πρωτογενών στοιχείων που αφορούν τους δείκτες αποφοίτησης στο 19ο και στον 20ό αιώνα, ο Κυπριανός αποδεικνύει ότι «αντίθετα με τη συντηρητική δοξασία, που εξιδανικεύει το παρελθόν, σήμερα αποφοιτούν περισσότεροι απ' ό,τι στο παρελθόν».
Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνει, «μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μόλις ένας στους δύο φοιτητές έπαιρνε πτυχίο, ενώ στη δεκαετία του 1960 αποφοιτούσαν δύο στους τρεις εγγεγραμμένους», ποσοστό παρόμοιο με αυτό που ισχύει και σήμερα.
Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτού του βιβλίου είναι ότι εξετάζει όλες τις πτυχές του κοινωνικού κόσμου των πανεπιστημίων και των αποφοίτων: εκκινώντας από την πορεία ανάπτυξης του πανεπιστημιακού θεσμού στην Ευρώπη αναλύει τη συγκρότηση του πανεπιστημιακού τοπίου στην Ελλάδα και του ελληνικού φοιτητικού πληθυσμού στην ημεδαπή και το εξωτερικό.
Προσεγγίζει διεξοδικά τις κοινωνικές πορείες των Ελλήνων αποφοίτων των πανεπιστημίων του εξωτερικού εστιάζοντας στην κοινωνική ανταλλακτική αξία των πτυχίων και τη σχέση του με τις κοινωνικές ανισότητες.
Τέλος, επιχειρεί μια συνθετική ματιά στις τροχιές των αποφοίτων στον δημόσιο και ιδιωτικό χώρο εξηγώντας τις διαφορές και ομοιότητες ανάμεσα στην Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Η προσήλωση του συγγραφέα στη συγκριτική ανάλυση της κατάστασης στην Ελλάδα παράλληλα με αυτήν που υφίσταται σε άλλες βιομηχανικές κοινωνίες (κυρίως τη Γαλλία, Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία και ΗΠΑ), του επιτρέπει να υπερβεί τις κοινοτοπίες περί «ελληνικής ιδιαιτερότητας».
Ο Κυπριανός αναμετριέται θεωρητικά και με εντυπωσιακή άνεση με μια πληθώρα θεμάτων που ξεπερνούν τη θεματολογία της ιστορίας των εκπαιδευτικών θεσμών.
Η διεισδυτική και κριτική του ματιά, η οικονομία της ανάλυσης και η έμφαση στη μακρά διάρκεια προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα κατανόησης των πολλαπλών σχέσεων ανάμεσα στο πολιτικό συγκείμενο, τις κοινωνικές ανακατατάξεις, την εξέλιξη του πανεπιστημιακού θεσμού και τις πορείες των πτυχιούχων.
Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Σνυτακτών" στις 14/1/2017.
Είναι η πρώτη φορά που μια χώρα, πάνω από μισή δεκαετία, δείχνει να έχει χάσει κάθε ικανότητα να εσωτερικεύει και να αφομοιώνει κάθε είδος εμπειρίας που θα τροποποιούσε με μικρά, έστω, σταθερά και θετικά βήματα τη ροή των πραγμάτων. Χαμένοι σε μια πολύ πονεμένη ιστορία που έχει τη δική της ένταση και το δικό της βάθος, μετρώντας από το 2007-2008 στις ΗΠΑ και αμέσως μετά στην Ευρώπη, το τοπίο στην ίδια την Ευρώπη και την Ελλάδα έχει αλλάξει ριζικά.
Ανεξάρτητα από τις επιλογές του παρόντος, οι συνέπειες της κρίσης απλώνουν ένα βαρύ σύννεφο για το μέλλον και –το χειρότερο– εμποδίζουν κάθε προσπάθεια να διαγνωστούν οι κοινωνικοπολιτικές παθογένειες, να εντοπιστεί το σωστό «φάρμακο», να μπει ένα τέλος στις πολιτικές που ανακυκλώνουν την ύφεση, την ανασφάλεια, που οδηγούν στην παρακμή. Αλλά σε ποιες πολιτικές;
Το 2016 (σίγουρα θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε και το 2015 με το ελληνικό δημοψήφισμα) χαρακτηρίστηκε έτος της «επανάστασης των ψηφοφόρων», ένα είδος οργίλης και ισοπεδωτικής αντίδρασης εναντίον όλων των mainstream πολιτικών ελίτ που δεν είχαν την τόλμη να πουν αλήθειες και να διαχειριστούν την κρίση.
Ετσι, οι Βρετανοί επέλεξαν τα «ταξίματα της αυτοκρατορίας» και το Brexit που οδηγεί την Αγγλία σε αποχώρηση από την Ε.Ε. με καθαρά αντιευρωπαϊκό και αντιμεταναστευτικό περιεχόμενο. Οι Αμερικανοί επέλεξαν τον απρόβλεπτο Τραμπ που έταξε στην αμερικανική υπο-τάξη και στα συντηρητικά μεσοστρώματα το «πρώτα η Αμερική».
Το ζήτημα είναι ότι οι «σωτήρες» της Αγγλίας, όπως και οι δισεκατομμυριούχοι και πολυεκατομμυριούχοι σωτήρες της Αμερικής –όπως αύριο οι σωτήρες της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας κ.λπ.– δεν έχουν κάποιο σχέδιο. Προβάλλουν αιτήματα «πρωτείων», «ανωτερότητας» και «αναφαίρετα δικαιώματα αυτοεξαίρεσης», καλλιεργούν απομονωτισμούς, ρατσισμούς, μισαλλοδοξίες, αναβιώνουν εθνικισμούς και ρεβανσισμούς.
Αρνούμενοι την παραμικρή ευθύνη για την όποια κακοδαιμονία, για το όποιο ανεπιθύμητο κακό, προσχωρούν σε ένα ατέρμονο παγκόσμιο blame game, σε ένα αλισβερίσι μετάθεσης ευθυνών, εκτοξεύουν κατηγορίες, δείχνουν εχθρούς, ενόχους, κατασκευάζουν εσωτερικές απειλές και έχθρες μεταξύ των λαών.
Η Ελλάδα ακόμα και σε αυτό το πλαίσιο δείχνει την υστέρησή της. Σίγουρα είναι μεθυστικός ο χορός των εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων του Αρτέμη Σώρρα που θα βγάλουν τους Ελληνες από το χρέος και το τέλμα.
Δεν έχει καμία σημασία που τα δισεκατομμύρια είναι αόρατα, ούτε φαίνεται να ενοχλεί μερικούς που η ηγεσία της Χρυσής Αυγής χαιρετά φασιστικά. Η «σωτηριολογία» πάντοτε σαγήνευε και αποκοίμιζε πλήθη και συνειδήσεις. Το ζήσαμε. Πάντα καλλιεργούσε την αίσθηση ότι τα χειρότερα έχουν περάσει –ενώ δεν έχει περάσει τίποτα.
Αλλά και ποιος θα μπορούσε να ζητήσει από τους Ελληνες ή και τους Ευρωπαίους, ίσως και από τους Αμερικανούς, να είναι αισιόδοξοι;
Το δίχως άλλο, κάθε γενιά έχει το δικαίωμα να σκέφτεται και να οραματίζεται πώς θα ξαναφτιάξει τον κόσμο. Ομως, για τις παρούσες γενιές αυτή η αποστολή ίσως να είναι δυσκολότερη γιατί θα πρέπει να δουν και να παρακάμψουν, εκτός από τις αρνήσεις, όλα εκείνα τα μαγικά ταξίματα που στερούν από τον βίο –και τον πολιτικό βίο– την αξιοπρέπεια που του αρμόζει.
Οι δύσκολοι καιροί –αξίζει να το θυμόμαστε αυτό– δεν είναι θλιβερό προνόμιο του παρόντος. Η Ευρώπη μετά τον Πόλεμο είχε αρκετά πραγματικά και ηθικά διλήμματα, καθώς ένιωθε να βγαίνει από την Ιστορία. Και τότε, αυτός ο κίνδυνος δεν ήταν υπόθεση εργασίας, σενάριο ή αόριστη απειλή.
Ηταν βεβαιότητα –όπως είναι και τώρα αρκετά πράγματα που προοικονομούν δεινά που αρνούμαστε να δούμε. Ηταν ορίζοντας που φαινόταν μοιραίος και αξεπέραστος. Απλώς, τότε η Ευρώπη και οι πολιτικές ηγεσίες έκαναν αμοιβαίες υποχωρήσεις, φρόντισαν να περιορίσουν τα μαγικά κόλπα κάποιων και τις «σωτηριολογίες» αρκετών άλλων.
Θυμηθείτε τι έλεγε ο Καμί στην απονομή του Νόμπελ, ακριβώς εξήντα χρόνια πίσω: «...Σ' έναν κόσμο που απειλείται με διάλυση, όπου υπάρχει ο κίνδυνος ο μεγάλοι μας ιεροεξεταστές να εγκαταστήσουν για πάντα το βασίλειο του θανάτου, η γενιά μας γνωρίζει πως πρέπει, μετά από μια ξέφρενη κούρσα ενάντια στον χρόνο, να παγιώσει ανάμεσα στα έθνη μια ειρήνη που να μην ταυτίζεται με τη δουλεία, να συμφιλιώσει πάλι την εργασία και την πνευματική καλλιέργεια και να ξαναφτιάξει μ' όλους τους ανθρώπους ένα ενιαίο τόξο».
Γιατί τα έλεγε αυτά που, ενώ διαβάζονται τόσο απλά, είναι τόσο δύσκολο να γίνουν πράξη; Γιατί είχε βιώσει στο πετσί του –μαζί με τα εκατομμύρια των Ευρωπαίων– την καταστροφή, τον φασισμό, τον πόλεμο∙ τα έλεγε γιατί είχε γράψει την «Πανούκλα».
Και ήξερε πολύ καλά –όπως και ο ήρωάς του, ο γιατρός Ρίε– αυτό που αγνοούσε το σαγηνεμένο πλήθος:
... ότι, δηλαδή, ο βάκιλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε εξαφανίζεται∙ ότι μπορεί να κοιμάται δεκάδες χρόνια στα έπιπλα και στα ρούχα, να καιροφυλακτεί υπομονετικά στα δωμάτια και στα υπόγεια και ότι, ίσως, θα ερχόταν μια μέρα που, προς γνώση και συμμόρφωση των ανθρώπων, η πανούκλα θα ξυπνούσε τα ποντίκια της και θα τα έστελνε να πεθάνουν σε μια ευτυχισμένη πολιτεία
Ο,τι γίνεται σήμερα: κεφάλαια σταθεροποίησης και συναντήσεις κορυφής απλώς διασκεδάζουν λίγο την κατάσταση και δίνουν την ψευδαίσθηση μιας κανονικότητας που δεν αρέσει σε κανέναν –παρά μόνο σε όσους τάζουν σωτηρία εφ' όλης της ύλης.
Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 13/1/2017.
Διάβασα το κυριακάτικο άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου, στο οποίο αποφαίνεται ότι «η Αθήνα δεν είναι πολυπολιτισμική». Το βασικό επιχείρημά του είναι πως η Ελλάδα δεν διέθετε αποικίες, όπως η Γαλλία, και γι' αυτό οι δικοί μας μετανάστες είναι αδύνατο να ενταχθούν στις χαλαρές δομές της χώρας. Είναι άλλωστε χειρότεροι μετανάστες από τους άλλους, γιατί είναι αδέσποτοι (έτσι τους αποκαλεί) και «παρ-άτυποι» (δεν του αρέσει του Τάκη Θεοδωρόπουλου η πολιτική ορθότητα και γι' αυτό προβαίνει σε έναν ατυχή και κάπως ανατριχιαστικό παραλληλισμό με τα άτυπα κύτταρα και τον καρκίνο). Γράφει μάλιστα περίπου ως αξίωμα ότι οι Αφρικανοί μετανάστες της πόλης ασχολούνται (όλοι;) με την πορνεία και τα ναρκωτικά. Αντίθετα, είναι πολύ γλυκός και επιεικής με τους Αλβανούς, επειδή στη δεκαετία του '90 είχε γνωρίσει τη δεκαεξάχρονη τότε Ντίνα, η οποία ήθελε να σπουδάσει φυσικομαθηματική και της άρεσε η ποίηση του Καββαδία. Τη δεκαετία του '90 δεν υπήρχε, όμως, αυτή η εξιδανικευμένη εικόνα για τους Αλβανούς. «Δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ, Αλβανέ», ήταν ένα από τα δημοφιλή συνθήματα και όχι μόνο σε ακροδεξιούς κύκλους, αλλά και σε πιο μετριοπαθή περιβάλλοντα. Την πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας, όχι πολύ παλιά δηλαδή, Αλβανοί σημαιοφόροι μαθητές, όπως ο Οδυσσέας Τσενάι, δέχονταν επιθέσεις επειδή τολμούσαν να ακουμπήσουν την ελληνική σημαία. Δόθηκαν μάχες τότε όχι μόνο για τέτοιου είδους επουσιώδη, συμβολικά ζητήματα, αλλά και για τον νόμο περί ιθαγενείας, ώστε να μπορούν τα παιδιά μεταναστών που μετέχουν της ελληνικής παιδείας να μην αισθάνονται μονίμως ξένα στη χώρα όπου μεγαλώνουν. Τα προσφυγόπουλα που επισκέπτονται από φέτος τα ελληνικά σχολεία, στο πλαίσιο της προσπάθειας να μην ιδρυματοποιηθούν σε κάποιον απομακρυσμένο καταυλισμό, θα μάθουν γρήγορα την ελληνική γλώσσα, θα μεγαλώσουν εδώ, θα ερωτευτούν, θα κάνουν παιδιά με τη σειρά τους, θα γίνουν Ελληνες φορολογούμενοι πολίτες, θα βοηθήσουν το ασφαλιστικό σύστημα να μην καταρρεύσει, θα συνδράμουν στην αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας. Κάποιοι θα γίνουν αθλητές, επιστήμονες και πολιτικοί. Κάποιοι θα γίνουν εγκληματίες, συνάδελφοι ανθρώπων που είχαν Ελληνες γονείς και προγόνους. Αυτή είναι η έννοια της πολυπολιτισμικής κοινωνίας.
Η αρχή του ρατσισμού είναι οι γενικεύσεις και υπεραπλουστεύσεις. Βασίζονται σε εμπειρικές παρατηρήσεις (η 16χρονη Ντίνα, «πορνεία και ναρκωτικά, σου λένε οι κάτοικοι») και όχι σε στοιχεία. Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος βδελύσσεται την πολιτική ορθότητα, αλλά διολισθαίνει στο άλλο άκρο. Την αυθαιρεσία της μετα-αλήθειας, που βασίζεται στον ανεξήγητο φόβο και αψηφά τα στατιστικά στοιχεία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομίας, το πρώτο εξάμηνο του 2016 τα αδικήματα που αφορούν σεξουαλική εκμετάλλευση μειώθηκαν σημαντικά σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2015, του 2014 και του 2013, ενώ στον τομέα της διακίνησης ναρκωτικών ο αριθμός των δραστών που είναι ημεδαποί είναι συστηματικά πενταπλάσιος σε σύγκριση με τους αλλοδαπούς.
Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 29/12/2016.
Στον κόσμο των μεταμορφώσεων, μερικές είναι ορατές∙ άλλες πάλι, όχι. Κάποιες φορές λύνουμε τα προβλήματα αφήνοντάς τα να μας καταβροχθίζουν –με τρόπο που θα ταίριαζε καλύτερα στον Κάφκα... ή στην Ελλάδα.
Ομως, οι ορατοί μετασχηματισμοί, έστω ό,τι βλέπουμε, μας υποχρεώνουν να σκεφτούμε σοβαρά το μέλλον, το ποιοι είμαστε, τις χαμένες ευκαιρίες, τα λάθη μας, το τι θα θέλαμε.
Καθώς το 2016 έφτανε στο τέλος του, ο Σουηδικός Οργανισμός Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας (SIDA) κάλεσε δεκατρείς διακεκριμένους οικονομολόγους –μεταξύ των οποίων ο νομπελίστας Τζόζεφ Στίγκλιτζ και άλλοι τρεις πρώην επικεφαλής οικονομολόγοι της Παγκόσμιας Τράπεζας– να δώσουν ένα γενικό περίγραμμα στο θέμα της ανάπτυξης και των προκλήσεών της.
Οι επιφανείς οικονομολόγοι, πράγματι, συνυπέγραψαν τη «Συναίνεση αρχών για τον σχεδιασμό της πολιτικής στον σύγχρονο κόσμο» –γνωστή και ως Εκθεση της Στοκχόλμης (http://www.sida.se/globalassets/sida/eng/press/stockholm-statement.pdf).
Οι βασικές κατευθυντήριες αρχές στις οποίες κατέληξαν είναι οι παρακάτω:
Πρώτον, η ανάπτυξη, αλλιώς η αύξηση του ΑΕΠ, οφείλει να είναι μοχλός συλλογικής ευημερίας, ήτοι μέσον και όχι αυτοσκοπός.
Δεύτερον, η αναπτυξιακή πολιτική δεν θα πρέπει να γίνεται με αποκλεισμούς και ανισότητες –αυτό ως απάντηση στο Brexit και τη νίκη Τραμπ που συντελέστηκαν, εν μέρει, εξαιτίας φαινομένων υπερβολικής ανισότητας.
Τρίτον, η προστασία του περιβάλλοντος και η βιωσιμότητά του θα πρέπει να είναι μονόδρομος και όχι συμπλήρωμα των αναπτυξιακών πολιτικών, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Τέταρτον, θα πρέπει να εξασφαλίζεται ισορροπία μεταξύ αγοράς, κράτους και κοινωνίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι κρατικές λειτουργίες και οι όποιες παρεμβάσεις να είναι συλλογικά αποδεκτές, δίκαιες και αποτελεσματικές.
Πέμπτον, θα πρέπει να εφαρμόζονται ευέλικτες πολιτικές για την επίτευξη της μακροοικονομικής σταθερότητας και όχι άκαμπτες και δογματικές πολιτικές που πολλές φορές λειτουργούν εις βάρος της μακροοικονομικής σταθερότητας (βλέπε Ε.Ε.).
Εκτον, σε σχέση με τις ογκούμενες ανισότητες και την πτώση της διαπραγματευτικής δύναμης της εργασίας τονίζεται η προσοχή στις τεχνολογικές εξελίξεις και στην επίδρασή τους στην αύξηση των ανισοτήτων, καθώς και η ανάγκη να αυξηθούν οι δράσεις για την ενίσχυση του ανθρώπινου κεφαλαίου.
Στον βαθμό που οι τεχνολογικές εξελίξεις, π.χ. η ρομποτική, εκτοπίζουν την εργασία, το πρόβλημα της εργασίας έναντι του κεφαλαίου δεν πρέπει να μετατρέπεται σε διεθνές πρόβλημα εργασίας έναντι της εργασίας.
Εβδομον, στον βαθμό που μια οικονομία λειτουργεί καλύτερα όταν υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ των ανθρώπων, ψηλά στην ημερήσια ατζέντα οφείλουν να βρίσκονται οι κανόνες, οι αξίες και οι νοοτροπίες που επηρεάζουν θετικά τις οικονομικές επιδόσεις (π.χ. η καταπολέμηση της διαφθοράς, της φοροδιαφυγής, η επιβράβευση των ορθών πρακτικών κ.λπ.).
Ογδοον, ο ρόλος της διεθνούς κοινότητας είναι σημαντικός στις διάφορες επιλογές των εθνικών πολιτικών, τις ροές κεφαλαίων από και προς τις αναδυόμενες οικονομίες, τις μεταναστευτικές πολιτικές, τις εμπορικές πολιτικές, τους φορολογικούς παραδείσους, τη διεθνή ασφάλεια, την τρομοκρατία κ.ά.
Looking forward (κοιτάζοντας το μέλλον), η εξασέλιδη έκθεση κλείνει συμπερασματικά: «Αν οι χώρες ακολουθήσουν πιο ρεαλιστική πολιτική εξισορρόπησης της αγοράς, του κράτους και της κοινωνίας για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ανάπτυξης, αν η διεθνής κοινότητα συνεργαστεί για να περιορίσει τις απειλές των παγκόσμιων δυνάμεων και επωφεληθεί από τις νέες ευκαιρίες που παρέχει η τεχνολογική πρόοδος, τότε μπορεί να μεταφράσει την πρόοδο σε συλλογική ευημερία που θα συμπεριλάβει και τους πιο αδικημένους.
Μπορούμε να έχουμε έναν κόσμο με κοινή ευημερία. Τα λάθη και οι επιτυχίες του παρελθόντος μάς δείχνουν ένα σύνολο αρχών γύρω από τις οποίες οι πολιτικές αυτές θα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν σε εθνικά συγκείμενα αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι πλέον καιρός να εφαρμοστούν συστηματικά αυτές οι αρχές για τον σχεδιασμό των αναπτυξιακών οικονομικών πολιτικών».
Στο κείμενο των δεκατριών οικονομολόγων υπάρχει η παραδοχή ότι αρκετές από τις παραδοσιακές συστάσεις οικονομικής ορθοδοξίας υπήρξαν εσφαλμένες και καταστροφικές.
Οτι η ασκούμενη πολιτική, κακώς, βασίστηκε σε έναν κόσμο υποδειγμάτων, σε απλές ασκήσεις ή σε παλιομοδίτικες εμμονές ελέγχου της δημοσιονομικής αρετής, του πληθωρισμού, σε προβολές μακροοικονομικής σταθερότητας κ.λπ., αφήνοντας την αγορά στη συνέχεια να κάνει τα υπόλοιπα.
Δεν υπάρχει, όμως, ούτε μία φορά η λέξη δημοκρατία. Σίγουρα υπονοείται. Αλλά θα ήταν προτιμότερο, σε όλες τις μεταβλητές που περιγράφει η Εκθεση να υπήρχε μία σαφής αρχή που να συνδέει την ανάπτυξη της οικονομίας με την ανάπτυξη της δημοκρατίας.
Γιατί αν οι πολίτες εισακούονται από τις κυβερνήσεις τους και αισθάνονται ότι αντιμετωπίζονται με δίκαιο τρόπο, αντλούν μεγαλύτερη ικανοποίηση από την πολιτική και είναι περισσότερο διατεθειμένοι να σηκώσουν βάρη για το κοινό καλό.
Σε απλοποιημένη εκδοχή, θεωρούμε δημοκρατικές τις σχέσεις ανάμεσα στην Πολιτεία και τους πολίτες αν διέπονται από ευρεία, ισότιμη, ασφαλή και αμοιβαίως δεσμευτική διαβούλευση. Το αντίθετο θα ήταν αυτό που ξέρουμε: μια στενότερη, περισσότερο άνιση, λιγότερο προστατευμένη και λιγότερο δεσμευτική διαβούλευση.
Τότε το θέμα της ανάπτυξης και της συλλογικής ευημερίας θα εξέπιπτε εύκολα σε διαχείριση πολιτικής ψευδολογίας –κάτι που έγινε με το Brexit και θα γίνει με τους δισεκατομμυριούχους του Τραμπ.
Με τι κόστος; Να συνεχίζεται η ακατανοησία μας για τα πράγματα, προοικονομώντας μαζική απέχθεια για την πολιτική, μαζί με την απομείωση των πιθανοτήτων για βελτίωση της ζωής στον πλανήτη το 2017.
Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 7/1/2017.
Συνέντευξη του Γενικού Γραμματέα Τηλεπικοινωνιών & Ταχυδρομείων, κ. Βασίλη Μαγκλάρα για την ανάπτυξη της ευρυζωνικότητας υψηλού εύρους 100 Mbps και την ευρωπαϊκή πολιτική, στην εκπομπή του Πρώτου Προγράμματος «Athens Calling» (Δευτέρα 28/11/16), στον δημοσιογράφο Περικλή Βασιλόπουλο.
Καλώς ήρθατε και πάλι στο AthensCalling. Η Αθήνα καλεί εντός και εκτός συνόρων. Όσοι είναι εκτός συνόρων που και οι πιο πολλοί εδώ πέρα στην Ευρώπη θα’ ναι και μια δύο ώρες πίσω, είμαστε μια χαρά. Εντός τώρα συνόρων είναι λίγο αργούτσικα, είναι 23:17 και όπως σας είπαμε έχουμε στην τηλεφωνική μας γραμμή τον κ. Βασίλη Μαγκλάρα, ο οποίος είναι Γενικός Γραμματέας Τηλεπικοινωνιών στο καινούριο ενιαίο Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης.
Β: Κύριε Μαγκλάρα χαίρετε.
Μ: Καλησπέρα, καλησπέρα και στους ακροατές σας.
Β: Εδώ έχουμε και τον κ. Κανούτα, τον καθηγητή του πανεπιστημίου
Μ: Καλησπέρα κ. Κανούτα
Β: και τον κ. Μιχαλίτση
Μ: Καλησπέρα
Β: Και έχουμε ήδη μπει μέσα έχουμε συζητήσει για το 5G ότι και ο Junker λέει ότι μέχρι το 2020 πρέπει να έχουμε πολλές πόλεις στην Ευρώπη που να έχουν δίκτυα και 5G και υψηλές ταχύτητες στην ευρυζωνικότητα, στα δίκτυα, τα επίγεια δίκτυα κε Μαγκλάρα
Μ: Δυστυχώς δεν σας άκουσα ήμουν στον Moscovici
Β: Α στον Moscovici
Μ: Εσείς έχετε πιάσει τον Junker, εγώ είχα τον Moscovici, οπότε…
Β: Τι είπε ο κ. Moscovici, στο Μέγαρο ήταν, έτσι δεν είναι?
Μ: Όχι ήταν στο Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο
Β: Ελληνοαμερικάνικο Επιμελητήριο μάλιστα
Μ: Δεξίωση στο Intercontinental… είπε αυτά που λέει ο κος Moscovici (γέλιο)
Β: Θα βοηθήσει, ότι πια έρχεται, έρχεται γίνεται τη Δευτέρα, αλλά από εκεί και πέρα μετά τηλεφωνεί ένας άλλος Υπουργός, που δεν είναι ο κος Moscovici, μεγάλης χώρας και του λέει απ είναι νωρίς.
Μ: Θα βοηθήσει αν κάνουμε ρυθμίσεις
Μ: Κοιτάξτε κ. Βασιλόπουλε ξέρετε η Ευρώπη δε βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση
που βρίσκεται τυχαία. Υπάρχουν συγκεκριμένες ιδέες και συγκεκριμένοι άνθρωποι που τρέχουν όλο το Project το ευρωπαϊκό. Γι’ αυτό άκουγα και πριν λίγο, πριν ξεκινήσει και βγω στον αέρα, άκουγα και την συζήτηση σας στο τέλος δηλαδή για τον κοινό φορέα, για τη ρυθμιστική αρχή.
Και θέλω απλώς να δηλώσω ότι δεν είναι έτσι απλό και αγαθό που φαίνεται, υπάρχουν πολλά πράγματα από κάτω, όπως ποιος θα κάνει τους διαγωνισμούς, προς όφελος ποιανού, ποιος θα κρατάει επίσης τα χρήματα που είναι πάρα πολλά από τους διαγωνισμούς γιατί υπάρχουν και αυτές οι ιδέες. Κι όλα αυτά βρίσκονται σε ένταση και με την Ευρώπη να μην έχει αυτές τις…. πώς να το πω, να μην είναι στο pick της ηθικότητας και της αγαθότητας της, όπως θα ήταν ας πούμε 20 χρόνια πριν. Νομίζω ότι πρέπει να είμαστε λίγο επιφυλακτικοί στις νέες ευρωπαϊκές ιδέες και στην ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, όχι ότι δεν είμαστε ευρωπαϊστές ή δεν την αγαπάμε την Ευρώπη απλώς βρισκόμαστε σε μια κρίση.
Β:Το προτείνει πάντως η επιτροπή αυτό, προτείνει να φτιαχτεί μια ενιαία Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά αν είναι αλήθεια αυτό που λέτε με τι εμπιστοσύνη μπορεί να έχουν επομένως οι χώρες, διότι σε πολλά θέματα είτε οικονομικής πολιτικής είτε θεσμικής πολιτικής.
Μ: Κυριαρχούν ομάδες κρατών που επιβάλλουν απόψεις πάνω σε άλλες, άρα δεν υπάρχει εμπιστοσύνη απ’ όλους.
Β: Είναι άλλο με το νόμισμα, το νόμισμα….
Μ: Κι εδώ υπάρχουν και στο νόμισμα δε νομίζω ότι τα έχουν πάει και ιδιαίτερα καλά
Β: Και στο νόμισμα τώρα πια…. τώρα πια έχουμε δυσκολίες ως Ευρώπη γενικά και με το νόμισμα
Μ: Κι εδώ υπάρχουν κε Βασιλόπουλε, επίσης στο φάσμα υπάρχουν διαφορετικά συμφέροντα, υπάρχουν διαφορετικές εντάσεις, διαφορετικές ανάγκες από χώρα σε χώρα, είναι άλλα τα συμφέροντα της τηλεόρασης, άλλα τα συμφέροντα των δημόσιων οργανισμών που χρησιμοποιούνε φάσμα, άλλα τα συμφέροντα της κινητής τηλεφωνίας. Όλα αυτά δεν είναι τα ίδια. Όπως ας πούμε….
Β: Βεβαίως θα μπορούσε να πει κάποιος κε Μαγκλάρα, εάν ήταν η Ευρώπη σε μια άλλη φάση πιο ισορροπημένη, πιο δυναμική αυτά όλα τα συμφέροντα θα μπορούσαν να λυθούν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο με ένα συντονισμένο τρόπο αλλά στη σημερινή κατάσταση είναι η αλήθεια που υπάρχει φάσμα και αντίθεση Βορρά – Νότου, Ανατολής – Δύσης με την ΕΕ μου φαίνεται δύσκολο
Μ: Θα σας δώσω τώρα έτσι ας πούμε και μια πληροφορία να σας βγάλω και από τη συνηθισμένη σας ροή, ή σκέψη, να σας πω ας πούμε για παράδειγμα στο θέμα του Roaming υπάρχουν πολύ μεγάλες εντάσεις σήμερα μεταξύ των νότιων και των βόρειων χωρών. Οι νότιες χώρες οι οποίες είναι χώρες υποδοχής τουριστών έχουν, κερδίζουν χρήματα και το κράτος και οι εταιρείες, σημαντικά χρήματα από το Roaming. Οι βόρειες χώρες που είναι χώρες εξαγωγής τουριστών θα θέλουνε να μην χάνουν, να μην πληρώνουν οι πολίτες τους χρήματα σε εταιρείες οι οποίες, τις εγχώριες, τις ντόπιες εδώ που βρίσκονται.
Β: Roaming είναι η περιαγωγή να πούμε στους ακροατές μας
Μ: Η περιαγωγή ναι και θέλουν να καταργήσουν. Αυτό σημαίνει πολύ μεγάλα προβλήματα για πολλές εταιρίες κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα. Σημαίνει επίσης πολύ μεγάλη απώλεια εσόδων για το κράτος γιατί υπάρχουν διάφοροι φόροι που προστίθενται στους λογαριασμούς των κινητών και στα κέρδη των εταιριών κινητής τηλεφωνίας. Άρα λοιπόν ένα ενιαίο κανονιστικό πρότυπο για την Ευρώπη, δε συμφέρει την Ελλάδα, δημιουργεί μεγάλα προβλήματα και δημιουργεί μεγάλες εντάσεις και άδικες κιόλας, έτσι; Σκεφτείτε επίσης τι θα συμβεί εάν υπάρξει απεριόριστο roaming, εάν κάποιος με σχεδόν μηδενική χρέωση αγοράζει ένα κινητό από τη Βουλγαρία και το χρησιμοποιεί συνεχώς στην Ελλάδα. Υπάρχει και αυτό το ζήτημα επίσης.
Β: Δηλαδή να πηγαίνουν Έλληνες να παίρνουν το κινητό από τη Βουλγαρία
Μ: Όχι Έλληνες μόνο, οποιοσδήποτε, από την Πολωνία, από οπουδήποτε. Να υπάρχει ένα μαγαζί που εισάγει εδώ πέρα από οποιοδήποτε μέρος της Ευρώπης, από μια Χ εταιρεία, που χωρίς κόστος και χωρίς επενδύσεις, χωρίς να πληρώνει κεραιοσυστήματα , χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Μια μικρή εταιρεία πουλάει εδώ πέρα, εισπράττει ένα ελάχιστο κόστος, γιατί δεν έχει η ίδια κόστος, εισπράττει ένα πολύ ελάχιστο τίμημα γιατί δεν έχει η ίδια κόστος συντήρησης μιας μεγάλης εταιρείας με κεραιοσυστήματα, με χιλιάδες κεραίες με άλλες υποδομές και χρησιμοποιείται αυτό το κινητό στη χώρα υποδοχής χωρίς όφελος. Δηλαδή αυτό θα μπορούσε για παράδειγμα να δημιουργήσει, να καταστρέψει εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, την επόμενη 15ετία.
Β: Είναι ένα είδος αθέμιτου ανταγωνισμού αυτό!
Μ: Είναι μεγάλα τα προβλήματα. Όταν σκεπτόμαστε λοιπόν ευρωπαϊκά δεν σημαίνει πάντα καλά, πολλές φορές είναι και άσχημα.
Β: Καλά υπάρχουν πολλοί τρόποι που εφαρμόζεται η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση σίγουρα όπως είπατε, πριν το είπατε κι εσείς στη σημερινή φάση θέλει μεγάλη προσοχή διότι οι εντάσεις αυτές όπως και με το νόμισμα όπως και με τη δημοσιονομική πολιτική μπορεί να κάνουν κακό. Από την άλλη πρέπει να μένουμε στο ευρύτερο στις οικονομικές κλίμακες που κάνει η Ευρώπη γιατί μερικές από αυτές μας ωφελούν. Για πείτε μας λοιπόν κε Μαγκλάρα και ως αρμόδιος Γενικός Γραμματέας πως πάει το θέμα της Ευρυζωνικότητας στην Ελλάδα και σχετικά με αυτούς τους μεγάλους στόχους που έχει η Ευρώπη για τον τόπο.
Μ: Κοιτάξτε μια και είναι αργά θα το περιγράψω έτσι πολύ απλά. Η Ελλάδα σήμερα είναι στον πάτο της Ευρώπης, είμαστε στην 28η θέση και δεν είναι σήμερα, στον πάτο βρισκόμαστε από το 2014, για να μην έχουμε παράξενες ιδέες για κάποιους που θεωρούν ότι είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής τελευταίου χρόνου και για να ξεφύγουμε από αυτό τον πάτο θα χρειαστούν αρκετή προσπάθεια, αρκετά χρήματα και αρκετός χρόνος γιατί οι υποδομές δεν είναι κάτι που φτιάχνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα λοιπόν σκεφτείτε την Ελλάδα στην 28η θέση με τη Μάλτα στην 1η θέση της Ευρώπης, τη Βουλγαρία οκτώ θέσεις πάνω από εμάς, την Κύπρο στη μέση περίπου και εμείς σταθερά σε θέματα που έχουν αξία για την οικονομία και για τη ζωή των πολιτών και για τις υπηρεσίες που δέχονται.
Β: Είμαστε 28οι στην ταχύτητα, στη χωρητικότητα;
Μ: Είμαστε 28οι στα δίκτυα και είμαστε 28οι σε διείσδυση των υποδομών, είμαστε και στον πάτο στο δείκτη DESI, το λεγόμενο Digital, Economy& SocietyIndex. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να σκεφτούμε ριζοσπαστικά σε αυτό το κομμάτι.
Β: Και τι έχετε σκεφτεί τώρα;
Μ: Κοιτάξτε εδώ πέρα αυτό που πρέπει να γίνει είναι να πάμε γρήγορα και με σεβασμό στις ιδιωτικές επενδύσεις που έχουν συμβεί έως τώρα και βέβαια έχοντας πάντα κατά νου την ιδιωτική αγορά και τις εταιρίες που μπορούν να επενδύσουν εκεί, να πάμε γρήγορα σε ένα δίκτυο οπτικής ίνας όσο πιο γρήγορα μπορούμε. Να πάμε σε αυτό το δίκτυο που θα δώσει μια νέα δυνατότητα στην οικονομία να αναπτυχθεί στην ψηφιακή εποχή πλέον και όχι με τις παλιές παραδοσιακές μεθόδους.
Β:Η οπτική ίνα όμως, αυτό που λένε το fibertothehome κι όλα αυτά είναι ακριβά συστήματα.
Μ: Ακριβό σπορ, έτσι να το πούμε (γέλιο)
Β: Έχετε κάποιο ιδιαίτερο πρόγραμμα;
Μ: Κοιτάξτε, έχουμε 400 εκατ. από την ΕΕ που μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε, έχουμε πολλούς ιδιώτες που θα θέλανε να επενδύσουν….
Β: Κάτι για 2,5 δις είχα ακούσει για το fiber
Μ: Ίσως ενδεχομένως να είναι και παραπάνω. Ο ΟΤΕ έχει εξαγγείλει άλλωστε επενδύσεις πολύ μεγάλες εδώ πέρα χρειάζεται ο ρυθμιστικός ρόλος του κράτους να κατευθύνει και εταιρίες. Και η Vodafone και η Wind από κοινού έχουν εξαγγείλει επενδύσεις, η Forthnet βρίσκεται στη διαδικασία αναζήτησης επενδυτών για τις επενδύσεις και βέβαια θα έχουν όπως σας είπα και πολλοί ακόμα παίκτες που θα θέλανε μέσα σε ένα διαυγές και ξεκάθαρο σχέδιο και με βάση το ρυθμιστή, την ΕΕΤΤ να παίζει το ρόλο που της έχει ανατεθεί από την πολιτεία, να ρυθμίζει σωστά…
Β: Του ανεξάρτητου ρυθμιστή
Μ: Βέβαια, και το κάνει αυτό νομίζω με την καινούρια διοίκηση και τον κο Τσαμάκη, έχει έναν εξαιρετικό…
Β: Γιατί με την προηγούμενη διοίκηση ο κος Μιχαλίτσης είχε πρόβλημα;
Μ: Κοιτάξτε, δεν είναι σε εμάς, εγώ νομίζω
Β: Το είχαμε κάνει σε άλλες φορές, είχε πρόβλημα γιατί συνδυάζεται και με το κλείσιμο της ΕΡΤ, έτσι μερικά άτομα
Μ: Κοιτάξτε αυτές είναι πολιτικές που δε έγιναν από πρόσωπα, αυτό ήθελα να πω εγώ τώρα για να είμαι δίκαιος από ένα, δύο πρόσωπα.
Β: Γίνανε από πολιτική κατεύθυνση
Μ: Ήτανε μια πολιτική κατεύθυνση και πολιτική βούληση. Εδώ λοιπόν το πρόβλημα ήταν διπλό, αφενός ποια είναι η πολιτική κατεύθυνση και αφετέρου αν αφήνεις όντως το ρυθμιστή ανεξάρτητο να παίξει το ρόλο που του αναλογεί και που πρέπει να παίξει. Νομίζω ότι στην παρούσα φάση τα έχουμε και τα δύο στη σωστή σειρά και βούληση έχουμε να πάνε καλά τα πράγματα και να είναι το παιχνίδι ανοικτό και ξεκάθαρο
Β: Άλλωστε και η δημιουργία ενός ενιαίου Υπουργείου, υπερυπουργείου θα έλεγε κάποιος, άλλωστε είναι το τρίτο στη σειρά των υπουργείων που είναι το καινούριο υπουργείο που είστε κι εσείς Γενικός Γραμματέας, το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών & Ενημέρωσης, δίνει αυτό κοινό πλαίσιο για τη συνδυασμένη πολιτική οικονομιών κλίμακος και για τα δίκτυα τηλεπικοινωνιών και για τα δίκτυα τηλεοράσεως και για τη γενική ψηφιακή στροφή της Ελλάδος προς το 2020
Μ: Κοιτάξτε είναι σίγουρα μια πολύ μεγάλη μεταρρύθμιση από μόνη της η ίδρυση του Υπουργείου αυτού, συνενώνει πολλές ..
Β: Αλλά πρέπει να παράξει έργο βεβαίως, γι’ αυτό το έχουμε πει, υπουργεία μπορεί να κάνουμε…
Μ: Κοιτάξτε η Γενική Γραμματεία παράγει έργο, η Γενική Γραμματεία Ψηφιακής Πολιτικής παράγει έργο ήδη.
Β: Και η Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης ήδη μετά….
Μ: Η Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης είχε μια πολύ μεγάλη παραγωγή, όλα αυτά τα διαφορετικά αφηγήματα τώρα θα ενωθούνε
Β: Ιδίως η Τρίτη Γραμματεία ήτανε στην καρδιά των πολιτικών εξελίξεων τους τελευταίους τέσσερις μήνες. Λοιπόν τα είπαμε αυτά, είχαμε και τον κύριο Πλειόαπό το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, έχουμε μιλήσει για τις τεχνολογίες δικτύων περιεχομένου τηλεόρασης, λοιπόν να ολοκληρώσουμε τις τηλεπικοινωνίες που είναι ο διπλανός χώρος κ. Μαγκλάρα. Άρα σχεδιάζετε να κάνετε γρήγορες κατευθύνσεις να καλύψουμε το κενό που έχουμε.
Μ: Κοιτάξτε θέλουμε να έχουμε ένα σχέδιο συνολικό. Ως τώρα υπάρχουν διαφορετικά αφηγήματα ο καθένας το προηγούμενο διάστημα αυτά τα αφηγήματα έκλεισαν εταιρίες, διέλυσαν εταιρίες, ο καθένας άνοιγε μια τρύπα στο υπέδαφος και έβαζε ένα καλώδιο. Νομίζω ότι αυτό δεν είναι ένα συνολικό σχέδιο σωστό που έχει προσφέρει προστιθέμενη αξία ούτε για την οικονομία αλλά ούτε βοηθάει και τις εταιρίες. Άρα νομίζω ότι αν καταφέρουμε να συνενώσουμε εκεί πέρα τις διαφορετικές βουλήσεις και να βγάλουμε μια κοινή συνιστώσα για το πώς θα πάμε στο μέλλον και να το σχεδιάσουμε αυτό, το αποδεχτούμε όλοι και βάλουμε και τη δημόσια συνεισφορά σε αυτό που είναι 400 εκατ. και βέβαια να έχει και δίκτυο προς όλους, το οποίο θέλει να προσφέρει υπηρεσία, νομίζω ότι μπορούμε γρήγορα να πάμε. Είναι φιλόδοξο βέβαια αυτό πρέπει να σας πω, η αλήθεια είναι αλλά η φιλοδοξία δε μας λείπει και ούτε η ικανότητα να οργανώνουμε.
Β: Πάντως λοιπόν μια ερώτηση και ο κ. Κανουτάς και να τελειώνουμε.
Καν: -κ. Μαγκλάρα ήθελα να ρωτήσω το εξής, στις 2 Δεκεμβρίου νομίζω είναι το Συμβούλιο Υπουργών όπου θα συζητηθεί αυτή η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Είμαστε καλά προετοιμασμένοι γι αυτό?
Β: Δεν ακούσατε? Θα δώσει μάχη ο κος Μαγκλάρας γι’ αυτό, και ο Υπουργός
Μ: Είμαστε πολύ καλά και ο Υπουργός πολύ καλά προετοιμασμένος . Έχουμε ένα τεράστιο ντοσιέ το οποίο το διαβάζουμε στην κάθε λεπτομέρεια του, έχει 14 παρεμβάσεις το Συμβούλιο. Είναι κάποιες τις οποίες πρέπει να μιλήσουμε, σε κάποιες άλλες απλώς να τις ακούσουμε, κάποιες έχουν νομοθετική πρωτοβουλία. Είναι έτσι ένα πολύ πολύπλοκο ζήτημα, υπάρχει μετά και το δείπνο των Υπουργών όπου και εκεί θα γίνουν παρεμβάσεις, είμαστε ιδιαίτερα καλά προετοιμασμένοι και έτσι θέλουμε γιατί είναι και τεχνικό το ζήτημα, δεν πρέπει
Β: Άλλωστε ο κος Παππάς είναι συνηθισμένος από μάχες … (γέλιο) χοντρές στην Ελλάδα, άλλου τύπου, οπότε θα είναι…
Λοιπόν πάντως ο τομέας γενικά ψηφιακής θεματολογίας, ψηφιακή στρατηγική 2020 θα είναι κρίσιμο και για την Ελλάδα και για την ανάπτυξη και για τις τηλεπικοινωνίες και για την τηλεόραση, που όπως λέει και ο κ. Κανουτάς σε λίγο θα γίνουν merge διότι σε λίγο θα βλέπουμε την τηλεόραση από 5G
Μ: Να κάνω και μια παρατήρηση εδώ πέρα από το 5G είναι ότι υπήρχε ένα σχέδιο για την Ευρώπη το 2020 όπου εκεί ήταν προσανατολισμένα και τα χρήματα της ΕΕ, τέλος πάντων υπήρχε και συνεννόηση για το πώς θα αξιοποιηθούνε ήδη αυτό το όραμα που στην Ελλάδα δεν έχουμε καν ξεκινήσει να το εφαρμόζουμε είναι παρωχημένο πλέον, ήδη ο Πρόεδρος Γιούνγκερ ανακοίνωσε το GigabitSociety, το νέο όραμα για την Ευρώπη, αδιάλειπτες ταχύτητες του GDDS, συνεπώς πρέπει κι εμείς να ανασχεδιάσουμε το δικό μας όραμα πάρα πολύ γρήγορα και να αρχίσουμε να το εφαρμόζουμε να μη μείνουμε δηλαδή απλώς……..
Β: Ωραία σε κανένα εξάμηνο που θα έχετε μπει και θα έχετε εφαρμόσει μερικά από αυτά που είπαμε τώρα θα σας καλέσουμε εδώ στο στούντιο θα φωνάξουμε και τον κ. Κανουτά και τον κ. Μιχαλίτση, θα χουμε και το ηχητικό, θα λέμε κ. Μαγκλάρα……..
Μ: (Γέλιο) Για να κάνετε αντιπαραβολή λόγων και πράξεων
Β: Όχι θα λέμε τι έγινε βρε παιδί μου. Αλλά φαίνεστε ότι είστε πολύ δυναμικός και πραγματιστής εκτός από ιδεολόγος οπότε θα βγάλετε δουλειά.
Μ: Με μεγάλη μου χαρά. Μ’ αρέσει να προχωράνε τα πράγματα. Λοιπόν καλό βράδυ και στους ακροατές σας κε Βασιλόπουλε, στον κ. Κανουτά και στον κ. Μιχαλίτση. Καλό βράδυ.
Β: Σας ευχαριστούμε πολύ. Γεια σας.
«Ποιον καλώ όταν θέλω να μιλήσω με Ευρώπη;». Ηταν μια προβοκατόρικη ερώτηση, η πατρότητα της οποίας αποδίδεται στον Χένρι Κίσινγκερ. Και λέει πολλά. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όμως, έχει η απάντηση. Ο Γάλλος οικονομολόγος Ζαν Πισανί-Φερί έκανε την ανάλυση των τηλεφωνικών κλήσεων του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών, Τίμοθι Γκάιτνερ, μεταξύ Ιανουαρίου του 2010 και Ιουνίου του 2012 (http://bruegel.org/2013/02/tim-geithner-and-europes-phone-number/).
Από τη μελέτη προέκυψε, με βάση τις τηλεφωνικές κλήσεις στην περίοδο κλιμάκωσης της ελληνικής κρίσης, ότι ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών συνομιλούσε για τα ευρωπαϊκά θέματα, πρώτον, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (114 κλήσεις), δεύτερον, με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (58 κλήσεις), τρίτον, με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (36 κλήσεις)· η τέταρτη κατά σειρά επαφή ήταν με τον Γάλλο υπουργό Οικονομικών.
Τι δείχνει αυτή η ιστορία; Δείχνει ότι το ΔΝΤ απαντούσε στα ευρωπαϊκά θέματα. Εδειξε ότι η Ε.Ε. απαντούσε μέσω των τεχνοκρατών της ΕΚΤ· ότι η Ευρώπη, αντί να έχει μέλημα τη φροντίδα των πολιτών της, ενδιαφερόταν για την κατάσταση των τραπεζών και των αγορών της.
Εδειξε ότι η Ευρώπη στηριζόταν στον γαλλογερμανικό άξονα, δηλαδή, στις δύο χώρες που, προς στιγμήν, είχαν ξεχάσει τα δικά τους δεινά του 1945 και την αδυναμία τους να εξοφλήσουν τα χρέη τους.
Επιπλέον, αυτή η ιστορία έδειξε ότι ο ευρωπαϊκός πυρήνας πίεσε τον ευρωπαϊκό Νότο με ιδιοτέλεια, επέβαλε μνημόνια λιτότητας, εντός του ευρώ, με ιστορική αμνησία αλλά και με ολέθριες συνέπειες. Δείχνει, τέλος, τη δημιουργία ενός υφιστάμενου αυτοκαταστροφικού ευρωπαϊκού μοντέλου πραγματικής συλλογικής τιμωρίας. Τιμωρίας, μάλιστα, διαγενεακού τύπου: τους Baby Boomers να φτύνουν κατάμουτρα τους Millennials.
Στο σημείο αυτό, και σε σχέση με τους τεχνοκράτες που δίνουν λύσεις σε καθαρά πολιτικά και οικονομικά προβλήματα, ο Γιούργκεν Χάμπερμας -ένας από τους πιο σημαντικούς κοινωνικούς και πολιτικούς στοχαστές στον κόσμο σήμερα- έκανε τη δημόσια παρέμβασή του. Στο βιβλίο του με τίτλο «The Lure of Technocracy» («Το θέλγητρο της τεχνοκρατίας», 2013) παρουσιάζει μια συνεκτική, ευρεία υπεράσπιση του σχεδίου της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Εξηγεί τα αδέξια βήματα που έγιναν για τη διεθνοποίηση της δημοκρατίας και τη συνταγματοποίηση του διεθνούς δικαίου κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25 ετών και προτείνει στους βασικούς συντελεστές της Ευρωπαϊκής Ενωσης (πολιτικούς, κόμματα και κράτη-μέλη) μια διέξοδο στην τρέχουσα οικονομικο-πολιτική κρίση.
Ομως, ενάντια στις τεχνοκρατικές πολιτικές που υποστηρίζει ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και το Βερολίνο. Τα μέτρα που επιβάλλονται εις βάρος των οικονομικά ασθενέστερων χωρών, λέει, υπονομεύουν την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών και εγκαταλείπουν την ευημερία στις ιδιοτροπίες των αγορών.
«Μόνο εάν η τεχνοκρατική προσέγγιση αντικατασταθεί από τον βαθύτερο εκδημοκρατισμό των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, μόνον τότε η Ε.Ε. θα μπορεί και πάλι να θέσει υπό πολιτικό έλεγχο, σε υπερεθνικό επίπεδο, τον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό της αγοράς και να εκπληρώσει την υπόσχεσή της ως υπόδειγμα κοινωνίας».
Προφανώς, λίγο ενδιαφέρει αν ο Χάμπερμας θα μείνει στην ιστορία ως ο ασπρομάλλης προφήτης της νέας δημοκρατικής Ευρώπης και μιας ευρωζώνης χειραφετημένης από εθνικά μίση. Το θέμα είναι ότι οι ελίτ της Ε.Ε. έχουν πρόθεση να συνεχίσουν να διαδραματίζουν –μέσω των τεχνοκρατών– ένα παιχνίδι μικροπολιτικής για πολλά ανοιχτά θέματα: Brexit, ευρωατλαντικές σχέσεις, σχέσεις με Ρωσία, εκλογές στη Γαλλία, στη Γερμανία, προσφυγικό-μεταναστευτικό, πόλεμος, τρομοκρατία κ.ά.
Το ίδιο κάνουν και με την ελληνική κυβέρνηση. Από το 2010 είχαν υποτιμηθεί τελείως οι μακροοικονομικές συνέπειες του προγράμματος που επιβλήθηκε στην Ελλάδα.
Οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ και η Λέσχη του Βερολίνου πίστευαν ότι με την περικοπή των μισθών και την αποδοχή πρόσθετων μέτρων λιτότητας, οι ελληνικές εξαγωγές θα αυξηθούν και η οικονομία θα επιστρέψει σύντομα στην ανάπτυξη. Πίστευαν, επίσης, ότι η πρώτη αναδιάρθρωση του χρέους θα οδηγούσε στη διαχειρισιμότητα του χρέους.
Επειδή η αποτυχία φανερώνει περισσότερα από όσα κουκουλώνει η επιτυχία, σε ένα τέτοιο κλίμα, η Ελλάδα δεν έχει να περιμένει πολλά. Το βασικό σήμερα στην Ε.Ε. δεν είναι η περαιτέρω ολοκλήρωση. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι χθεσινή∙ αυτό που κινδυνεύει, αύριο, είναι η δημοκρατία στην Ευρώπη.
Και (με τα λόγια του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη) πριν «πάσαι σχεδόν αι νήσοι του Αιγαίου υποταχθούν», θα πρέπει εμείς οι ίδιοι να σοβαρευτούμε. Και πρώτο -αν πιστεύει στη δημοκρατία- θα πρέπει σοβαρευτεί το «κόμμα Σόιμπλε», μαζί με όποιον έχει απομείνει να σκέφτεται χωρίς αντικαταθλιπτικά.
«Αλλως δε, ουδέν καλύτερον εζήτουν ή να εύρωσίν τινα, εις ον να υποταχθώσιν. Ως φαίνεται η δουλεία είναι πάντοτε προτιμοτέρα της αναρχίας, όπως η λέπρα είναι προτιμοτέρα της πανώλους... Διότι πάσα χώρα εν τη Ανατολή είχε πέσει εις τας χείρας του τυχόντος». Ούτε καν στο «αόρατο χέρι», αλλά «εις τας χείρας του τυχόντος»...
Εδώ, στην κουβέντα περί δημοκρατίας στην Ευρώπη, θα ήταν ίσως χρήσιμο να θυμηθούμε τον Αϊνστάιν: «Αν, από την αρχή, μια ιδέα δεν φαντάζει τρελή, τότε δεν υπάρχει καμιά ελπίδα γι' αυτή την ιδέα».
Ο καθένας ας διαβάσει όπως θέλει αυτά τα λόγια∙ αλλά, μάλλον, αυτό που θα ήθελε να μας πει είναι ότι το δικαίωμα σ' ένα δύσκολο -ετεροχρονισμένο για την εποχή μας- ιδανικό θα παραμένει σταθερά ένα ανθρώπινο δικαίωμα. Και η Ευρώπη το έχει ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε.
Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 29/12/2016.
Η οικονομική ιστορία της χώρας μας είναι γνωστή. Οι πολιτικές παράμετροι, ο τρόπος λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, η συμπεριφορά διοίκησης, συντεχνιών και πολιτών επίσης. Τα δάνεια, ειδικά μετά την εθνική καταστροφή του 1922 και τον εμφύλιο πόλεμο της περιόδου 1946-1949, οι κρατικές και οι ιδιωτικές επενδύσεις και βεβαίως οι άδηλοι πόροι έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην απογείωση της ελληνικής οικονομίας.
Η ανάπτυξη αυτή ήταν όντως στρεβλή, αλλά η κατάσταση της χώρας ήταν τότε δραματική και η φτώχεια ανυπόφορη. Ο αυταρχισμός, η μετανάστευση και η αστυφιλία ήταν οι κύριες συνιστώσες της δεκαετίας που ακολούθησε τον εμφύλιο. Η σύνθεση του ΑΕΠ ήταν από τότε προβληματική. Ο τομέας των υπηρεσιών είχε την τάση να διογκώνεται, ενώ ο πρωτογενής τομέας – λόγω φυσικών και όχι μόνο δυσκολιών – έχανε έδαφος. Οι εισαγωγές ήταν διαχρονικά μεγαλύτερες των εξαγωγών κι αυτό χειροτέρεψε με την αύξηση της κατανάλωσης, το εύκολο χρήμα και την εισροή των κοινοτικών επιδοτήσεων μετά το '81.
Ακόμα και σήμερα και παρά την κρίση, το οικονομικό μοντέλο της χώρας δεν ευνοεί την ντόπια παραγωγή και μεταποίηση. Ο τομέας των υπηρεσιών διογκώνεται, εξάγουμε για επεξεργασία ακόμα και τα είδη που συλλέγονται για ανακύκλωση, εξάγουμε πρώτη ύλη (πχ φρούτα) και εισάγουμε έτοιμα προϊόντα (πχ μαρμελάδες). Πρόσφατα, η πρόεδρος του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας των ΗΠΑ κα Ντέμπορα Γουίνς-Σμίθ δήλωσε ότι «πριν από έναν χρόνο που βρισκόμουν στην Ελλάδα έμαθα για την περίπτωση μιας ελληνικής επιχείρησης που στηρίζεται σε εγχώρια προϊόντα αλλά αναγκάζεται να τα συσκευάζει εκτός Ελλάδας ακριβώς λόγω του κόστους της γραφειοκρατίας και των περιορισμών. Και όταν ρώτησα πού ολοκληρώνεται η παραγωγή του προϊόντος, μου απάντησαν στην Ελβετία! Δηλαδή, είναι πιο ανταγωνιστικό για εκείνους από άποψη κόστους να κατασκευάζουν ένα εγχώριο προϊόν στην Ελβετία αντί στην Ελλάδα» (http://www.tovima.gr/finance/article/?aid=782215).
Αυτή η κατάσταση της κυριαρχίας των υπηρεσιών ταυτίζεται διαχρονικά με τον μεταπρατισμό, τις εισαγωγές, τον παρασιτισμό. Οσο το μοντέλο που έχουμε δεν χτυπά την γραφειοκρατία, δεν στρέφεται προς την ενδογενή ανάπτυξη, δεν στηρίζει την εγχώρια παραγωγή και την μεταποίηση, τόσο θα αυξάνεται ο τομέας των υπηρεσιών και των εισαγωγών, από ελλαδικές επιχειρήσεις, αλλά και από τις ελληνικές επιχειρήσεις που μετακομίζουν στην Βουλγαρία.
Τα προβλήματα όμως ήταν γνωστά από την εκπληκτική σε ρυθμό ανόρθωσης δεκαετία του '60: μελέτες, στατιστικά, ρόλος του κράτους, επενδύσεις, ξένη βοήθεια, κοκ (βλ. André Blanc, «L' économie des Balkans», PUF, Paris, 1965). Οι άδηλοι πόροι έσωζαν την κατάσταση και το κράτος ακολούθως έκανε λίγο απόλα για να ικανοποιήσει τις ποικίλες πελατείες: προκλητικά δάνεια, εθνικοποιήσεις, προσλήψεις, οικονομικές παρεμβάσεις με χίλια τεχνάσματα.
Και τώρα; Η αλληλεξάρτηση των συμφερόντων, οι κομματικές παθογένειες, η πελατοκρατεία, η ανικανότητα (μην την υποτιμούμε), τα μεγάλα λάθη μας καθώς και τα χειροπιαστά λάθη των δανειστών, θα λειτουργήσουν ως ανάχωμα αδράνειας; Τίποτε δεν μπορεί να ξεκινήσει από το κράτος, τη διοίκηση, τους επιστήμονες, τις επιχειρήσεις, τους πολίτες; Είμαστε καταδικασμένοι στην κατρακύλα δίχως τέλος;
Δεν το πιστεύω κι ελπίζω ότι τα παθήματα θα μετουσιωθούν σε δημιουργικές πρωτοβουλίες. Σε όλους τους χώρους υπάρχουν ικανοί άνθρωποι. Λείπει μια νέα μέθοδος, μια λυτρωτική κίνηση, ένα πρόσωπο και μια ομάδα που θα εκφράσουν το αύριο. Με επίγνωση της κατάστασης, με σχέδιο, με αυταπάρνηση. Αν κερδηθεί η εμπιστοσύνη, αν κοιτάξουμε το μέλλον, όλα αλλάζουν. Και η σύνθεση του ΑΕΠ (έτσι κι αλλοιώς η κρίση σχετικοποίησε τα νούμερα), και οι κομματικοί συσχετισμοί (τάχουμε δει όλα πλέον) και οι διεθνείς σχέσεις (κι εκεί όλα είναι διαφορετικά σε σχέση με το 2009).
Τί μένει; Η ελπίδα, αφού η ανάγκη είναι επιτακτική.
Δημοσιεύτηκε στην metarithmisi.gr στις 24/12/2016.
Θα σε συστήσω στους αναγνώστες της «Εποχής» λέγοντας ότι σου άρεσε πάντοτε να μπλέκεις με μπερδεμένες υποθέσεις. Δεν ισχύει αυτό με την τρέχουσα διαπραγμάτευση;
Κι αυτή τη φορά τα εξ ορισμού περίπλοκα πράγματα, μπλέξανε πολύ περισσότερο.
Ήταν αυτό αναμενόμενο εδώ και μερικούς μήνες; Ενδεχόμενο μπορεί και να ήταν..
Αναμενόμενο δεν νομίζω πως ήταν. Μάλιστα δεν αναμενόταν από βασικούς συντελεστές, όπως είναι η Κομισιόν –στο κομμάτι Γιούνκερ-Μοσκοβισί. Απ' όσο έχω καταλάβει, κανείς δεν έχει σχετικά πληροφόρηση. Όποιος λέει στην Ελλάδα ότι έχει πληροφόρηση δεν λέει αλήθεια. Αλλά απ' ό,τι προκύπτει και η ΕΚΤ περίμενε ότι θα πήγαιναν τα πράγματα ευκολότερα.
Ακριβές και λάθος, σωστό και ψέμα. Τι εννοώ; Η ταχύτητα με την οποία γράφτηκε το σχέδιο του Staff Level Agreement, η προσυμφωνία σε τεχνικό επίπεδο, με κενά βέβαια [αγκύλες] για να συμφωνηθούν αργότερα, ήταν μεγάλη. Και το ύφος του κειμένου ήταν πολύ φιλικό. Προέβλεπε και ρυθμίσεις κοινωνικές που θα μπορούσε να τα δεχθεί η Ελληνικη πλευρά. Άρα πήγαιναν για κλείσιμο.
Επομένως, τι μεσολάβησε;
Επιμένω στην άποψή μου ότι ο «πονηρός βαλκάνιος» ηγέτης Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε είπε "εγώ δεν χάνω στο χωριό μου, στην περιφέρειά μου ούτε μια ψήφο για σας". Και όταν στην ΕΕ και μάλιστα στο Γιούρογκρουπ ένας υπουργός –αφήνω το αν είναι ή όχι σημαντικός υπουργός– πει "έχω πελώριο πρόβλημα", τελικά τον διευκολύνουν. Διευκόλυναν τον Σόϊμπλε και όχι τον Τσακαλώτο.
Αυτό είναι αλήθεια. Όμως η στάση του ΔΝΤ πως ερμηνεύεται; Έχει τεράστιες αντιφάσεις. Διάβασα την τοποθέτηση του Τζέρρι Ράϊς και αυτό το επιβεβαιώνει χωρίς προφύλαξη
Το ΔΝΤ προτείνει κάτι που είναι τραγικό για την Ελλάδα. Προσοχή είναι τραγικό, όχι για την ελληνική κυβέρνηση αλλά για την Ελλάδα. Αυτό είναι χρήσιμο και οι προηγούμενοι κυβερνητικοί άρχοντες – της κυβέρνησηςΣαμαρά, Βενιζέλου, Στουρνάρα– να το εννοήσουν διότι μερικές φορές άνθρωποί της σαν να επιχαίρουν λέγοντας «και εσείς θα φάτε τα μούτρα σας». Αλλά και οι αυριανοί ή μεθαυριανοί μιας κυβέρνησης Μητσοτάκη κι αυτοί λένε ανάλογα. Το ΔΝΤ έχει μια απόλυτα σωστή, πλην απαράδεκτη θέση. Λέει δηλαδή, το πρόγραμμα σας δεν βγαίνει, σας το εγγυώμαι . Αφού δεν βγαίνει πρέπει να δώστε σ' αυτούς εκεί τους περίεργους δημοσιονομικό χώρο. Οι άλλοι λένε, λόγω Σόϊμπλε, όχι! Και τότε το ΔΝΤ τους λέει το απόλυτα τραμπούκικο και απόλυτα ακριβές, "τότε θα λάβουνε αυτοί οι δυστυχείς μέτρα". Μέτρα μέχρι να λιώσουν!
Ναι αλλά έχει πει ήδη και μάλιστα πολύ καθαρά ότι αν παρθούν πρόσθετα μέτρα δεν μπορεί η οικονομία να αποδώσει αυτά τα πλεονάσματα. Πρόλαβε, δηλαδή, τον εαυτό του. Πώς τα αλλάζει τώρα;
Όχι, δεν τα αλλάζει! Νομίζω, ότι νομίζει το ΔΝΤ ότι οι Ευρωπαίοι ερχομενοι απέναντι στον απόλυτο παραλογισμό τους, θα καμφθούν. Όμως, οι Ευρωπαίοι ευρισκόμενοι απέναντι στον απόλυτο παραλογισμό τους λένε ακόμη "όχι".
Άρα θα παίξει καθοριστικό ρόλο και η θέση της Ελλάδας εδώ, να παραμείνει δηλαδή σταθερή στη θέση της
Ναι, στο μέτρο που μπορεί να κρατήσει σταθερή θέση. Προσοχή: σταθερή θέση υπερασπίσημη. Η έννοια κόκκινες γραμμές αλλά και τα υπερβολικά αιτήματα δεν έχει αποδώσει διαπραγματευτικά. Διότι όταν ο απέναντι, δει ότι τις κόκκινες γραμμές τις κάνεις ροζ ξέρει ότι θα κάνεις κι άλλο πίσω.
Η ελληνική κυβέρνηση ξεκίνησε με λογικές θέσεις. Με το "υπερκόφτη", με το να δούμε το 3,5% του ΑΕΠ, π.χ., για ένα με δύο χρόνια ακόμη παραπέρα.
Εδώ έπεσε και το 2,5% του ΑΕΠ πλεόνασμα, με 1% επιπλέον που θα αναχθεί σε αναπτυξιακό πόρο, όπως είπε ο Τσακαλώτος
Σωστό, το 2,% + 1,5% ή 2,5% + 1%, δηλαδή το 1,5 ή το 1 να πηγαίνει στην μείωση φόρων. Όλα αυτά είναι υπερασπίσιμες θέσεις φθάνει ο απέναντί σου να ακούει. Αυτή τη στιγμή δεν άκουσε. Σ' αυτές τις περίπλοκες περιπτώσεις η διαπραγματευτικότητα μπορεί να έχει κάτι το οποίο να λειτουργεί σωστά, που όμως δεν είναι σωστό, αλλά είναι σωστό για διαπραγμάτευση. Παράδειγμα: ο Αντ. Σαμαράς το 2014 ξεκίνησε να τα σπάσει σε μια λογική κατεύθυνση. Αλλά μετά έκανε το καθοριστικό λάθος να πάρει το «μισοκακόμοιρο» ύφος και να υπαινίσσεται το «βοηθήστε με γιατί αλλιώς απέναντί σας θα έχετε άλλους, κακούς». Αν και ο Τσίπρας κάνει ανάλογο, δεν θα πω το ίδιο, σφάλμα, ούτε που θα ακουστεί.
Μα δεν το λέει αυτό, ασφαλώς...
Αν δεν το πει αυτό, τότε όντως έχει διαπραγματευτική θέση. Νομίζω δε ότι τα τελευταία μέτρα, τα οποία δεν τα βρίσκω ορθά αναγγελμένα, δηλαδή την διαγγελματική ανακοίνωση των κοινωνικών μέτρων, το ανέβασμα των τόνων, το πέτρινο τζάκι, τις σημαίες - όλα αυτά δεν κάνουν καλή διαπραγματευτικότητα.
Τα μέτρα αυτά ήταν μέτρα που η ελληνική κυβέρνηση δικαιούταν να λάβει. Το αν είναι καλά στις κάλπες θα κριθεί. Πάντως ανεβάζοντάς τα γίνονται μέρος της διαπραγμάτευσης, της λογικής διαπραγμάτευσης και κινδυνεύουν να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Θα ήταν κρίμα.
Συνδέεις, δηλαδή, τα μέτρα με τη διαπραγμάτευση
Συνδέθηκαν ήδη από τον ευρωπαϊκό Τύπο. Ο οποίος, να το πούμε, είναι εξίσου αμφιλεγόμενης ποιότητας όπως και ο ελληνικός. Δηλαδή, σπεύδει αμέσως να βγάλει εύκολα συμπεράσματα και να υπερακοντίσει και των σκληρών δικών του ανθρώπων τις θέσεις. Ο γερμανικός Τύπος, μέρος του οποίου ως χθες έλεγε "τι καλή που είναι επιτέλους αυτή η ελληνική κυβέρνηση", τώρα λέει "αθετεί τις υποχρεώσεις της". Ενώ δεν ήταν ακριβώς υποχρέωση αυτό.
Ξανά στη διαπραγμάτευση. Έχουμε τρία μέρη που διαπραγματεύονται που δεν έχουν αποφασίσει ότι δεν θα συνεννοηθούν, άρα υπάρχει έδαφος συζήτησης. Από που κατά τη γνώμη σου μπορεί να προκύψει έξοδος;
Η έξοδος μπορεί να βγει με τον γνωστό ευρωπαϊκό υποκριτικό τρόπο, δηλαδή να βρεθεί κάτι που πάλι όλοι θα ξέρουν ότι δεν οδηγεί πουθενά, όπως συνέβη και το 2012, και το 2015 και τον Μάϊο του 2016. Να πουν δηλαδή, ότι δίνουν χρόνο για διαπραγμάτευση εκεί που δεν αντέχει η ελληνική κυβέρνηση, δηλαδή στα εργασιακά στα οποία η υπεριδεολόγηση έχει παγώσει και δεξιές ακόμη κυβερνήσεις τόσο μάλλον μια που κινείται κάπου στ' αριστερά. Να μείνει αυτό για ακόμη πιο αργά μέσα στο 2017 και τώρα να συμφωνηθεί ένα είδος υπερκόφτη ότι δηλαδή για όσα χρόνια συνεχίσει να υπάρχει πρόγραμμα εν ισχύ θα ελέγχονται αυτόματα οι δημοσιονομικές υπερβάσεις.
Όπως, π.χ., αυτό που ισχύει για την Πορτογαλία;
Λίγο διαφορετικό από το πορτογαλικό. Θα έχει περισσότερη επιτήρηση, όχι όμως τις αγριάδες που ισχύουν τώρα! Ο οποίος υπερκόφτης - και αυτό θα είναι το μεγάλο πρόβλημα για την ελληνική διαπραγματευτική ομάδα - να λέει τι είδους δαπάνες θα είναι αυτές που θα περικόπτονται αν ξεφεύγει το πράγμα. Δεν νομίζω ότι η κυβέρνηση, η οποιαδήποτε κυβέρνηση, θα δεχθεί υπερκόφτη στις συντάξεις και γενικά στο συνολικό κόστος αμοιβών στο δημόσιο.
Από ανώτατους αξιωματούχους της κυβέρνησης έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι με το τέλος του εκλογικού κύκλου στην Ευρώπη η διαπραγμάτευση για όλα αυτά θα ξαναρχίσει. Όπως και μετά το τέλος του προγράμματος το 2018. Στις τακτικές, δηλαδή, μπαίνουν και οι μελλοντικές εξελίξεις. Αυτό μετράει;
Αυτό ακόμα νομίζω ότι μετράει. Μετρούσε όμως πριν περισσότερο.
Μπορεί να αλλάξει κυβερνητική θέση και ο "βαλκάνιος πολιτικός" της Γερμανίας
Ο Σόϊμπλε αυτή τη στιγμή, μην ξεχνάμε, έχει υποστεί μια σοβαρή ήττα - αν και όλοι πιστεύουν ότι έχει κατατροπώσει τους πάντες. Θα χρειαστεί, ενδεχομένως, στις επόμενες εβδομάδες να ικετεύσει την Μπούντενσταγκ, δικούς του πολλούς βουλευτές για τη μη συμμετοχή του ΔΝΤ. Ο Σόϊμπλε, πιάστηκε στο δόκανο διότι έχει ορκισθεί ότι θα φέρει το ΔΝΤ, το οποίο όμως διώχνει με κάθε μια κίνησή του.
Συμφωνήθηκε, παρ΄ όλα αυτά, ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος αποφασίστηκαν τελεσίδικα. Δεν εξαρτώνται από την δεύτερη αξιολόγηση, δηλαδή. Δεν έχει αυτό ενδιαφέρον;
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον διότι κανονικά όχι μόνο θα ήταν μαζί με την αξιολόγηση αλλά θα είχανε –και μας είχανε προειδοποιήσει απ' έξω– και αιρεσιμότητα, δική τους conditionality. Υπήρξε αυτό απροσδόκητα αυτό καλή εξέλιξη.
Πού οφείλεται αυτό;
Νομίζω ότι ετοιμάζονταν να κάνουν το τελικό πρέσιγκ στην Ελλάδα κατά το οποίο μπορεί και να λυγίσει, οπότε να έχουν πρόβλημα συνομιλητή οι Ευρωπαίοι. Θέλησαν να πουν - και γι' αυτό είχε διαρρεύσει μέρες πριν - ότι το Βερολίνο δεν θα έχει αντίρρηση σ' αυτά τα μέτρα που υποτίθεται δεν είχε ακόμη υποβάλει ο Ρέγκλινγκ, για να δείξει "εμείς τηρούμε απόλυτα τις υποχρεώσεις μας"...
Για να μπορεί να υποστηρίξει αμετακίνητος το 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα
Ακριβώς! Να προσέξουμε, επίσης, ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος - με τα 4,2 χρόνια παράταση και την προβολή των επιτοκίων μέχρι πολύ μακριά - δεν είναι βραχυπρόθεσμα. Και δεν καταλαβαίνω γιατί όλοι μας οι αναλυτές, εδώ, λένε ότι τα μέτρα αυτά είναι βραχυπρόθεσμα.
Η συζήτηση για τα πλεονάσματα ξεχνά το βασικό, το πώς θα πάει η οικονομία, η πορεία του ΑΕΠ. Πώς βλέπεις να πηγαίνει υπό κανονικές συνθήκες και πως υπό το βάρος των θηριωδών πλεονασμάτων;
Το πολύ δυσάρεστο είναι ότι το οικονομετρικό μοντέλο του ΟΟΣΑ, π.χ. έβγαλε ένα 1,8% αύξηση ΑΕΠ το 2017. Το αφήνω αυτό. Όμως, θα πω ότι η οικονομία δεν είναι ψυχολογία. Περιλαμβάνει ασφαλώς κομμάτι ψυχολογίας αλλά είναι αυτό θεμελιώδες στοιχείο της. Σε οποιαδήποτε οικονομία όταν αφαιρείς αγοραστική δύναμη, περικόπτοντας συντάξεις, συγκρατώντας μισθούς, αποδομώντας το ΕΚΑΣ και αυξάνοντας τη φορολογία δεν υπάρχει άνοδος. Το δόγμα που πιστέψαμε στην Ελλάδα και το οποίο διαφήμισε ο Γιάννης Στουρνάρας και υιοθέτησε ο Αλέξης Τσίπρας για το "υπερσυμπιεσμένο ελατήριο", απέδωσε ανέλπιστα το '15 (γιατί ο κόσμος φοβήθηκε για τα λεφτά του), συνέχισε και το 2016. Μπορεί όμως η οικονομία να αυξηθεί 2,7% το 2017 που λέει η κυβέρνηση και επιβεβαιώνει η Κομισιόν; Δεν νομίζω ότι η πρόβλεψη θα επαληθευθεί. Τα μέτρα που είναι δρομολογημένα και μόνο θα τη συγκρατήσουν. Τα προτεινόμενα πλεονάσματα, λοιπόν, είναι εγκατεστημένα στις σφαίρα του παράλογου .
Λοιπόν, τι μένει για μια χώρα όπως η Ελλάδα;
Η απάντηση είναι υπομονή και όχι μαξιμαλισμούς. Και η απάντηση, όμως, είναι ταυτόχρονα σταθερή θέση διαπραγματευτική και πολλή ενημερωτική δουλειά προς τα έξω. Δεν υπάρχει σήμερα διεθνές ενδιαφέρον στραμμένο στην Ελλάδα ενώ μια χώρα οδηγείται στο αδιέξοδο για να λύσει ιδεοληπτικά προβλήματα μεγάλων. Και για να λύσει το πελώριο πρόβλημα το ότι η Ευρώπη έχει συνολικό πρόβλημα χρέους και το ΔΝΤ χτυπιέται με τον Σόϊμπλε για το ευρωπαϊκό πρόβλημα χρέους - το οποίο θα 'ρθει σε λίγα χρόνια. Η Ιταλία είναι δίπλα.
Εντούτοις το ιταλικό δημοψήφισμα της Κυριακής δεν πέρασε από το Γιούρογκρουπ της Δευτέρας
Απόλυτα ενδιαφέρον, όμως η Ιταλία δεν είχε υπουργό εκεί, η Γαλλία επίσης εφόσον δεν έχει Πρόεδρο, ο Τσακαλώτος ήταν πολύ μοναχικός. Το ιταλικό αποτέλεσμα, είναι ενδιαφέρον δεν επηρέασε και τις αγορές. Αλλά όταν οι αγορές πλέουν στο μαξιλάρι της πελώριας ρευστότητας...
Οι αγορές δεν βλέπουν πάντα σωστά το μέλλον...
Ναι, αλλά καθορίζουν το τι γίνεται άμεσα. Η ιταλική κρίση δεν χτύπησε θα συμφωνήσω με το υπονοούμενό σου, ακόμη.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/12/2016.
Η εικόνα- πολύ πρόσφατη -μιλούσε μόνη της. Οι υπουργοί Υγείας της Κίνας και της Μεγ. Βρετανίας και ανάμεσα τους ένας διακεκριμένος πανεπιστημιακός ως εκπρόσωπος του φημισμένου LSE να υπογράφουν ένα κολοσσιαίο ερευνητικό πρόγραμμα υγείας, παγκόσμιου ενδιαφέροντος.
Είναι ότι πιο εντυπωσιακό υπάρχει αυτή τη στιγμή στον πλανήτη σ' αυτόν τον τομέα. Οι Βρετανοί με την διάθεση της πρωτοπορίας και οι Κινέζοι με την μεγαλύτερη βάση δεδομένων ιατρικού χαρακτήρα τον κόσμο, θα συνεργαστούν για να μελετήσουν και να παράγουν ιατρικό και φαρμακευτικό υλικό του μέλλοντος. Θέματα καρδιολογίας, καρκίνοι, διαβήτης ,νεφρική ανεπάρκεια , αλλά και ψυχικά νοσήματα θα αντιμετωπίζονται διαφορετικά μετά από αυτή τη μελέτη.
Ο καθηγητής του LSE που συνυπέγραψε και θα επιβλέπει το πρόγραμμα, είναι ήδη σύμβουλος της κινεζικής κυβέρνησης σε θέματα προγραμματισμού, έρευνας και ανάπτυξης στον τομέα της υγείας. Στο βιογραφικό του υπάρχουν αμέτρητες τακτικές συνεργασίες του με κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμούς, ινστιτούτα υγείας και φαρμακολογίας , πανεπιστήμια και ιδρύματα, δημοσιεύσεις του και διεθνείς διθύραμβοι για τη δουλειά του. Ένα απλό «γκουγλάρισμα» στο : elias mossialos. φέρνει πάνω από 26.000 αναφορές.
Βρίσκεται στον πυρήνα των παγκόσμιων εξελίξεων στον ερευνητικό τομέα της υγείας, Ένας Έλληνας στην κορυφή του κόσμου, αλλά όχι και στην Ελλάδα. Λίγοι μπορεί να θυμούνται ότι το 2009-11 ήταν βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, με πρωτοβουλία του Παπανδρέου που τον κάλεσε στην Ελλάδα και μετά τον ...ξέχασε . Λίγο πριν φύγει τον έκανε .... Υπουργό Τύπου- όπου επίσης έδωσε δείγματα γραφής με τον νόμο για την τηλεόραση που κατάρτισε. Αυτό ήταν όλο.
Γιατί όχι υπουργός Υγείας; Γιατί αυτό θα οδηγούσε σε επαναστατική αναβάθμιση του συστήματος. Η ιδέα μόνο προκαλούσε αντιδράσεις των κατεστημένων που λυμαίνονται το χώρο. Ήθελε κότσια για μια τέτοια σύγκρουση και το ΠΑΣΟΚ της εποχής δεν τα είχε...
Ίσως ένας από τους λόγους για τους οποίους μπορεί να περάσει απαρατήρητος κάποιος σαν τον Ηλία Μόσιαλο είναι η απίστευτη προσωπική του σεμνότητα, μέσα στην οποία κρύβονται εκτός από την επιστημονική γνώση που τον καθιέρωσε διεθνώς και η μαχητική διάθεση του προοδευτικού ανθρώπου που ήταν παρών στους αγώνες της γενιάς του από τις γραμμές του «Ρήγα Φεραίου». Ήταν μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου.
Ο σχεδόν ... παραγκωνισμός του από το εγχώριο κομματικό σύστημα δεν τον αποθάρρυνε. Δημιούργησε τη «Δυναμική Ελλάδα», ένα δίκτυο νέων, με δραστηριότητες στην Ελλάδα και το εξωτερικό και με πρόθεση να εμβολιάσει την πολιτική και τη δημοκρατική παράταξη με φρέσκες ιδέες , να αλλάξει την οπτική των πραγμάτων με τον κοσμοπολιτισμό της πολιτικής του σκέψης. Από αυτή τη θέση παρακολουθεί πάντα τα πράγματα...
Αλλά άνθρωποι σαν τον καθηγητή Μόσιαλο δεν έχουν πάντα το προνόμιο να ορίζουν μόνοι τους τα επόμενα βήματα τους. Όντας στη κορυφή της επιστημονικής κοινότητας στο χώρο του , το πανεπιστήμιο του τον... απέσυρε κατά κάποιο τρόπο από την Ελλάδα – αφού δεν είχε πλέον το επιχείρημα της συμμετοχής στην επίσημη πολιτική. Όχι μόνο για να συνεχίσει το διδακτικό και ερευνητικό έργο του, αλλά και για να αναλάβει την εκπροσώπηση του σε διεθνείς και διακρατικές συμφωνίες για θέματα αιχμής στην έρευνα και οργάνωση της υγείας.
Έκτοτε κινείται ανάμεσα σε τρεις ηπείρους -Ευρώπη, Ασία Αμερική -εξασφαλίζοντας ωστόσο και λίγο χρόνο για την Ελλάδα, κυρίως για οικογενειακούς λόγους πλέον.
Μόλις στα 56 του σήμερα τίποτε επάνω στον καθηγητή του LSE δεν δείχνει πικρία για την αδυναμία της χώρας του να αξιοποιήσει τη γνώση και το κύρος του. Αντίθετα βοηθά πρόθυμα οσάκις ζητούνται οι υπηρεσίες του, ακόμη και από μεμονωμένα πρόσωπα και κυρίως νεαρούς φοιτητές που αναζητούν επιστημονικό προσανατολισμό στο διεθνή χώρο.
Ο λιτός βίος του επιτρέπει να κατευθύνει ένα μεγάλο μέρος των αποδοχών του από τις διεθνείς δραστηριότητες του σε κοινωφελείς σκοπούς και λίγοι ξέρουν ότι ενισχύει φορείς που προάγουν την κουλτούρα προσφοράς υπηρεσιών στον άνθρωπο μέσω της επιστημονικής γνώσης με κοινωνικό προσανατολισμό.
Μια χώρα που βρίσκεται σε κίνδυνο σαν την Ελλάδα το πρώτο που θα έκανε θα ήταν να κηρύξει πανστρατιά -όπου Γης- για να φέρει πίσω τα μεγάλα μυαλά. Ο Ηλίας Μόσιαλος θα ήταν στην πρώτη γραμμή μιας τέτοιας πρόσκλησης και λόγω τους επιστημονικού βάρους του και λόγω προσωπικής διάθεση για συνεισφορά.
Αλλά σε μια χώρα πάλι σαν την Ελλάδα στην οποία οι νέοι επιστήμονες ωθούνται σε υπερορία, η διεθνής παρουσία του εγγράφεται απλώς σαν στοιχείο υπερηφάνειας.
Ακόμη και το πολιτικό σύστημα το οποίο θα κοσμούσε με την παρουσία του, τον αντιμετωπίζει με τη λογική μακριά και αγαπημένοι. Όχι γιατί έχουν τίποτε μαζί του. Απλώς γιατί ο Μόσιαλος -και άλλοι σαν αυτόν- βάζει ψηλά τον πήχη σε ένα πολιτικό σύστημα που βολεύεται με τη σημερινή σύνθεση της Βουλής -και μάλλον ετοιμάζεται να την κάνει χειρότερη.
Δημοσιεύτηκε στο anoixtoparathyrο.gr στις 9/12/2016.