Σάββατο, 25 Ιούνιος 2022

«Πολιτική διαπραγμάτευση»: μου θυμίζετε τι είναι;

Ο καημένος ο Καντ ήταν που θεωρούσε ότι το ενδιαφέρον της λογικής – θεωρητικό ή πρακτικό – συνοψίζεται σε τρία καθοριστικά ερωτήματα: Τι μπορώ να ξέρω; Τι πρέπει να κάνω; (εδώ τον συνάντησε, στο περιώνυμο φυλλάδιό του, ο Βλαντίμηρ Ιλιτς, κι αυτό δανεισμένο από τους τίτλους των προεπαναστατικών κειμένων «Τι να κάνουμε»). Τι μπορώ να ελπίζω;

Βέβαια τελευταία καντιανή στιγμή, στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, ήταν η αρχική περίοδος της διακυβέρνησης Σημίτη – ας πούμε από την επιτυχή διεκδίκηση της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ από τα χέρια του Άκη Τσοχατζόπουλου και μέχρι τις εκλογές του 2000, άντε μέχρι την εγκατάλειψη της μεταρρύθμισης Γιαννίτση για το Ασφαλιστικό! Όμως, έτσι που με τις Γερμανικές εκλογές φθάνουμε πια στην φάση όπου η λογική του «κρατάτε καθυστέρηση» εξαντλείται, και όπου η ώρα των επιλογών πλησιάζει, κάποιο ξεκαθάρισμα εννοιών είναι απαραίτητο.

Είδαμε Αντώνη Σαμαρά (και Βαγγέλη Βενιζέλο) στην ΔΕΘ, διαβάσαμε στην «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» εκείνου του Σαββατοκύριακου τον Αλέξη Τσίπρα να δίνει «προκαταβολική απάντηση». Τώρα, είχαμε και την απευθείας εκδοχή προγραμματικών προθέσεων ΣΥΡΙΖΑ σε σκηνικό ΔΕΘ, μετά από μια μίνι-σειρά δημοσκοπήσεων που του έδιναν ελαφρό προβάδισμα . (Με το συμπάθειο, για όσους φίλους Συριζαίους έβγαλαν αναστεναγμό ανακούφισης, «επιτέλους!» καθώς και για όσους αντίστοιχους Νεοδημοκράτες συννέφιασαν, «δεν είναι δυνατόν!»: αλλά το ότι ο χώρος της Αριστεράς-ΚεντροΑριστεράς μετά από τόση οικονομική πίεση των πραγματικών ανθρώπων αυτό μόνον έχει κατορθώσει, ενώ εκείνος της Δεξιάς-ΚεντροΔεξιάς, καίτοι κατασπαραγμένος από την μαύρη σκιά της Χρυσαυγής, παραμένει - αυτό είναι το πολιτικά αξιοσημείωτο!

«Τι μπορώ να ξέρω»: χρειάζεται
αληθινή ειλικρίνεια – και επεξήγηση

Ήδη βρισκόμαστε σε απόσταση αναπνοής από τις Γερμανικές εκλογές (και την αναθέσμιση, συνεπώς της «Ευρώπης»). Ήδη τα αποτελέσματα των «προκριματικών» εκλογών της Βαυαρίας αναλύονται. Πορεύεται και ο Αντ. Σαμαράς την οδό προς Βρυξέλλες για συναντήσεις με Μπαρρόζο, Βαν Ρομπάϊ και Σούλτς.

Λοιπόν: τι μπορώ να ξέρω; Φοβούμεθα ότι η εμμονή της Κυβέρνησης Σαμαρά/Στουρνάρα («Η Ελλάδα γυρίζει σελίδα») στο να «περάσει» στην κοινή γνώμη το πολυύμνητο πρωτογενές της πλεόνασμα, που ήδη διαμοιράζεται χαρωπά το μέρισμά του (!) στους «ιδιαίτερα αδικημένους» χαμηλοσυνταξιούχους, ένστολους κοκ, τραυματίζει τους ίδιους τους – επικοινωνιακούς – αρχιτέκτονές του. Γιατί; Διότι παίζοντας την κολοκυθιά με τα νούμερα, κυρίως όμως αληθινά ταλαιπωρώντας τις έννοιες μπροστά σε μιαν απορημένη κοινή γνώμη – δημοσιονομικό κενό και χρηματοδοτικό κενό. πρωτογενές πλεόνασμα στην δημοσιονομική καταγραφή αλλά (μεγαλούτσικο) ταμιακό έλλειμμα κατά την Τράπεζα της Ελλάδος. υστέρηση ΠΔΕ και συνυπολογισμός κονδυλίων ΕΣΠΑ. καταλογισμός ή μη της επιστροφής κερδών των ευρωπαϊκών Κεντρικών Τραπεζών. μαύρη τρύπα ΕΟΠΥΥ κοκ - καταλήγει όλοι να έχουν δίκιο, να έχουν πει την αλήθεια. Κι όλοι να έχουν πει ψέματα, να έχουν παραπλανήσει. Χώρια που ένα Plan B, με πρόσθετο σφαγιασμό του ΠΔΕ και νέα καθυστέρηση αποπληρωμής οφειλών προς ιδιώτες «αρκεί», έτσι κι αλλιώς ώστε να βγει πλεόνασμα....

Χτίζοντας την δική της αίσθηση ότι «το πρόγραμμα βγαίνει» πάνω σ' αυτά τα υλικά, εισπράττοντας και τον έπαινο τού (σε δική του προεκλογική εκστρατεία, άλλωστε) Χοσέ Μανουέλ Μπαρρόζο («Στην Ελλάδα έχουν γίνει γενναία βήματα και τεράστιες θυσίες»), η Κυβέρνηση έδωσε πάτημα για την κατάλληλη παρανάγνωση των πραγμάτων από τον κεντρικό αντιπολιτευτικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ. Το «πλεόνασμα ψεύδους και υποκρισίας» για το οποίο εγκάλεσε ο Αλέξης Τσίπρας την Κυβέρνηση σαμαρά, δεν παραμέρισε την ενσωμάτωση στην λογική του ΣΥΡΙΖΑ της δημοσιονομικής ισορροπίας. Η οποία, αν όχι το πλεόνασμα («σταθερή πολιτική και όχι δέσμευση προς τρίτους») λίγο-πολύ υποτίθεται ότι έχει επιτευχθεί, ώστε να επιτρέπει ελευθερία χειρισμών.

Το «τι μπορώ να ξέρω» προϋποθέτει αληθινή ειλικρίνεια. Η ανάγκη για επεξήγηση – για το τι, δηλαδή, εκφράζει και τι αντιπροσωπεύει το κάθε μέγεθος – έχει γίνει πολύ μεγάλη. Όσο την χρειάζεται η Κυβέρνηση, τόσο απαιτείται και από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Από το «τι μπορώ να ελπίζω» στο
«τι πρέπει να κάνω»: ποια είναι η σειρά

Η σχετικοποίηση της πραγματικότητας, των ίδιων δηλαδή των στοιχείων, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τώρα που θα καταφθάσει η Τρόϊκα. Ενώ, δε, υποτίθεται ότι αυτή η φάση ελέγχου θα ήταν ρηχή – άλλωστε η επόμενη δόση, όπως μάθαμε να μετράμε τα πράγματα, είναι ελάχιστη, κάποιο σκάρτο δις ευρώ! – σιγά-σιγά ανεβαίνει η συνειδητοποίηση ότι πολλά διακυβεύονται. Θα ζητηθεί/απαιτηθεί η συγκεκριμενοποίηση μέτρων κάποιων 2,5 ή 4+ δις ευρώ για την διετία 2015-16, μέτρων που έχουν αφεθεί εκκρεμή; Θα τεθεί το ζήτημα του πώς θα πληρωθεί το άνοιγμα που δημιουργείται από την (συνεπέστατη) επιτυχία του ΤΑΙΠΕΔ, να μην προχωρήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις; Θα προχωρήσει η συζήτηση για το δημοσιονομικό κενό (που «δεν υπάρχει», αλλά συζητείται) και για το χρηματοδοτικό κενό (εδώ, δεν παίζουμε γιατί δεν πρόκειται για νούμερα, πρόκειται για παράδες); Και, παραπέρα: θα ανοίξει κάτι σαν συζήτηση για το βιώσιμο ή μη του χρέους; Για την αναχρηματοδότηση των λήξεων μέχρι 2020; Τα τελευταία αυτά, δεν αφορούν την Τρόϊκα, αφορούν την «συζήτηση για την Ελλάδα» μεταξύ Ευρωζώνης και ΔΝΤ.

Εδώ, λοιπόν, ήρθε στην επιφάνεια η τάση να επιδιώξει πλέον η Κυβέρνηση «πολιτική διαπραγμάτευση». Απ' ό,τι θυμόμαστε αυτό το πράγμα επιχειρείται οσάκις είτε τα νούμερα δεν βγαίνουν, είτε οι συσχετισμοί θεωρείται ότι έχουν αλλάξει (οπότε τα νούμερα δεν έχουν και τόση σημασία πια). Έτσι, «πολιτική διαπραγμάτευση» έγινε όταν ο Βαγγέλης Βενιζέλος το 2011 προκάλεσε την απομάκρυνση της Τρόϊκας – κι ύστερα τρέχαμε με το χαράτσι Βενιζέλου να συμμαζέψουμε την κατάσταση. Αντίστοιχη η «επαναδιαπραγμάτευση» που αποτελούσε όχι απλώς προεκλογική πλατφόρμα της ΝΔ αλλά και κεντρικό στοιχείο της Προγραμματικής Συμφωνίας (την θυμόσαστε;) ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ κατά τον σχηματισμό Κυβέρνησης μετά τις εκλογές του 2012 – κι ύστερα μας προέκυψε η σημερινή κατάσταση.

«Διακοπή της χρηματοδότησης [από μονομερή παύση εφαρμογής του Μνημονίου] θα ανοίξει τον δρόμο για την διαπραγμάτευση» είναι πλέον η θέση του ΣΥΡΙΖΑ. Η παρουσία Τσίπρα στην ΔΕΘ, αυτήν την λογική στήριξε. Εδώ, ασφαλώς η πολιτική διάσταση προέχει. Μια πολιτική διάσταση που στηρίζεται στο ότι η Τρόικα, η «Ευρώπη» υπό την πίεση του ΔΝΤ, η ίδια η Γερμανία στην μετεκλογική της στάση θα δει πιο ξεκάθαρα το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί με τις πολιτικές της λιτότητας στην Ευρωπαϊκή περιφέρεια/στον Νότο/πάντως στην Ελλάδα. Και ότι... θα διαπραγματευθεί. Αυτήν την φορά, πολιτικά μεν – άλλωστε πολιτικά δεν καταλήξαμε σε Grexit το 2012; ας είναι καλά ο Lorenzo Bini-Smaghi χάρη στον οποίο σηκώθηκε και επίσημα το πέπλο της συσκότισης (Ελληνικά: του ψεύδους!) και τα μάθαμε – όμως υποθέτει κανείς με καλύτερη συνειδητοποίηση. Του τι «αποδίδει» η front-loaded και χωρίς ανάσα λιτότητα σε διάλυση της όποιας παραγωγικής βάσης (τουλάχιστον στην Ελλάδα). Και του πώς εξελίσσεται το δημόσιο χρέος που κουβαλάει αυτό το διαλυμένο ΑΕΠ, με την άνευ προηγουμένου ανεργία/απαξίωση του ανθρώπινου δυναμικού.

Είναι φανερό ότι στην Καντιανή ακολουθία –τι μπορώ να ξέρω/τι πρέπει να κάνω/τι μπορώ να ελπίζω, το τελευταίο – το τι μπορούμε (ή, μάλλον, το τι θέλουμε) να ελπίζουμε – οδηγεί σήμερα την ουσία της πολιτικής, δηλαδή το τι πρέπει να κάνουμε. Η μεν Κυβέρνηση Σαμαρά/Στουρνάρα ελπίζει ότι η αίσθηση των «απέναντι» ότι η σημερινή πολιτική ισορροπία στην Ελλάδα είναι η καλύτερη, θα τους καταστήσει διαπραγματευτικά πιο ελαστικούς απ' ό,τι το 2010 και το 2012. (Εδώ, θα μας επιτραπεί να παρατηρήσουμε ότι η προσδοκία πως η πίεση του ΔΝΤ θα συνετίσει, κάπως, τους Ευρωπαίους – δηλαδή τους Γερμανούς – είναι αρκετά ρηχή). Η δε Αξιωματική Αντιπολίτευση προσδοκά ότι η «φωνή λαού» που θέλει να πιστεύει ότι κάποια στιγμή, θα εκφράσει θα αλλάξει την βάση της συζήτησης. Όταν τους ρωτάς το βαρύτερο: τι θα γίνει δηλαδή άμα οι «απέναντι» δεν αλλάξουν αισθητά στάση, σε παραπέμπουν π.χ. στο ότι στην συνάντηση Τσίπρα-Σώϋμπλε, όταν φάνηκε η αγεφύρωτη διαφορά στα δημοσιονομικά, ο Γερμανός ΥΠΟΙΚ στράφηκε στα διαρθρωτικά ... όπου υπήρχε έδαφος συνεννόησης! Όταν, δε, επιμείνεις ότι κινδυνεύει να φύγει ο πάτος – όπως επί Κύπρου – δηλαδή η ΕΚΤ να pull the plug, να αφήσει τις Ελληνικές τράπεζες να καταρρεύσουν, η Συριζαίϊκη απάντηση είναι : «Δεν θα πυροβολήσουν τα πόδια τους». Δεν απέχει και τόσο από του Τάκη Μπαλτάκου, Γ.Γ. του υπουργικού Συμβουλίου, το: «Θα αποφασίσει [για τις αμυντικές βιομηχανίες] η Ελληνική Κυβέρνηση και κανένας ξένος».
Σίγουρο είναι: για πολιτική διαπραγμάτευση πάμε, κι αέρα στα πανιά μας!

*Δημοσιεύτηκε στη Ναυτεμπορική στις 16-9-2013.

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση