Σάββατο, 13 Απρίλιος 2024

Γίναμε οι παππούδες μας και δεν το πήραμε χαμπάρι

«Δεν θα επιτρέπατε στον παππού σας να αποφασίσει τι θα φορέσετε ή τι μουσική θα ακούσετε, αλλά του επιτρέπετε να αποφασίζει για το περιβάλλον στο οποίο θα ζήσετε;» διερωτήθηκε ο Μπάρακ Ομπάμα μιλώντας σε νέους στην Κολωνία, πριν από μερικές ημέρες, προτρέποντας τους να ενδιαφερθούν για τις δημοκρατικές διαδικασίες.

Ο προβληματισμός γύρω από την «αποπολιτικοποίηση» των νέων δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Ούτε καν σύγχρονο. Εδώ και δεκαετίες, πολιτικοί εντός και εκτός συνόρων ανησυχούν που οι μετεφηβικές ηλικίες τούς γυρνούν την πλάτη.

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 ο Ανδρέας Παπανδρέου δημιουργεί τον θεσμό των μαθητικών κοινοτήτων. Θεωρητικά, με σκοπό να εντάξει τους μαθητές στα πολιτικά πράγματα. Πραγματικός του στόχος να κερδίσει το ΠΑΣΟΚ τη νεολαία της εποχής. Το 2019 ο «wannabe Ανδρέας» Αλέξης Τσίπρας δίνει ψήφο σε όσους έχουν γεννηθεί εντός του 2002. Η λογική είναι η ίδια. Εγώ σας βάζω από νωρίς στην πολιτική, εμένα θα ψηφίσετε.

Φυσικά το αποτέλεσμα είναι συχνά διαφορετικό από την πρόθεση. Για το ΠΑΣΟΚ, οι μαθητικές κοινότητες αποδείχθηκαν μια απλή εμπορική συναλλαγή για τις πενθήμερες εκδρομές, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις λειτούργησαν ως φυτώριο συνδικαλιστών φοιτητών στα πανεπιστήμια που τροφοδοτεί κατόπιν το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Ενδεικτική είναι η πορεία του σημερινού πρωθυπουργού: από το 15μελές και τις καταλήψεις στο Πολυκλαδικό Λύκειο Αμπελοκήπων, στο κόμμα, στον φοιτητικό συνδικαλισμό στο Πολυτεχνείο, στον δήμο και, ελέω κρίσης, στην πρωθυπουργία. (Μόνο το Ποτάμι υποστηρίζει ενιαίο ψηφοδέλτιο στις φοιτητικές εκλογές και κατάργηση των κομματικών νεολαίων που εμποδίζουν τον εκσυγχρονισμό των ελληνικών πανεπιστημίων.)

Σήμερα ο πρωθυπουργός ελπίζει στην ψήφο της νέας γενιάς, δίνοντας το δικαίωμα του εκλέγειν σε περίπου 130.000 νέους ψηφοφόρους. Δίνει ψήφο σε μαθητές της Β' Λυκείου, σε όσους είναι 16 χρονών και μία μέρα.

Θα ξεγελαστούν οι νέοι να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ στις 26 Μαΐου; Ο ίδιος πάντως, αν και σήμερα υιοθετεί πρακτικές ΠΑΣΟΚ, δεν γράφτηκε ως μαθητής στο ΠΑΣΟΚ, αλλά στην ΚΝΕ. Ήταν, με αναφορές Διονύση Σαββόπουλου, ο «16άρης που γ... τα Λύκεια» και σήμερα είναι «σχεδόν 45 ετών με μπλοκ επιταγών».

Οι σημερινοί δεκαεξάχρονοι γνωρίζουν ακόμα περισσότερα από ότι ο κ. Τσίπρας στην ηλικία τους. Έχουν όλη τη γνώση του κόσμου στο κινητό τους τηλέφωνο. Γνώση αφιλτράριστη, ωμή και πολλές φορές «fake». Το αποτέλεσμα είναι να απαξιώνουν και άλλο την «καθοδηγούμενη» πολιτική.

Οι νέοι δεν «καίγονται» για ψήφο στα 16. Θέλουν καλύτερα βιβλία. Θέλουν καλύτερες αθλητικές εγκαταστάσεις. Θέλουν διαδραστικούς πίνακες σαν αυτούς που βλέπουν στις αμερικάνικες ταινίες. Θέλουν, εν τέλει, καλύτερα σχολεία. Για τους περισσότερους μαθητές, απλώς δεν υπάρχει κανένα σημείο επαφής με το πολιτικό σύστημα – εκτός από τα σχολεία όπου εμφανίζουν δυναμική το ιστορικά σταθερό ΚΚΕ και ο επικίνδυνος χουλιγκανισμός της Χρυσής Αυγής.

Κοινώς, ο πολιτικός κόσμος δεν λέει σχεδόν τίποτα που να τους ενδιαφέρει... Στην Α΄ Λυκείου ο νους τους είναι αλλού. Στα όνειρα τους (για πολλούς μακριά από την Ελλάδα) και όχι ποιο κόμμα θα επικρατήσει στις εκλογές.

Α, συγνώμη ξέχασα, συζητάμε ακόμα για το πανεπιστημιακό άσυλο και τα μη κρατικά πανεπιστήμια. Γίναμε οι παππούδες μας, οι οποίοι, όταν τους μαθαίναμε πώς λειτουργεί το χειριστήριο της τηλεόρασης, μετά δεν μας άφηναν ποτέ να το κρατήσουμε...

*Δημοσιεύτηκε στην "Huffingtonpost.gr" στις 12/4/2019. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα ακόμη αρχηγικό κόμμα

Αν σε κάτι διέφερε σημαντικά ο ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τα υπόλοιπα ελληνικά κόμματα, ήταν στην ποιότητα της εσωκομματικής του δημοκρατίας. Κουβαλώντας στις αποσκευές του τις παραδόσεις εσωκομματικής λειτουργίας της ευρωπαϊκής Αριστεράς, σοσιαλιστικής και ευρωκομμουνιστικής, ήταν το μόνο πολιτικό κόμμα με θεσμοθετημένες τάσεις και ουσιαστικό εσωτερικό διάλογο. Από τα χρόνια του Συνασπισμού, ο εκάστοτε ηγέτης του δεν αποτελούσε μια εξουσιαστική «περσόνα», που λάμβανε τις αποφάσεις μόνος του ή έστω με έναν μικρό κύκλο ανθρώπων γύρω του. Ο ηγέτης αντανακλούσε εσωτερικούς συσχετισμούς ή ήταν ο ισορροπιστής μεταξύ των διαφόρων τάσεων. Μέχρι το 2013-2014, ο Αλ. Τσίπρας ήταν ο πρώτος ανάμεσα σε αρκετούς. Μετά τη νίκη του στις εκλογές έγινε ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός και σταδιακά απέκτησε μεγάλη ελευθερία επιλογών.

Δεν είναι κάτι πρωτοφανές στην ιστορία των κομμάτων. Ηδη το 1980, ο Γάλλος πολιτικός επιστήμονας Πορτελί είχε αποκαλέσει την εξέλιξη αυτή «προεδροποίηση» των κομμάτων. Κατά το πρότυπο των κομμάτων στις ΗΠΑ, δηλαδή, πρόκειται για το φαινόμενο της συσπείρωσης γύρω από ένα πρόσωπο που είναι εκλέξιμο και την υπαγωγή σε δεύτερη μοίρα των κομματικών οργάνων και θεσμών. Η εκλογική νίκη καθίσταται το βασικό κριτήριο του αν είναι καλή ή κακή μια ηγεσία. Ως συνέπεια, ηγέτες που θεωρούνται ελκυστικοί στο εκλογικό σώμα απολαμβάνουν μεγαλύτερη ελευθερία στη διαμόρφωση των προγραμμάτων των κομμάτων πριν και κατά τη διάρκεια άσκησης της εξουσίας.

Αν λοιπόν, οι πρώτοι μήνες διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ αντανακλούσαν σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές επιλογές και την ψυχολογία των ψηφοφόρων και των μελών του, στη συνέχεια, η πορεία απο-ριζοσπαστικοποίησης και σοσιαλδημοκρατικοποίησης του κόμματος είναι περισσότερο από φανερό πως υπήρξαν επιλογές του ηγέτη και ενός, μάλλον μικρού, ηγετικού κύκλου μέσα στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν αποτέλεσαν προϊόν συλλογικής κομματικής επεξεργασίας ούτε αίτημα της βάσης. Αυτά ήρθαν αργότερα.

Είτε δει λοιπόν κανείς τη μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ ως κυνική προσαρμογή στην πραγματικότητα είτε την αντιληφθεί ως μια συνειδητή επιλογή αλλαγής στρατηγικής και φυσιογνωμίας, η ουσία δεν αλλάζει ιδιαίτερα. Ο ΣΥΡΙΖΑ μετασχηματίζεται, αν δεν το έχει ήδη κάνει, σε ένα κόμμα που γεφυρώνει την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία και τη ριζοσπαστική Αριστερά. Από μια άποψη, η πολιτική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον ελληνικό πολιτικό γεγονός των τελευταίων δύο χρόνων, με δυναμικές και μακροχρόνιες επιπτώσεις. Επίσης, προαναγγέλλει μεταβολές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τόσο για τη ριζοσπαστική Αριστερά όσο και για τη σοσιαλδημοκρατία.

Γιατί όμως αυτή η επιλογή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να γίνεται ερήμην ή, έστω, με «βουβή» την οργανωμένη βάση του; Αν ο ΣΥΡΙΖΑ με την ψήφιση του τρίτου μνημονίου προγραμματικά ωρίμασε βίαια, οργανωτικά γέρασε απότομα. Η διάσπαση του κόμματος το 2015 είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση ενός σημαντικού τμήματος του οργανωμένου κόσμου του. Μαζί με τους προβεβλημένους βουλευτές και υπουργούς εγκατέλειψαν την οργάνωση αρκετές χιλιάδες δραστήρια μέλη και φίλοι του κόμματος σε όλη την Ελλάδα.

Το αποτέλεσμα της μεγάλης φυγής της οργανωμένης βάσης υπήρξε τραυματικό. Οι οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ έχασαν τόσο σε όγκο όσο και σε ζωντάνια. Με δύο λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να υφίσταται ως πραγματικό «κόμμα μαζών».

Το παραπάνω γεγονός είχε σημαντικές παρενέργειες: Το εναπομένον μικρό, από άποψη αριθμού μελών, κόμμα «ξοδεύει» μεγάλο μέρος της ενέργειάς του μέσα στο κράτος. Πλέον, πολύ μεγάλο τμήμα των μελών του είναι είτε αιρετοί είτε διορισμένοι σε κρατικές/πολιτικές θέσεις. Ετσι, το κόμμα δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας λειτουργίας σχετικά αυτόνομης έναντι της κυβέρνησης, καθώς η παροχή υποστήριξης σε αυτήν γίνεται ο πρωταρχικός στόχος των κομματικών/κυβερνητικών στελεχών.

Η απώλεια μελών, η εξασθένηση των οργανώσεων και η «κρατικοποίηση» του κόμματος συνοδεύονται κατά συνέπεια από την υποχώρηση της εσωτερικής δημοκρατίας και τη σταδιακή μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ από ένα κόμμα πολυφωνικό και δημοκρατικό σε ένα κόμμα αρχηγικό – για την ακρίβεια, σε ένα κόμμα όπου η ηγεσία και όσοι βρίσκονται γύρω της έχουν δυσανάλογη ισχύ. Υπό το παραπάνω πρίσμα, η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα κόμμα «σαν όλα τα άλλα» δεν έχει μόνο θετικά. Φέρνει μαζί της παθογένειες της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Αν ζούσε πάντως ο Ρόμπερτ Μίχελς ίσως να αισθανόταν δικαιωμένος. Μελετώντας την εσωκομματική ζωή του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, ο Γερμανός κοινωνιολόγος κατέληξε το 1911 πως η επαγγελματοποίηση των κομματικών ηγεσιών (υπό την πίεση των εκλογικών και οργανωτικών αναγκών του κόμματος) παγιώνει τις ελίτ στις θέσεις εξουσίας. Έτσι το κόμμα, από οργάνωση με συγκεκριμένους στόχους, μετασχηματίζεται σε μηχανισμό για τη διατήρηση των «ολίγων». Με αυτό τον τρόπο, η «οργάνωση γεννάει την κυριαρχία των εκλεγομένων πάνω στους εκλέγοντες και των εντολοδόχων πάνω στους εντολείς». Αυτή όμως είναι μια άλλη συζήτηση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 7/4/2019. 

Η σύγκλιση σοσιαλιστικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς

Το καινούργιο βιβλίο του Νίκου Μουζέλη «Ματιές στο μέλλον» (εκδ. Αλεξάνδρεια) είναι ένας στοχασμός πάνω στα ερωτήματα: Πού πάμε; Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον; Πώς θα πορευτούμε; Τι πρέπει να κάνουμε;

Ο Μουζέλης είναι ένας από τους διανοουμένους που άσκησαν πολύ μεγάλη επιρροή στην Ελλάδα, από τα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Εχει μια συνεχή παρουσία, με τα βιβλία και την αρθρογραφία του. Εκείνο που χαρακτηρίζει τη σκέψη του είναι η ευρεία οπτική, η οποία αγκαλιάζει μεγάλες ιστορικές περιόδους σε μια κλίμακα παγκόσμια, πράγμα ασύνηθες στην ελληνική ακαδημαϊκή και πολιτική σκέψη που βλέπει την Ελλάδα ως εξαίρεση του κανόνα.

Αυτή η πλατιά εποπτεία δεν μένει στο πεδίο μόνο των γενικών παρατηρήσεων. Καταλήγει σε πολιτικές προτάσεις. Προτάσεις που προκύπτουν και βρίσκονται σε στενή συνάφεια με τα συμπεράσματα από τις αναλύσεις της μεγάλης εικόνας. Επίσης ασυνήθιστο στην Ελλάδα, όπου κατά κανόνα το δέον γενέσθαι καθορίζεται από τα εφήμερα στοιχεία της πολιτικής ζωής. Οχι από τα δομικά στοιχεία της ιστορικής εξέλιξης, αλλά από πολιτικές πικρίες και υπολογισμούς της συγκυρίας.

Ο σ. μάς λέει στο βιβλίο του ότι όπως ο καπιταλισμός δημιουργήθηκε μέσα από αιώνες εξέλιξης, έτσι και η υπέρβασή του δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας κρίσης, ενός γεγονότος, ενός αδιεξόδου. Πρέπει να σκεφτόμαστε πολύχρονες δυσδιάκριτες μεταβολές με αδιευκρίνιστη κατεύθυνση. Ούτε η παγκοσμιοποίηση είναι ενιαία. Πρώτο, έχει αντιφατικά αποτελέσματα. Μεγαλώνει μεν το άνοιγμα της κοινωνικής ψαλίδας, αλλά αναδεικνύεται μια μεσαία τάξη εκατοντάδων εκατομμυρίων στην Ασία, ενώ υποβαθμίζονται ταυτόχρονα οι μεσαίες τάξεις στον αναπτυγμένο δυτικό κόσμο.

Δεύτερο, διακρίνει τρεις διαφορετικούς τύπους παγκοσμιοποίησης. Τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό των ΗΠΑ, τον αυταρχικό καπιταλισμό της Κίνας όπου κυριαρχεί η πολιτική εξουσία στην οικονομική, και την Ευρώπη, όπου παρά τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, το κοινωνικό κράτος διατηρεί ακόμη ισχυρά ερείσματα. Θα υπάρξει σύγκλιση, σύγκρουση ή ηγεμονική συγκυριαρχία ανάμεσα στις τρεις σφαίρες; Και επομένως πώς θα διαμορφωθεί το μέλλον του παγκόσμιου συστήματος;

Στην Ευρώπη, τα δύο βασικά προβλήματα είναι η άνιση ανταλλαγή Βορρά-Νότου, εξαιτίας της αρχιτεκτονικής του ευρώ ανάμεσα σε χώρες με πολύ διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, και το δημοκρατικό έλλειμμα. Η μη ολοκλήρωση της πολιτικής Ευρώπης επιτρέπει και διαιωνίζει την άνιση ανταλλαγή και δημιουργεί κεντρόφυγες δυνάμεις (Brexit, ευρωσκεπτικισμός, Ακροδεξιά). Πώς όμως μπορεί να αλλάξει η Ευρώπη; Υπάρχουν συλλογικά υποκείμενα που θα μπορούσαν να προωθήσουν αυτές τις αλλαγές;

Ο Μουζέλης θεωρεί ότι η πρόταση με τις περισσότερες δυνατότητες θα ήταν μια σύγκλιση ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατική και τη ριζοσπαστική Αριστερά. Είναι δυνατή; Η μεν Σοσιαλδημοκρατία, παρά την υποχώρηση στις θέσεις των Σρέντερ-Μπλερ, συνεχίζει να στηρίζει την ιδέα του κοινωνικού κράτους. Αλλά και η ριζοσπαστική Αριστερά συγκλίνει σε μια πολιτική όχι απότομης επαναστατικής ρήξης, αλλά κοινωνικών μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνουν επίσης αιτήματα περιβαλλοντικά και δικαιωματικά. Αυτές οι δύο δυνάμεις έχουν τη δυνατότητα να απευθύνονται στα λαϊκά στρώματα και επομένως να αποτελούν το αντίπαλο δέος στην Ακροδεξιά. Είναι και οι δύο, με τον τρόπο τους, φιλο-ευρωπαϊκές, πρέπει να συγκλίνουν και να συνεργαστούν πάνω σε μια στρατηγική που ανοίγει μέτωπο τόσο στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τις πολιτικές της λιτότητας όσο και προς τον λαϊκισμό που απορροφά κυρίως η άκρα Δεξιά.

Ο Μουζέλης αναφέρεται στους λόγους παρακμής της Σοσιαλδημοκρατίας. Ηταν καρπός του εθνικού κράτους, της βιομηχανικής οικονομίας και κουλτούρας, της δύναμης του οργανωμένου εργατικού κινήματος. Και τα τρία έχουν αλλάξει, και κυρίως έχουν περιοριστεί οι παρεμβατικές ικανότητες του κράτους και της πολιτικής. Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου απαιτεί ρυθμίσεις που δεν μπορούν να περιοριστούν σε εθνικά πλαίσια.

Τι μπορεί να γίνει με τους όρους αυτούς; Περιγράφει το πρόγραμμα που προτείνει ως «μετα-εθνικό εξανθρωπισμό του καπιταλισμού» στον οποίο θα συγκλίνουν οι δυνάμεις των σοσιαλιστών, της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της οικολογίας. Απευθυνόμενος στους σοσιαλιστές, τους προτείνει ως μοναδική δυνατότητα επιβίωσης μια συμμαχία με την ευρύτερη Αριστερά (όπως στην Ισπανία και την Πορτογαλία). Διαφορετικά η Αριστερά κινδυνεύει με εξαφάνιση, αφήνοντας το πεδίο στη σύγκρουση ανάμεσα στους νεοφιλελεύθερους και την άκρα Δεξιά που έχει τη δύναμη να κινητοποιεί λαϊκές μάζες.

Ποια κοινωνική τάξη θα είναι όμως το υποκείμενο; Αν στον προηγούμενο αιώνα ήταν η βιομηχανική εργατική τάξη, τώρα θα είναι οι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης, όσοι υπόκεινται όχι στην εκμετάλλευση της εργασίας τους, αλλά σε κάτι χειρότερο: στον τριπλό ζυγό Ανεργία-Επισφάλεια-Φτώχεια. Επομένως μια πολιτική προοδευτικών μεταρρυθμίσεων θα πρέπει να προσανατολιστεί προς την αντιμετώπιση αυτού του τρικέφαλου Κέρβερου.

Μπορεί κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με τις διαπιστώσεις και τις προτάσεις του Νίκου Μουζέλη. Ωστόσο, παρόμοια βιβλία επιμένουν σε αυτό που οφείλει να είναι η πολιτική συζήτηση. Πολιτική επιχειρηματολογία με ιστορική προοπτική και θέα στον κόσμο, απέναντι στον ζόφο που επικρατεί στην ελληνική δημόσια σφαίρα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" την 1/4/2019. 

Παρουσίαση του βιβλίου "Ο ειρωνικός θεατής. Η αλληλεγγύη χτες και σήμερα" της Λίλυς Χουλιαράκη

Οι εκδόσεις Nήσος σας προσκαλούν την Τρίτη 9 Απριλίου στις 7.00.μ.μ. στο Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών (Σκουφά 45, Κολωνάκι) σε συζήτηση με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της Λίλυς Χουλιαράκη  "Ο ειρωνικός θεατής. Η αλληλεγγύη χτες και σήμερα".
Θα μιλήσουν οι:
Κωστής Παπαϊωάννου, Εκπαιδευτικός, τέως Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαώματα του Ανθρώπου
Γαρβιήλ Σακελλαρίδης, Διευθυντής Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστείας
Αστέρης Χουλιάρας, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Συντονισμός: Μικέλα Χαρτουλάρη, δημοσιογράφος.

Στην εκδήλωση θα παρευρίσκεται και η συγγραφέας.

Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Το βιβλίο αυτό διερευνά πώς εκδηλώνεται η ανθρωπιστική αλληλεγγύη στο σύγχρονο μιντιακό περιβάλλον. Υποστηρίζει ότι η συμμετοχή σε ροκ συναυλίες, η αγορά περιβραχιονίων ή το «τουιτάρισμα» αγαπημένων διασημοτήτων λένε πολύ περισσότερα από το σκοπό που προσπαθούν να επικοινωνήσουν. Αποτυπώνουν το πώς φανταζόμαστε τον κόσμο πέρα από εμάς.

Δείχνοντας την ιστορική αλλαγή στις εκκλήσεις της Διεθνούς Αμνηστίας, στις συναυλίες Live Aid και Live 8, στις συνηγορίες της Όντρεϊ Χέπμπορν και της Αντζελίνα Τζολί, καθώς και στις ειδήσεις του BBC για σεισμούς, η Λίλυ Χουλιαράκη δείχνει πώς η αλληλεγγύη έχει γίνει σήμερα όχι ζήτημα πεποίθησης αλλά επιλογής, όχι ζήτημα αξιών αλλά κατανάλωσης, όχι όραμα αλλά λάιφστάιλ. Πώς η εστίασή της, με άλλα λόγια, έχει μεταφερθεί από τους άλλους στον εαυτό μας – μετατρέποντας μας σε ειρωνικούς θεατές της ανθρώπινης οδύνης.

Με εμπειρική λεπτότητα και θεωρητική αιχμηρότητα, η Λίλυ Χουλιαράκη δείχνει πώς η συμπόνια για την ανθρώπινη οδύνη μετατράπηκε από πράξη οίκτου σε ναρκισσιστικό θέαμα. Υπερασπίζεται, ωστόσο, τη θεατρική διάσταση του ανθρωπισμού ως ηθική δύναμη, αρκεί αυτή να ελέγχεται από την κριτική σκέψη. Το βιβλίο, λοιπόν, ρίχνει το φως που χρειαζόμασταν στα ΜΜΕ και την ηθική σήμερα.
Τζον Ντάραμ Πίτερς, Πανεπιστήμιο του Γέιλ

Σε αυτή την πρωτότυπη έρευνα, η Λίλυ Χουλιαράκη αντιμετωπίζει με «σκεπτικιστική αισιοδοξία» το πώς ασκείται σήμερα η ανθρωπιστική πολιτική. Με τη θεωρητική του λεπτότητα και την πλούσια τεκμηρίωσή του, Ο ειρωνικός θεατής δείχνει τους μετασχηματισμούς που έχει υποστεί τα τελευταία χρόνια η αλληλεγγύη, καθώς οι πολίτες επιχειρούν να συνδεθούν συναισθηματικά με έναν τραγικό αλλά απόμακρο κόσμο.
Σάμιουελ Μόιν, Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, συγγραφέας του The Last Utopia: Human Rights in History

Το βιβλίο πετυχαίνει έναν σπάνιο συνδυασμό: ανοίγει ένα καινούριο αναλυτικό και θεωρητικό πεδίο, τηρώντας την ίδια στιγμή τη δέσμευση σε υποθέσεις που αφορούν τους ανθρώπους – και είναι επείγουσες.
The British Journal of Sociology

Μία ιδεολογικοπολιτική αποτίμηση της Συνταγματικής Αναθεώρησης

Με δεδομένο το αποτέλεσμα της πρώτης ψηφοφορίας ως προς την συνταγματική αναθεώρηση και εν αναμονή της δεύτερης θα είχε νομίζω ιδιαίτερο ενδιαφέρον να επιχειρηθεί μια πρώτη απάντηση σε δύο αλληλένδετα ερωτήματα που αιωρούνται πάνω από τις επιστημονικές ή επιστημονικοφανείς αναλύσεις αυτής της περιόδου. Μπορεί πράγματι μια αναθεώρηση να έχει «προοδευτικό πρόσημο»; Και αν ναι, έχει τέτοιο πρόσημο το αναθεωρητικό εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν είναι ούτε εύκολη ούτε μονοσήμαντη.

Είναι αναμφίβολο, εν πρώτοις, ότι η συνταγματική πολιτική, της οποίας απόρροια είναι οι προτάσεις αναθεώρησης, είναι υποσύνολο της ευρύτερης πολιτικής και εκπορεύεται από κομματικές δυνάμεις με αντικρουόμενες αξιακές επιλογές, ως προς τον ρόλο του κράτους, το πολιτικό σύστημα και την σημασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αντίθετα, η λογική της «ουδέτερης αναθεώρησης», με αποκήρυξη κάθε ιδεολογικού προσήμου στο όνομα των γενικότερων συμφερόντων του «λαού» και της «πατρίδας», έχει την ίδια αξία με την γενικότερη θέση περί «άχρωμων» μεταρρυθμίσεων, που υπηρετούν δήθεν, άνευ ετέρου, τον επιβαλλόμενο «εκσυγχρονισμό» (ο οποίος όμως συνήθως ταυτίζεται –παρά τις αόριστες και παραπλανητικές διακηρύξεις– με την άκριτη προσαρμογή στην σημερινή καταθλιπτική πραγματικότητα του «αχαλίνωτου καπιταλισμού»).

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι για να γίνει αναθεώρηση απαιτείται ευρύτερη συναίνεση (τουλάχιστον 3/5 σε μια από τις δύο εμπλεκόμενες Βουλές). Ωστόσο, η συναίνεση αυτή δεν είναι υποχρεωτικό να περιλαμβάνει και τους δύο βασικούς αντιτιθέμενους πολιτικούς πόλους (Αριστερά – Δεξιά). Το πώς και με ποιους όρους θα εκφρασθεί είναι συνάρτηση των ευρύτερων κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών που διαμορφώνονται σε μια δεδομένη συγκυρία, δηλαδή των συσχετισμών των οποίων την θεσμική αποτύπωση αποτελεί –σε τελευταία ανάλυση και με πολλαπλές έστω διαμεσολαβήσεις και διαθλάσεις– και η ίδια η συνταγματική αναθεώρηση.

Τα παραπάνω, πάντως, δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχουν και άλλες κρίσιμες αντιθέσεις, που ενδέχεται υπό προϋποθέσεις να επισκιάζουν την κύρια αντίθεση Αριστεράς-Δεξιάς και να εμφανίζονται σαν κυρίαρχες. Τέτοιες είναι, για παράδειγμα, οι αντιθέσεις Δημοκρατία-Ολοκληρωτισμός και Ευρώπη-Αντιευρώπη, οι οποίες από τη φύση τους συνεπάγονται πολύ ευρύτερες πολιτικές συμμαχίες και ενδέχεται να επικαθορίζουν, σε μια δεδομένη συγκυρία, τις θεσμικές επιλογές. Επίσης, σε περιόδους κρίσης, σαν αυτή που ταλανίζει τη χώρα μας, είναι εύλογο να διαμορφώνονται, συγκυριακά έστω, ετερόκλητες συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις, που υπερβαίνουν τις παραδοσιακές ιδεολογικοπολιτικές αντιθέσεις.

Όλα αυτά επιτάσσουν πράγματι, υπό συγκεκριμένους πολιτικούς όρους, την πρόταξη ευρύτατων διακομματικών συναινέσεων και συγκλίσεων, προκειμένου να διασφαλισθεί η προστασία των θεμελιωδών αρχών και των βασικών κοινωνικών κατακτήσεων της σύγχρονης συνταγματικής δημοκρατίας.

Με αυτά τα δεδομένα, το ερώτημα αν νοείται «προοδευτική» αναθεώρηση πρέπει μεν να απαντηθεί κατ'αρχήν καταφατικά, αλλά υπό ένα ευρύτερο πρίσμα, συναρτώμενο ευθέως με τρία αλληλένδετα ερωτήματα: πρώτον, ποιες πολιτικές δυνάμεις συσπειρώνονται γύρω από τις αναθεωρητικές πρωτοβουλίες, δεύτερον που αποβλέπουν αυτές οι πρωτοβουλίες και τρίτον πόσο πολιτικά και θεσμικά πρόσφορες αποδεικνύονται στην πράξη, σε μια δεδομένη κοινωνικοπολιτική συγκυρία.

Υπό αυτό το τριπλό πρίσμα, μπορούμε να αποτιμήσουμε τόσο τις δύο προηγούμενες αναθεωρητικές πρωτοβουλίες όσο και την σημερινή:

Α. Η αναθεώρηση του 1986, με βάση τα ανωτέρω κριτήρια, ήταν εν μέρει μόνο προοδευτική. Απάλλαξε μεν, με συμφωνία μόνον των «προοδευτικών» δυνάμεων, την πολιτική ζωής από την ιδιότυπη «κηδεμονία» που της είχε επιβάλει, μέσω του Συντάγματος του 1975, ο πατριάρχης της συντηρητικής παράταξης Κωνσταντίνος Καραμανλής, αλλά εν τέλει όχι μόνο παρέμεινε –κακώς– μονοθεματική αλλά και εκκόλαψε, στο όνομα της ενίσχυσης της Βουλής, τον πρωθυπουργοκεντρισμό.

Β. Η αναθεωρητική πρωτοβουλία του 1995 στην αφετηρία της υπήρξε προοδευτική. Ωστόσο, παρά το ότι οι συσχετισμοί ήταν επίσης πρόσφοροι, η αρχική στόχευση του Ανδρέα Παπανδρέου για ευρείες και τολμηρές τροποποιήσεις τέθηκε, μετά τις εκλογές του 1996, στην προκρούστεια κλίνη μιας μονομερούς συμφωνίας ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί στην άχρωμη, άοσμη και πλαδαρή αναθεώρηση του 2001 (με αρκετές πάντως τροποποιήσεις προς την ορθή κατεύθυνση).

Γ. Το αναθεωρητικό εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ σφραγίσθηκε εξ αρχής από τον εγγενή αριστερισμό του, ο οποίος, βέβαια, κάθε άλλο παρά συνεπάγεται όντως προοδευτικές επιλογές. Όχι μόνον διότι είναι εκτός τόπου και χρόνου, ως προς τους πραγματικούς κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και διότι οδηγεί αρχικά μεν σε «αυταπάτες», στην συνέχεια σε άτακτη υποχώρηση και συντηρητικές αναδιπλώσεις και εν τέλει σε αποτυχία πραγμάτωσης έστω και μέρους των διακηρυσσόμενων μαξιμαλιστικών στόχων.

Αυτό ακριβώς συνέβη και με την εν εξελίξει αναθεώρηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε είχε ούτε απέκτησε, στην πορεία, σοβαρή και ρεαλιστική προοδευτική συνταγματική πολιτική. Από τις ανεκδιήγητες και εκτός της ισχύουσας έννομης τάξης αντιλήψεις περί «συντακτικής συνέλευσης» και «συνταγματικού δημοψηφίσματος» (στις οποίες έβαλε φρένο, ευτυχώς, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας...) περάσαμε στις γενικές και αόριστες εξαγγελίες του πρωθυπουργού, στον αμφιλεγόμενο και άνευ αποτελέσματος «κοινωνικό διάλογο» και εν τέλει σε καθυστερημένη, περιορισμένη και αγχωτική συζήτηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης. Αλλά και εκεί δεν πρυτάνευσε η αναζήτηση ευρύτερων συναινέσεων και συγκλίσεων, προκειμένου να περάσουν –με αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς– τουλάχιστον ορισμένες όντως ρεαλιστικές προοδευτικές προτάσεις που υποβλήθηκαν σε αυτό το τελικό στάδιο. Αντίθετα, αφ'ενός μεν επεδείχθη πλήρης αδιαλλαξία απέναντι στις ουκ ολίγες θετικές προτάσεις της ΝΔ (διότι, βεβαίως, δεν ήταν όλες «νεοφιλελεύθερες»...) αφ'ετέρου δε επελέγη η ατυχέστατη «εργαλειοποίηση» μιας ενδιαφέρουσας θεωρητικής συζήτησης, για το αν δεσμεύει (και πως) η πρώτη Βουλή την επόμενη. Αυτό οδήγησε σε μια ακραία και αλαζονική στάση, ως προς τον ρόλο της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας, που έδωσε απλόχερα, τόσο στην ΝΔ όσο και στο Κίνημα Αλλαγής, το άλλοθι που αναζητούσαν...

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Όλες οι διατάξεις που είχαν προοδευτικό πρόσημο (θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους και εγγυήσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, μορφές άμεσης πολιτικές συμμετοχής, αναλογικό εκλογικό σύστημα στις βουλευτικές –και μόνον– εκλογές, πολιτικά δικαιώματα αλλοδαπών με μόνιμη διαμονή, νομοθετικός καθορισμός της περιφερειακής οργάνωσης του κράτους,) πέρασαν μόνο με την –οριακή και ευκαιριακή– κυβερνητική πλειοψηφία και κατά πάσα πιθανότητα θα απορριφθούν στην επόμενη Βουλή, όπου απαιτούνται τουλάχιστον 180 ψήφοι.

Αν λοιπόν δεν προκύψει κάποια εμπλοκή με την εκλογή του Προέδρου –που θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνολική απόρριψη της αναθεώρησης στην επόμενη Βουλή...– φαίνεται ότι η αναθεώρηση θα περιορισθεί σε ελάχιστες διατάξεις, που είναι μεν χρήσιμες για την βελτίωση της λειτουργίας του πολιτεύματος αλλά σε καμία περίπτωση δεν αρκούν για να την χαρακτηρίσουν προοδευτική.

Εκτός αν θεωρήσουμε ότι ο προοδευτικός χαρακτήρας της έγκειται σε αυτό που ξεστόμισε ευθαρσώς ο εισηγητής της πλειοψηφίας: να αποτραπεί, για τα επόμενα δέκα χρόνια, η αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια...

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 9/3/2019.