Στο τέλος της ταινίας το κοινό χειροκρότησε. Άκουγα διάσπαρτες φράσεις όπως «εξαιρετική ταινία», «είχα καιρό να δω τόσο καλή ταινία στο σινεμά», «η καλύτερη ταινία του ελληνικού σινεμά». Παρότι η ταινία δεν μου άρεσε από πολλές απόψεις, βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα την παρατήρηση των αντιδράσεων από την πλευρά του κόσμου που βρισκόταν στην προβολή.
Η πρώτη εντύπωση ήταν η αίσθηση ότι επρόκειτο για μια σημαντική στιγμή. Σαν να φάνηκε ότι, για το μεγαλύτερο μέρος των θεατών, η ταινία ήταν όντως μια ειδική περίσταση, κάποιου είδους «δεξίωση», ένα κοινωνικό δρώμενο τύπου Μεγάρου Μουσικής. Μπαίνοντας στον κινηματογράφο η αίθουσα ήταν γεμάτη, ενώ ο μέσος όρος ηλικίας αρκετά υψηλός. Ήμουν κάπως προκατειλημμένος ως προς τις χαμηλές προσδοκίες μου για την ταινία. Ωστόσο, παρακολουθούσα με έκπληξη τον κόσμο να συνεχίζει να εισέρχεται στην αίθουσα γεμάτος ενθουσιασμό.
Πάνω από 150.000 εισιτήρια έχει κόψει η ταινία για τον Καποδίστρια από την ημέρα κυκλοφορίας της. Με μια μέση τιμή των 8 ευρώ ανά εισιτήριο, σημαίνει ότι το κοινό έχει διαθέσει συλλογικά περίπου 1,2 εκατ. ευρώ για την παρακολούθηση της ταινίας. Περίπου το ίδιο ποσό διατέθηκε – μέσα από το ρουσφέτι - για την προσωπική ευζωία και την απόκτηση μίας Ferrari, από πρόσωπο που απασχολεί την προκειμένη περίοδο την Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, που με τόση ντροπή παρακολουθήσαμε, απευθείας από το κανάλι της Βουλής ή – για τα πιο νέα άτομα – από το Luben, στο τέλος του 2025.
Εδώ έρχεται και μια παρατήρηση που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Υπήρχε μια ιδιαίτερη αντίδραση στα σημεία όπου γινόταν αναφορά στην καταπολέμηση από τον Καποδίστρια του ρουσφετιού και του πελατειακού φατριασμού. Ίσως αυτό να εξηγεί μέρος της επιτυχίας της ταινίας, σε συνδυασμό με την – υπερδιογκωμένη; - υπερηφάνεια των θεατών γύρω από τη μοίρα της τραγικής φυσιογνωμίας του Ιωάννη Καποδίστρια.
Μετά τα πρώτα λεπτά της ταινίας έπιασα τον εαυτό μου να παρακολουθεί κυρίως τις αντιδράσεις των διπλανών μου. Από πίσω δύο κυρίες που έκαναν τακτικά σχόλια κατά τη διάρκεια της προβολής. Δύο φράσεις που συγκράτησα, «Οι Βρετανοί πάλι…ποιοι άλλοι;» [για την εμπλοκή τους στην εσωτερική πολιτική της χώρας], «Άξιος» [ο Καποδίστριας]. Μερικές χαμηλόφωνες αντιδράσεις αμηχανίας που συνδυάζονταν με τεχνητά βηξίματα υπήρχαν σε μερικές στιγμές, για παράδειγμα με την ερμηνεία και αναπαράσταση του τότε καγκελάριου της Αυστροουγγαρίας, Μέτερνιχ, που χτυπούσε με μένος το χέρι του στην ξύλινη έδρα του γραφείου του μιλώντας αγγλικά με ελληνική προφορά.
Δυσκολεύτηκα αρκετά να παρακολουθήσω την ταινία, ειδικά στο δεύτερο μέρος. Οι διάλογοι ήταν αργοί και επαναλαμβανόμενοι. Το σενάριο είχε μάλλον διάφορα αμφιλεγόμενα σημεία, και από ιστορικής ματιάς, ενώ τα υπόλοιπα τεχνικά στοιχεία (πλάνα, μουσική, ενδύματα) δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο.
Τουλάχιστον, μέσα από ταινίες με μεγάλη προσέλευση δίνεται μια επιπλέον ανάσα στους κινηματογράφους και στον ευρύτερο χώρο του σινεμά. Προσθέτω ότι πριν την έναρξη κάθε ταινίας προβάλλεται το εξαιρετικό βίντεο της πρωτοβουλίας για το ελληνικό σινεμά «Ορατότης Μηδέν», όπου αναδεικνύεται το θέμα της υποχρηματοδότησης και εγκατάλειψης του κρίσιμου αυτού χώρου από το ελληνικό κράτος. Καθόλου πρωτόγνωρο φαινόμενο, κρίσιμοι κλάδοι, τόσο σε επίπεδο παραγωγής, όσο και σε επίπεδο νέων ιδεών και διαλόγου, να μην υποστηρίζονται από την πολιτεία.
Επομένως, θεωρώ ότι είναι προτιμότερο να διαθέσει κανείς αυτά τα 8€ για την στήριξη μιας μικρής παραγωγής που προσπαθεί να αναδειχθεί μέσα στις δυσκολίες που συναντούν οι κοιτίδες δημιουργίας στην Ελλάδα. Όπως κάθε είδους δημιουργία και καινοτομία στη χώρα, καλλιτεχνική ή επιχειρηματική. Οι τραγικές εμπειρίες των τελευταίων ετών δείχνουν πόσο αναγκαία είναι η απαγκίστρωση της ελληνικής κοινωνίας από τα εμπόδια των οργανωμένων πελατειακών σχέσεων και ρουσφετίων, την κομματοκρατία και τις εσωτερικές διχόνοιες που παραδοσιακά ανατροφοδοτούνται και αναπαράγονται στη – σύγχρονη τουλάχιστον – Ελλάδα. Πόσες ιδέες μπορούν άραγε να αναπτυχθούν – και πόσες δυσλειτουργίες να αποφευχθούν, ή τουλάχιστον, να αντιμετωπισθούν – εάν, ως πολίτες, συμμετέχουμε συλλογικά στη διαφύλαξη και ενδυνάμωση των δημοσίων αγαθών, τα οποία είναι η βάση της κοινωνικής καινοτομίας και της αλληλεγγύης.
Για όσους περίμεναν από τον τίτλο ότι θα μιλήσω και για τη σειρά Μεγάλη Χίμαιρα, από το ομώνυμο έργο του Μ. Καραγάτση, που ξεκίνησε στο Ertflix, προσθέτω ότι και εκεί μετά μεγάλης δυσκολίας τελείωσα το πρώτο επεισόδιο, όπου και διέκοψα τη παρακολούθηση.