Παρασκευή, 23 Οκτώβριος 2020

Φορολογικοί σχεδιασμοί και μεσαία τάξη

Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς η – επισήμως κατατεθειμένη για δημόσια διαβούλευση – Ενδιάμεση Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη αξιοποιείται όπως ο καθένας βολεύεται (και, συνεπώς, όπως επιλέγει θέμα, ή οπτική γωνία, ή και ατάκα). Πώς ένα απλά γραμμένο, όμως καθόλου απλουστευτικό κείμενο οδηγεί σε ασύμβατες κατευθύνσεις.
Ας σημειώσουμε ότι μια πύκνωση ενδιαφέροντος, με αντίστοιχα ανάδειξη προβληματισμών/εισηγήσεων της Έκθεσης Πισσαρίδη, παρατηρείται γύρω από τα φορολογικά. Είχαμε από νωρίς σημειώσει πώς – ακόμη και προτού κατατεθεί/ανοίξει σε συζήτηση το κείμενο – ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε επιλέξει να δημοσιοποιήσει ως πρόθεση της Κυβέρνησης να «αξιοποιήσει» κάτι σαν 6 δις ευρώ από τα 32+ του διαβόητου Ταμείου Ανάκαμψης για χρηματοδότηση των (σχεδιαζόμενων) φορολογικών ελαφρύνσεων και μειώσεων ασφαλιστικών εισφορών.
Ο υπερβολικός ενθουσιασμός προς αυτήν την κατεύθυνση , τώρα, συμμαζεύτηκε: ένα πληρέστερο πακέτο φορολογικών ελαφρύνσεων προωθείται για προ-συζήτηση με Βρυξέλλες – ευτυχώς. Ένα πράγμα είναι να θεωρείς ότι διαθέτεις δημοσιονομικό χώρο (για το 2020, ήδη και για 2021 το Σύμφωνο Σταθερότητας/αποφυγής ελλειμμάτων έχει μπει στην κατάψυξη σύμφωνα με τον Βάλντις Ντομπρόφσκις). Διαφορετικό να θεωρείς ότι έχεις εσύ ειδικά διαθέσιμους για τον σκοπό αυτό πόρους διαρθρωτικών χρηματοδοτήσεων (αυτοί είναι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, οι οποίοι όμως όλο και απαιτούν κάποιοι προγραμματάκι). Εντελώς άλλο είναι να «αποφασίζεις» ότι δεν ισχύει πια για σένα καμιά δέσμευση της Ενισχυμένης ΜεταΜνημονιακής Παρακολούθησης, ή Εποπτείας (ανεξαρτήτως του ότι η δέσμευση για 3,5% του ΑΕΠ σε πρωτογενές πλεόνασμα παραμένει παγωμένη).
Ενώ, πάντως, από πλευράς χάραξης πολιτικής – και πάντως ανακοίνωσης σχεδιασμών: ακόμη και ιντερνετικά, η ΔΕΘ πλησιάζει... - τα πράγματα παίρνουν την σειρά τους, από πλευράς μηντιακής προσέγγισης των φορολογικών παρατηρείται συνωστισμός ιδεών. Οι οποίες ιδέες δεν είναι πάντα συμβατές ανάμεσά τους. Έτσι, πάντα με αναγωγή στις εισηγήσεις πολιτικής Πισσαρίδη, είδαμε αρχικά να προελαύνει η μείωση ή και κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης. παράλληλα η μείωση του τέλους επιτηδεύματος. ύστερα η – γενική, όχι μόνον σε περιπτώσεις όπου λειτουργεί η πίεση του κορωνοϊού – μείωση της προκαταβολής φόρου για την επόμενη χρήση. Διαφορετική είναι, ωστόσο, η διακινούμενη πρόθεση για συνέχιση της μείωσης του ΕΝΦΙΑ όπου, θυμίζουμε, είχε υπάρξει – γενική, κλιμακωτή – η πρώτη κίνηση οικονομικής πολιτικής ευθύς ως ανέλαβε τα ηνία η σημερινή Κυβέρνηση (και προτού μας έρθει ο Covid-19). διαφορετική/πιο διαρθρωτική, η αναφορά σε μεταβίβαση του ΕΝΦΙΑ ή μέρους του ΕΝΦΙΑ, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση (με, ή χωρίς δυνατότητα ορισμού της κλίμακας επιβάρυνσης). εντελώς διαφορετική υπόθεση η πρόθεση για μείωση ή εξάλειψη του «συμπληρωματικού φόρου» ακινήτων, ο οποίος προστίθεται στον κυρίως ΕΝΦΙΑ για τις μεγάλες περιουσίες.
Για όποιον δεν έχει τα μεγέθη πρόχειρα, πάνω από 7,3 εκατομμύρια είναι τα σημειώματα ΕΝΦΙΑ που εκδίδονται από την ΑΑΔΕ για την είσπραξη κάπου 2,5 δις ευρώ (η βάση υπολογισμού δίνει κάπου 3,2 δις, η εισπραξιμότητα όμως...). Ο «συμπληρωματικός φόρος», που κάνει τον ΕΝΦΙΑ από φόρο ακινήτων, φόρο μεγάλης – δηλαδή... άνω των 250.000 ευρώ σε συνολική αντικειμενική αξία – ακίνητης περιουσίας, αφορά 450.000 άτομα συν κάπου 50.000 εταιρείες, όμως αποδίδει 650 εκατομμύρια από τους πρώτους, συνολικά 1 δις ευρώ. Μιας και αναφερθήκαμε στην εισφορά αλληλεγγύης, που ξεκινούσε από τα 12.000 ευρώ/έτος (με συντελεστές από 2,2% μέχρι και 10%), αυτή αποδίδει κάτι σαν 650 εκατ. ευρώ. Ενώ, αθροιζόμενες, οι κατηγορίες τέλους επιτηδεύματος «φέρνουν» 435 εκατ. ευρώ. Δεν θάπρεπε να χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για νάναι φανερό ότι οι διάφορες αυτές εκδοχές φορολογικού σχεδιασμού αφορούν διαφορετικά «κοινά». Ούτε βέβαια ιδιαίτερη φαντασία, για να συνειδητοποιηθεί ότι δεν μπορούν να σωρευθούν όλες οι προσεγγίσεις – μαζί, άλλωστε, και με την μείωση του φορολογικού συντελεστή εταιρειών από 28% στο 24%, του φόρου μερισμάτων από το 10% στο 5%.
Η Επιτροπή Πισσαρίδη θέτει ως προτεραιότητα την στήριξη (δηλαδή: την μείωση των επιβαρύνσεων) της μισθωτής εργασίας. Πέρα από την – άλλη προσέγγιση – μείωση του μη-μισθολογικού κόστους στην παραγωγή. Η ίδια Επιτροπή δεν προσεγγίζει ευθέως το θέμα, όμως γενικευμένη είναι η αίσθηση ότι στις προτεραιότητες – όχι δε μόνον της σημερινής Κυβέρνησης, ακόμη και της προηγούμενης που «ζεματίστηκε» από την διακηρυχθείσα μεροληψία της υπέρ μη-προνομιούχων – βρίσκεται πολύ ψηλά η μεσαία τάξη. Όμως... ποια μεσαία τάξη;
Προτού πάνε βαθύτερα στην αναζήτηση, ας διαβάσουν οι διαμορφωτές πολιτικής το «Μεσαίο Κενό: η Ακμή και η Κρίση της Μεσαίας Τάξης», του Φοίβου Καρζή. Θα τους βοηθήσει, πολύ. Mεσαία τάξη ως διεκδίκηση ανόδου; Ως κατοχύρωση κεκτημένων; Ως άρνηση κάθε διακινδύνευσης;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 13/8/2020. 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση