Τετάρτη, 01 Δεκέμβριος 2021

Περί Δημοψηφίσματος

Γενικά ένα δημοψήφισμα μπορεί να έχει και δημοκρατικό αλλά και αυταρχικό/βοναπαρτικό χαρακτήρα. Αν η ερώτηση που τίθεται είναι έτσι διαμορφωμένη που, έμμεσα, ενισχύει τη μια πλευρά των ανταγωνιστών, τότε ο αντιδημοκρατικός υπερισχύει του δημοκρατικού. Το ίδιο ισχύει αν δεν δίνεται αρκετός χρόνος στις δύο παρατάξεις να αναπτύξουν ξεκάθαρα τα επιχειρήματά τους, βοηθώντας έτσι τους ψηφοφόρους να αποφασίσουν ποια πλευρά να υποστηρίξουν.
Και σε ό,τι αφορά τη σαφήνεια της ερώτησης και σε ό,τι αφορά τον εξαιρετικά περιορισμένο χρόνο, το σχεδιαζόμενο δημοψήφισμα της Κυριακής είναι αντιδημοκρατικό. Δίνει την ευκαιρία σε μια μειοψηφία που είναι υπέρ της δραχμής να επιβάλλει τη βούλησή της σε μια πλειοψηφία που είναι υπέρ του ευρώ και της Ευρώπης.
Εξηγούμε: Σε ό,τι αφορά τον περιορισμένο χρόνο, δεν χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα παραπάνω. Είναι προφανές πως χρειαζόταν περισσότερος χρόνος για να διευκρινιστεί τί ακριβώς θέλει και υποστηρίζει η κάθε πλευρά.
Σε ό,τι αφορά τον παραπλανητικό χαρακτήρα της ερώτησης, αυτό φαίνεται αμέσως αν τεθεί το εξής ερώτημα: Αν ένας ψηφοφόρος δεν συμφωνεί με τον απαράδεκτο τρόπο που οι θεσμοί χειρίστηκαν την όλη διαπραγμάτευση, αλλά πιστεύει πως πρέπει να εξακολουθήσουμε τη διαπραγμάτευση αφού ο κύριος στόχος είναι, πάση θυσία, να παραμείνουμε στην ευρωζώνη - πώς ψηφίζει αυτό το άτομο; Αυτή η παραπλανητική ασάφεια σίγουρα προβληματίζει μια μεγάλη μερίδα ψηφοφόρων που αποδοκιμάζουν μεν τους χειρισμούς των θεσμών στη διαπραγμάτευση, αλλά διαφωνούν με την αντίδραση του πρωθυπουργού να την σταματήσει απότομα - ενώ είχε την ευκαιρία (που την έχει και σήμερα) να την συνεχίσει.
Πολλοί έχουν τη συνομωσιολογική αντίληψη πως οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν γιατί από την αρχή και οι δύο πλευρές δεν ήθελαν μια συμφωνία. Οι θεσμοί ήθελαν το grexit, καθώς και η ελληνική κυβέρνηση. Νομίζω πως αυτό είναι λάθος. Νομίζω πως και οι δύο πλευρές δεν παίζουν όλους αυτούς τους μήνες θέατρο. Προσπαθούσαν να τα βρούνε και μάλιστα έφτασαν πολύ κοντά. Αυτό πριν από την επέμβαση της κυρίας Λαγκάρντ που φαίνεται τελείως ανίκανη να ξεχωρίσει το δέντρο από το δάσος. Αγνόησε τις καταστροφικές επιπτώσεις μιας αποτυχίας - για την Ελλάδα (απόλυτη εξαθλίωση), για την Ευρώπη (το πρώτο βήμα προς μια πιθανή διάλυση) και για την παγκόσμια οικονομία (αν το grexit λειτουργήσει όπως η Τράπεζα Lehman Brothers). Είναι κρίμα που η αντικαταστάτρια του Στρος Καν στο ΔΝΤ δεν έχει τίποτα από το ανοικτό πνεύμα και τη διορατικότητα του προκατόχου της. Λειτούργησε τελείως στενόμυαλα, γραφειοκρατικά και ανεύθυνα.
Συμπέρασμα: Το δημοψήφισμα δεν ήταν καλή ιδέα. Είναι παραπλανητικό ως προς τον τρόπο διαμόρφωσης της ερώτησης και δείχνει μια απότομη στροφή του πρωθυπουργού που μάλλον έχει πάψει να πιστεύει στην ανάγκη παραμονής μας στην ευρωζώνη. Δεν πιστεύω πως ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εξαρχής υπέρ της δραχμής. Δεν ξέρω όμως γιατί αυτή η απότομη στροφή την στιγμή που οι θεσμοί, μετά και την χθεσινή παρέμβαση Γιούνκερ, δεν φαίνεται να θέλουν ένα grexit. Θέλουν να βρεθεί μια συμφωνία. Μια συμφωνία δεν θα λύσει μαγικά τα προβλήματα της χώρας. Θα είναι όμως ένα πρώτο βήμα για την αποφυγή μιας καταστροφικής πτώσης στο κενό.

Το μέλλον του Σύριζα ή η διάσπαση του Σύριζα;

Η επίθεση της αριστερής κυρίως πτέρυγας εναντίον του Αλέξη Τσίπρα στην πρόσφατη συνάντηση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει πως, με βάση την τωρινή δομή του κόμματος, η επίτευξη μιας μακρόχρονης συμφωνίας με τους εταίρους μας θα είναι εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Μπορεί βέβαια οι τωρινές διαφωνίες να ξεπεραστούν.

Η αδυναμία μακροπρόθεσμης συμφωνίας

Αλλά μακροπρόθεσμα, όταν έρθουν τα πολύ πιο δύσκολα προβλήματα (π.χ. το επόμενο οδυνηρότατο μνημόνιο), θα δημιουργηθεί βαθύ χάσμα μεταξύ της στρατηγικής Τσίπρα και αυτής του Λαφαζάνη. Ο πρωθυπουργός έχει σίγουρα αποφασίσει η χώρα μας να συνεχίσει την ευρωπαϊκή πορεία της. Από την άλλη μεριά, η αριστερή πτέρυγα δεν την πειράζει ή επιθυμεί την επιστροφή στην δραχμή. Είναι φανερό πως οι δύο πλευρές έχουν διαφορετικούς στόχους και κινούνται προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή διαφωνία που οδηγεί σε αδιέξοδο. Σε ένα αδιέξοδο που εν μέρει εξηγεί τις παλινωδίες των διαπραγματεύσεων, τις ατελείωτες συζητήσεις, την παντελή έλλειψη συντονισμού, τα συνεχή πισωγυρίσματα και όλα τα άλλα εμπόδια που κάθε μέρα που περνάει εντείνουν την ύφεση. Αυτό που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι πως παρόλο που η πολιτική του πρωθυπουργού υποστηρίζεται όχι μόνο από την πλειοψηφία των στελεχών, της κομματικής βάσης αλλά και από την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, είναι αναγκασμένος στις συνομιλίες του με τους θεσμούς να φέρει τα βαρίδια της εσωτερικής αντιπολίτευσης.
Αν τελικά η τελευταία, μέσω μιας πολύ σκληρής αντίστασης «πετύχει» (με τη συνδρομή αξιωματούχων όπως ο Σόιμπλε) να μας οδηγήσει στο grexit, αυτό θα σημάνει πως μια μειοψηφία θα επιβάλλει έμμεσα μια λύση που ο ελληνικός λαός δεν επιθυμεί. Έτσι, παρόλο που η λήψη αποφάσεων στον ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν το μονοδιάστατο και αυταρχικό χαρακτήρα που παρατηρούμε στο ΚΚΕ, η αριστερή πλατφόρμα μπορεί τελικά να σαμποτάρει τις διαπραγματεύσεις και να οδηγήσει σε έναν ριζοσπαστικό αναπροσδιορισμό των βασικών προσανατολισμών της χώρας, χωρίς τη συναίνεση της μεγαλύτερης μερίδας των πολιτών.

Οι υποστηρικτές του ευρώ

Ας σημειωθεί εδώ πως οι περισσότεροι υποστηρικτές του ευρώ, εντός και εκτός του ΣΥΡΙΖΑ, δεν αγνοούν τη βάρβαρη και συγχρόνως λανθασμένη πολιτική της λιτότητας που η γερμανική κυβέρνηση επιβάλλει στην ευρωζώνη. Μια στρατηγική λιτότητας που η κυρία Μέρκελ επιβάλλει παρ' όλη την ύφεση. Ως γνωστόν, αυτή η κατάσταση οδηγεί στη μαζική ανεργία, στον ακροδεξιό εθνολαϊκισμό και στην ευρωφοβία. Ούτε αγνοούν οι έλληνες πολίτες πως η Γερμανία, με το βουνό των πλεονασμάτων που έχει, κερδίζει πολύ περισσότερα από ό,τι δίνει σαν βοήθεια στις λιγότερο ανταγωνιστικές οικονομίες της ευρωζωνικής περιφέρειας. Παρόλα αυτά, οι οπαδοί της συνέχισης της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας επιμένουν πως μεταξύ δύο κακών, η επιστροφή στην δραχμή θα είναι η χειρότερη. Γιατί κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε πληθωρισμό, στην παραπέρα καταστροφική μείωση μισθών και συντάξεων, καθώς και στην εκτίναξη των ανισοτήτων μεταξύ φτωχών και πλουσίων - κυρίως πλούσιων που κατόρθωσαν να στείλουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό. Αυτοί που υποστηρίζουν την επιστροφή στην δραχμή δεν έχουν ποτέ εξηγήσει με σοβαρό, πειστικό τρόπο πώς θα ξεπεραστεί μια τέτοια ζοφερή κατάσταση. Ούτε μας έχουν πει πώς, στο γεωπολιτικό χώρο, μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τη ραγδαία αναπτυσσόμενη (οικονομικά και στρατιωτικά) Τουρκία του Ερντογάν που δεν φαίνεται να έχει φιλειρηνικές προθέσεις έναντι της χώρας μας.

Η διάσπαση

Υπάρχει λύση στο αδιέξοδο; Μόνο μια καθαρή ρήξη μεταξύ πρωθυπουργού και των οπαδών της δραχμής μπορεί να απελευθερώσει τον Αλέξη Τσίπρα από τις υπονομευτικές πρακτικές των αντιπάλων του - πρακτικές που σήμερα έχουν οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην ακινησία, στην πλήρη ασυνεννοησία και στο οργανωτικό χάος. Σίγουρα πολλοί θα υποστηρίξουν πως παρ' όλες τις διαφορές που υπάρχουν, όπως κάθε πλουραλιστικό κόμμα, έτσι και ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να επιβιώσει χωρίς μια διάσπαση. Αυτό θα ήταν δυνατό αν οι διαφορές των δύο πλευρών δεν ήταν τόσο αντιθετικές και τόσο καθοριστικές στον αν η χώρα θα συνεχίσει ή όχι την ευρωπαϊκή πορεία της. Βέβαια, μια τέτοια εξέλιξη για ευνόητους λόγους δεν μπορεί να επιτευχθεί σήμερα. Μπορεί όμως να είναι δυνατή αργότερα, για παράδειγμα με εκλογές στους επόμενους μήνες στη βάση λίστας που θα αποκλείει τους σκληροπυρηνικούς της αριστερής πλατφόρμας καθώς και τους ακροδεξιούς των ΑΝΕΛ. Προφανώς η πρόταση για μια ακόμα εκλογή σε περίοδο κρίσης δεν είναι ούτε δημοφιλής ούτε ανέξοδη. Θα ξεκαθαρίσει όμως μια κατάσταση που αυτή την στιγμή υπονομεύει το μέλλον της χώρας. Σε μια τέτοια κίνηση δεν υπάρχει αμφιβολία πως η πλειοψηφία του ελληνικού λαού θα προτιμήσει τον Τσίπρα από τον Λαφαζάνη και το ευρώ από την δραχμή.
Τελειώνοντας, δεν είναι βέβαια σίγουρο πως ο πρωθυπουργός θα θελήσει να προχωρήσει στη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ. Αν όμως το επιχειρήσει και αν πετύχει, σίγουρα θα γίνει ο κύριος παίκτης στην ελληνική πολιτική αρένα στα χρόνια που έρχονται.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 29/5/2015

ΝΕΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ Ή GREXIT; ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΤΣΙΠΡΑ

Είναι πιθανό στο Eurogroup στις 24 Απριλίου, για μια ακόμα φορά, να μην επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης και τρόικας/θεσμών (το παρόν κείμενο γράφτηκε στις 20/4). Οι δημοσκοπήσεις όμως εξακολουθούν να δείχνουν πως η δημοτικότητα του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει σε υψηλά επίπεδα ενώ ο Αλέξης Τσίπρας είναι αναμφίβολα ο πιο δημοφιλής πολιτικός της χώρας.

Περισσότερα...

Παιχνίδι κυριαρχίας

Το πιο κομβικό πρόβλημα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στη σημερινή συγκυρία είναι ο χειρισμός των εξελισσόμενων διαπραγματεύσεων μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των εταίρων μας. 

Περισσότερα...

Ισχυρή Ευρώπη, ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα

Με τη δημιουργία της ευρωζώνης και τη μετέπειτα παγκόσμια οικονομική κρίση, μια σειρά από σοβαρά ρήγματα εμφανίστηκαν στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Περισσότερα...

Μπορεί να αναγεννηθεί η Σοσιολδημοκρατία;

Η σοσιαλδημοκρατία έκανε την εμφάνισή της στον 19ο αιώνα σαν μια κίνηση που αρχικά είχε και επαναστατικές / μαρξιστικές και εξελικτικές / ρεφορμιστικές τάσεις.

Περισσότερα...

«Οι μονοθεϊστικές θρησκείες διεκδικούν το μονοπώλιο της αλήθειας»

Συνέντευξη στους δημοσιογράφους Τάσο Τσακίρογλου, Τάσο Παππά

-«Αν ο Θεός δεν υπάρχει, όλα επιτρέπονται» (Ντοστογιέφσκι). Σήμερα όμως βλέπουμε ότι στο όνομα του Θεού επιτρέπονται σχεδόν τα πάντα: βίαιος προσηλυτισμός, μαζικές δολοφονίες, επιθέσεις κατά των απίστων, είτε είναι αξιωματούχοι της εξουσίας είτε είναι απλοί πολίτες. Εναν τέτοιο βλοσυρό και εκδικητικό Θεό τον χρειαζόμαστε;

Περισσότερα...

Μερκιαβελλισμός

Σε ένα βιβλίο του που μεταφράστηκε στα ελληνικά (Από τον Μακιαβέλλι στη Μερκιαβέλλι, Πατάκης), ο διάσημος γερμανός κοινωνιολόγος Ulrich Beck χαρακτήρισε τη διακυβέρνηση της κυρίας Μέρκελ ως «μερκιαβελλική» - δηλ. σαν ένα συνδυασμό του οικονομικά νεοφιλελεύθερου και του πολιτικά μακιαβελικού. Νομίζω πως ο χαρακτηρισμός είναι παραπλανητικός. Η γερμανίδα καγκελάριος έχει μεν κοινά χαρακτηριστικά με την κυρία Θάτσερ, όχι όμως και με τον Μακιαβέλλι. Κατά τον ιταλό διανοητή, ο ηγεμόνας πρέπει να βλέπει όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα. Πρέπει να συνδυάζει τη λογική του τακτικισμού με αυτήν της μακρόχρονης στρατηγικής. Η γερμανίδα καγκελάριος βλέπει τα κοντινά αλλά όχι τα μακρινά, βλέπει τα δέντρα και όχι το δάσος. Και αυτό είτε λόγω ιδεολογικής τύφλωσης (λιτότητα πριν από ανάπτυξη), είτε λόγω ατολμίας (η «βήμα προς βήμα» προσέγγιση), είτε λόγω ψηφοθηρίας (οι ψηφοφόροι δεν θέλουν να βοηθήσουν τους νοτιοευρωπαίους «τεμπέληδες»).
Έτσι, από τη μια μεριά η κυρία Μέρκελ θέλει μια ενωμένη, ισχυρή Ευρώπη, μια Ευρώπη ικανή να παίξει κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομική και γεωπολιτική αρένα. Αντιλαμβάνεται πως μια Γερμανία εκτός της ΟΝΕ και της ΕΕ, στο πλαίσιο της σημερινής παγκοσμιοποίησης, θα γίνει ένας τρίτης κατηγορίας παίκτης σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση του κόσμου που έρχεται. Από την άλλη μεριά όμως, εφαρμόζει μια κοντόφθαλμη πολιτική που την απομακρύνει από το όραμα μιας ισχυρής Ευρώπης, μέσα στην οποία θα παίζει σημαντικό αλλά όχι ηγεμονικό ρόλο. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια βασική αντίφαση μεταξύ της τωρινής πολιτικής που η Μέρκελ ακολουθεί και των στόχων που η ίδια θέλει να πετύχει στο μέλλον. Αν δεν αλλάξει η γερμανική πολιτική, θα οδηγήσει όχι στην ενδυνάμωση αλλά στην αποδυνάμωση/πιθανή διάλυση της ΕΕ. Η παραπάνω αντίφαση φαίνεται ξεκάθαρα αν εξετάσουμε τα τρία βασικά «επιτεύγματα» της μερκελικής διακυβέρνησης.

Η καταστροφή μιας ολόκληρης γενιάς

Η υπερβολικά υψηλή ανεργία στον ευρωπαϊκό Νότο - σε ένα κόσμο όπου η εργασία καθορίζει το βαθμό αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης των νέων, τους έχει οδηγήσει στην περιθωριοποίηση, την απελπισία και, συχνά, στην παραβατικότητα. Κάπως αργά η γερμανική κυβέρνηση αντιλήφθηκε τις καταστροφικές επιπτώσεις της βάρβαρης και συγχρόνως ανεγκέφαλης πολιτικής της άγριας λιτότητας σε εποχή βαθιάς ύφεσης. Αντί όμως να αλλάξει πολιτική, αντί να αντιληφθεί πως σε περίοδο ύφεσης χρειάζεται πρώτα ανάπτυξη και μετά δημοσιονομική πειθαρχία, εξακολουθεί πεισματικά την αδιέξοδη πολιτική της. Το μόνο που αποφάσισε με κροκοδείλια δάκρυα να κάνει σε ό,τι αφορά την ανεργία στον Νότο είναι να δώσει μερικά ψιχία βοήθειας, μια σταγόνα νερό σε μια απέραντη έρημο.

Η άνοδος του ευρωφοβισμού

Η άνοδος ακροδεξιών, αντιευρωπαϊκών κομμάτων δημιουργεί συνθήκες που υπονομεύουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Φυσικά αυτή η άνοδος του εθνολαϊκισμού (φασιστική και μη) δεν οφείλεται μόνο στη γερμανική οικονομική πολιτική. Την παρατηρούμε πάντα σε περιόδους μεγάλης οικονομικής κρίσης όπως αυτή του 1929 - όπου σχεδόν σε όλη τη μεσοπολεμική Ευρώπη βλέπουμε την άνοδο αυταρχικών κινημάτων και καθεστώτων. Από την άλλη μεριά όμως, ο κοντόφθαλμος τρόπος με τον οποίο η γερμανική κυβέρνηση χειρίστηκε την κρίση ενδυνάμωσε τις φασιστικές ιδεολογίες και πρακτικές. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που, όπως δείχνουν πρόσφατες μετρήσεις του ευρωβαρόμετρου, οι φιλοευρωπαϊκοί προσανατολισμοί των πολιτών μειώνονται ραγδαία. Αυτή η πολύ ανησυχητική εξέλιξη μπορεί να μην φαίνεται στο επίπεδο του ευρωκοινοβουλίου. Αλλά αυτό έχει να κάνει με το δημοκρατικό έλλειμμα των ευρωπαϊκών πολιτικών θεσμών.

Η αύξηση των πιθανοτήτων διάλυσης της ευρωζώνης

Όπως έχουν τονίσει πολλοί αναλυτές, υπάρχει μια έντονη ανισορροπία μεταξύ των πιο αναπτυγμένων χωρών του Βορρά και των λιγότερο ανταγωνιστικών οικονομιών του Νότου. Αυτή η ανισορροπία, με δεδομένο το κοινό νόμισμα, οδηγεί αναπόφευκτα σε μια «άνιση ανταλλαγή» που δεν διορθώνεται με βοήθεια τύπου κοινοτικών κονδυλίων. Αφού τεράστιοι πόροι μεταφέρονται συστηματικά από τις ελλειμματικές νοτιοευρωπαϊκές κυρίως οικονομίες στις πλεονασματικές χώρες του Βορρά. Αυτή η αιμορραγία πόρων δεν μπορεί να συνεχιστεί επ' άπειρον. Ο Νότος δεν μπορεί να καταστεί ανταγωνιστικός από τη μια μέρα στην άλλη. Η «θεραπεία σοκ» που υιοθετεί η κυρία Μέρκελ θα λειτουργήσει όπως λειτούργησε στην Ρωσία - δηλαδή καταστροφικά. Αν η γερμανική συνταγή συνεχιστεί θα έχει σαν αποτέλεσμα τη διάλυση της ευρωπαϊκής ένωσης - κάτι το οποίο, όπως ήδη υποστήριξα, η γερμανίδα καγκελάριος δεν επιθυμεί. Η τελευταία όμως επιμένει να θέλει την πίτα ολάκερη και τον σκύλο χορτάτο. Επιμένει στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, αλλά χωρίς την αλλαγή στο σύμφωνο της δημοσιονομικής σταθερότητας.
Συμπέρασμα: η μακροπρόθεσμη γερμανική πολιτική είναι βαθιά αντιφατική. Προσπαθεί να τετραγωνίσει τον κύκλο. Προσπαθεί να πετύχει τον στόχο της ενοποίησης με τα λάθος μέσα, μέσα που δεν οδηγούν σε μια ισχυρή αλλά σε μια υπό διάλυση Ευρώπη. Άρα η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση της γερμανίδας καγκελαρίου δεν είναι «μερκιαβελλική», αλλά «στρουθοκαμηλική».

Ο Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο LSE

Βήματα μπρος και βήματα πίσω: το ΕΣΥ και η κατασπατάληση πόρων

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το ΠαΣοΚ, το πρώτο αστικό, μαζικά οργανωμένο κόμμα στη χώρα μας, διαμόρφωσε καθοριστικά τη δομή και λειτουργία του ελληνικού μεταπολιτευτικού συστήματος. Θα εξετάσω με συντομία μερικές πλευρές των μετασχηματισμών που το ΠαΣοΚ επέφερε.

Ξεκινάω με μια σύγκριση. Στον Μεσοπόλεμο ο Ελευθέριος Βενιζέλος αποδυνάμωσε τον «παλαιοκομματισμό» του 19ου αιώνα - ένα σύστημα καθαρά ολιγαρχικό. Ενα σύστημα όπου η πλειοψηφία, παρ' όλη την καθολική ψήφο για άνδρες, ήταν εκτός της ενεργού συμμετοχής στο πολιτικό γίγνεσθαι. Οσο για τα κόμματα, ήταν λέσχες προυχόντων που ενεργοποιούνταν μόνο κατά τη διάρκεια των εκλογών. Στη βενιζελική περίοδο τα λεγόμενα τζάκια έχασαν την παντοδυναμία τους, καθώς νέα άτομα εισήλθαν δυναμικά στην πολιτική αρένα. Επιπλέον ο Βενιζέλος προσπάθησε να αλλάξει τα πελατειακά χαρακτηριστικά των κομμάτων μετατρέποντάς τα σε κόμματα δυτικού τύπου. Απέτυχε βέβαια λόγω της λυσσαλέας αντίδρασης των τοπικών κομματαρχών που ο Βενιζέλος δεν μπορούσε εύκολα να ελέγξει.

Στη συνέχεια ο Ανδρέας Παπανδρέου έκανε τη δεύτερη ριζική τομή στο σχετικά κλειστό μεταπολεμικό κομματικό σύστημα. Δημιούργησε το πρώτο μαζικό αστικό κόμμα στην πολιτική ιστορία του τόπου. Με τη μαζική κινητοποίηση του ανδρεϊσμού, τα λαϊκά στρώματα εισήλθαν ενεργά, για πρώτη φορά, στον πολιτικό στίβο, καθώς νέοι πολιτικοί (κυρίως, αλλά όχι μόνο, άτομα που συμμετείχαν ενεργά στον αγώνα εναντίον της χούντας) άρχισαν να παίζουν σημαντικό ρόλο.

Η πιο θετική πλευρά της παραπάνω μαζικής ένταξης ήταν, ως γνωστόν, η κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ πρώτης και δεύτερης κατηγορίας πολιτών (δηλαδή μεταξύ των νικητών και των ηττημένων του Εμφυλίου). Η ενταξιακή διαδικασία ξεκίνησε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή αλλά ολοκληρώθηκε με πολύ πιο καθολικό τρόπο από τον αρχηγό του ΠαΣοΚ. Το κομμουνιστικό κόμμα νομιμοποιήθηκε πλήρως, ο έλεγχος των αντιφρονούντων από το αντικομμουνιστικό κράτος αμβλύνθηκε, τα πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης εξέπεσαν και μια, σχετική βέβαια, ισονομία των πολιτών επιτεύχθηκε. Ετσι και το άνοιγμα του πολιτικού συστήματος και η κατάργηση των πολιτικών διακρίσεων ενδυνάμωσαν σημαντικά τον ελληνικό δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό.

Οι θετικές αλλαγές στις οποίες αναφέρθηκα δεν επεκτάθηκαν όμως στη δομή του κομματικοκρατικού συστήματος. Σε ό,τι αφορά το ΠαΣοΚ η μαζικοποίηση δεν οδήγησε στον εκδημοκρατισμό. Αντίθετα, η πελατειακή κουλτούρα, η ρουσφετολογία και οι υπόγειες σχέσεις μεταξύ κρατικών, κομματικών και οικονομικών ελίτ εντάθηκαν. Πιο συγκεκριμένα, αντίθετα με τη βενιζελική στρατηγική, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν προσπάθησε καν να αμβλύνει τα επιμεριστικά χαρακτηριστικά του κόμματός του. Ετσι, μαζί με τη μαζικοποίηση της κομματικής δομής, βλέπουμε και τη μαζικοποίηση της διαφθοράς σε ένα πλαίσιο όπου οι κρατικοί πόροι ήταν πολλαπλάσιοι των πόρων της προδικτατορικής περιόδου. Δεν χρειάζεται να τονίσω πως και η ΝΔ, το άλλο μεγάλο κόμμα της Μεταπολίτευσης, ακολούθησε πιστά το πρότυπο που εγκαινίασε το ΠαΣοΚ.
Ads by SavePass 1.1Ad Options

Οσο για την εσωτερική οργάνωση του ΠαΣοΚ, μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε «λαϊκίστικη». Από τη μια μεριά η αυτονομία των παραδοσιακών κομματαρχών μειώθηκε. Από την άλλη μεριά όμως τη θέση τους πήραν «στελέχη-υπάλληλοι», στελέχη που ήταν, λίγο-πολύ, πειθήνια όργανα του ανδρεϊκού κομματικού μηχανισμού. Η νομιμοποίησή τους πήγαζε λιγότερο από τα κάτω και περισσότερο εκ των άνω, από τη βούληση του χαρισματικού ηγέτη. Με άλλα λόγια, τα κομματικά στελέχη δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν ανάχωμα στην παντοδυναμία του «αρχηγού-δεσπότη». Η επικοινωνία του τελευταίου με τον «λαό» ήταν αδιαμεσολάβητη, αδιαμφισβήτητη. Αυτού του είδους η κομματική οργάνωση θυμίζει βέβαια τα λαϊκιστικά λατινοαμερικανικά κόμματα (από αυτά των Περόν και Βάργκας ως αυτά των Τσάβες και Μοράλες).

Η κοινωνική διάσταση

Η διακυβέρνηση του ΠαΣοΚ στον κοινωνικό χώρο είχε και θετικά και αρνητικά αποτελέσματα. Από μια προοδευτική σκοπιά η βασική τομή ήταν η δημιουργία του ΕΣΥ. Δηλαδή κατόρθωσε να δώσει κοινωνικά δικαιώματα στα λαϊκά στρώματα. Κατόρθωσε επίσης, τουλάχιστον αρχικά, να μειώσει τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες και να αμβλύνει την ανισορροπία μεταξύ πόλης και αγροτικής περιφέρειας. Αυτού του είδους όμως η στρατηγική δεν είχε πάντα τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, ευρωπαϊκοί πόροι που προορίζονταν για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας δόθηκαν με τη μορφή παροχών που κατασπαταλήθηκαν. Οι γενναιόδωρες παροχές βοήθησαν το κόμμα και τη δημοφιλία του Ανδρέα αλλά όχι την αλλαγή των απαρχαιωμένων δομών και πρακτικών του αγροτικού τομέα. Οι αγρότες διάλεξαν λιγότερο τον παραγωγικό και περισσότερο τον καταναλωτικό τρόπο ζωής. Αυτού του είδους τα φαινόμενα οδήγησαν στο αγροτικό αδιέξοδο που παρατηρούμε σήμερα.

Βέβαια, επί πρωθυπουργίας Σημίτη ο λαϊκισμός του Τύπου «Τσοβόλα, δώσ' τα όλα» υποχώρησε. Η πιο αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, τα μεγάλα έργα, η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ και η επιτυχία των Ολυμπιακών Αγώνων έκαναν τη χώρα πολύ πιο σεβαστή στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Με την οικονομική κρίση όμως, καθώς και με την άνοδο της εξουσίας της ΝΔ, τα πράγματα άλλαξαν προς το χειρότερο. Η περίφημη «επανίδρυση του κράτους» οδήγησε στην παραπέρα διόγκωση της ήδη πληθωρικής δημόσιας διοίκησης, στην πελατειακή κατασπατάληση πόρων και στην εντυπωσιακή εκτίναξη του δημόσιου χρέους. Στη συνέχεια η επιστροφή του ΠαΣοΚ στην εξουσία σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και ημιχρεοκοπίας της χώρας έκανε τους ψηφοφόρους να ξεχάσουν τις τεράστιες ευθύνες της ΝΔ και να θεωρήσουν το ΠαΣοΚ τον κύριο υπεύθυνο για την ελληνική τραγωδία. Ετσι δεν είναι περίεργο το ότι στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές το ΠαΣοΚ καταποντίστηκε. Ενώ η ΝΔ μπόρεσε να κρατήσει ένα σημαντικό κομμάτι της εκλογικής πελατείας της.

Η πολιτισμική διάσταση
Ads by SavePass 1.1Ad Options

Τέλος, στο επίπεδο της κουλτούρας οι αλλαγές που επέφερε το ΠαΣοΚ ήταν σημαντικές και ως επί το πλείστον θετικές. Η κυριαρχία της ανδροκρατούμενης κουλτούρας αμβλύνθηκε. Η σχετική νομοθεσία που το ΠαΣοΚ εισήγαγε έδωσε σημαντικά δικαιώματα στη γυναίκα στον χώρο της οικογένειας, της εργασίας, της παιδείας, της διασκέδασης κτλ. Βέβαια οι ανισότητες μεταξύ των φύλων παραμένουν. Σίγουρα όμως η σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών άλλαξε προς το δημοκρατικότερο.

Οσο για την πιο γενική κουλτούρα, δεν υπάρχει αμφιβολία πως διάφορα πολιτισμικά αγαθά και δικαιώματα διαχύθηκαν προς την κοινωνική βάση. Η λαϊκή κουλτούρα έγινε πιο σεβαστή ενώ στον χώρο του θεάτρου, της τέχνης και της λογοτεχνίας τα λαϊκά στρώματα είχαν πολύ περισσότερες ευκαιρίες να συνδεθούν με το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. Ιδίως επί Μελίνας Μερκούρη, ο κόσμος των μουσείων, των φεστιβάλ στην περιφέρεια, των διαλέξεων κτλ. έγινε πολύ πιο προσιτός σε ένα ευρύτερο κοινό. Από την άλλη μεριά όμως, οι πελατειακές σχέσεις μεταξύ κυβερνώντων και αυτών που ήλεγχαν και εξακολουθούν να ελέγχουν τα ΜΜΕ οδήγησαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οδήγησαν στα αμέτρητα σκουπίδια της ιδιωτικής αλλά και, σε μικρότερο βαθμό, της κρατικής τηλεόρασης, στην ενδυνάμωση του κίτρινου Τύπου και στην άκρατη καταναλωτική νοοτροπία.

Τελειώνω με την προφανή ερώτηση. Ποιο θα είναι το μέλλον του ΠαΣοΚ; Θα παραμείνει συρρικνωμένο και κατακερματισμένο ή θα κατορθώσει να αναζωογονηθεί και να παίξει ξανά έναν κεντρικό ρόλο στο πολιτικό γίγνεσθαι; Η κατάσταση είναι τόσο ρευστή σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο που κάθε πρόβλεψη είναι εξαιρετικά προβληματική.

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα στις 31/8/2014

Νεωτερικότητα, δικαιώματα και η διάκριση Αριστερά- Δεξιά

Η νεωτερική κοινωνική οργάνωση χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από τη σταδιακή έκλειψη του παραδοσιακού τοπικισμού και τη μαζική ένταξη ενός πληθυσμού στο εθνικό κέντρο. Η διαδικασία ένταξης μπορεί να πάρει αυτόνομες ή ετερόνομες μορφές. Στην πρώτη περίπτωση βλέπουμε τη διάχυση δικαιωμάτων στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας (δημοκρατικός εκσυγχρονισμός). Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε ένταξη στις διευρυμένες αρένες του κράτους έθνους χωρίς ή με ελάχιστα δικαιώματα (αυταρχικός εκσυγχρονισμός). Από την παραπάνω σκοπιά, ένας τρόπος ορισμού της διάκρισης αριστερά-δεξιά μπορεί να βασιστεί στην έννοια των δικαιωμάτων όπως εξελίσσονται στη μετάβαση από την προνεωτερικότητα στη νεωτερικότητα. Έτσι, ενώ η αριστερά στη θεωρία και στην πράξη, παλεύει για μια αυτόνομη ένταξη, η δεξιά μάχεται για μια ένταξη χωρίς δικαιώματα (κυρίως πολιτικά δικαιώματα, αλλά όχι μόνο).
Ως γνωστό, η διάκριση αριστερά-δεξιά, αμφισβητείται σήμερα από μια σειρά αναλυτές που έχουν «μεταμοντέρνο» προσανατολισμό. Το βασικό επιχείρημα του κειμένου είναι πως η διάκριση παραμένει χρήσιμη σήμερα για την κατανόηση των βασικών δομών των σύγχρονων κοινωνικών σχηματισμών. Αυτό όμως με την προϋπόθεση πως μερικές δυσκολίες, που κυρίως η κλασσική θεωρία του Νορμπέρτο Μπόμπιο (1987) περί αριστεράς-δεξιάς δημιουργεί, ξεπεραστούν. Με άλλα λόγια, η θεωρία του ιταλού διανοητή δεν πρέπει να απορριφθεί αλλά να αναθεωρηθεί.
Θα ξεκινήσω με μια σύντομη, κριτική ανάλυση της προσέγγισης του Ν. Μπόμπιο στο θέμα. Θα συνεχίσω με τη θεωρία του Τ. Μάρσαλ (1964) πάνω στην εξέλιξη των αστικών πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στην Μεγάλη Βρετανία, καθώς και με τη γενίκευση αυτής της θεωρίας από τον Τ. Πάρσονς (1964, 1971). Τέλος, θα ασχοληθώ με την πιο πρόσφατη θεωρία του Α. Γκίντενς (1994) που υποστηρίζει πως πρέπει όχι να καταργήσουμε αλλά, στην ύστερη, παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα, να πάμε πέρα από το δίπολο αριστερά-δεξιά.

1. Αριστερά: οι κοινωνικοί αγώνες για ισότητα

Κατά τον Μπόμπιο, η διάκριση αριστερά-δεξιά (αντίθετα με τις διάφορες μεταμοντέρνες επιχειρηματολογίες), από την Γαλλική Επανάσταση και μετά ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα βασικό εννοιολογικό εργαλείο. Μας βοηθάει να καταλάβουμε τον τρόπο συγκρότησης, αναπαραγωγής και μετασχηματισμού των βασικών δομών των σύγχρονων κοινωνιών. Είναι για αυτόν ακριβώς το λόγο που όχι μόνο στον επιστημονικό αλλά και στον καθημερινό λόγο η διάκριση χρησιμοποιείται ευρέως όταν προσπαθούμε να χαρακτηρίσουμε ένα κόμμα, ένα κίνημα, μια ιδεολογία ως «προοδευτική» ή συντηρητική. Για τον ιταλό διανοητή ή έννοια που συνδέεται άρρητα με την αριστερά είναι αυτή της ισότητας. Η αριστερά προσπαθεί να μειώσει τις ανισότητες των νεωτερικών κοινωνιών ενώ η δεξιά προσπαθεί να τις διατηρήσει ή και να τις εντείνει. Η πάλη για την ισότητα παίρνει βέβαια διαφορετικές μορφές ανάλογα με το χρονικό και γεωγραφικό πλαίσιο. Σε όλες τις περιπτώσεις όμως η ιδέα της ισότητας παραμένει ο βασικός προσανατολισμός των αγώνων της αριστεράς.
Νομίζω πως όλα τα παραπάνω είναι σωστά. Ο τρόπος όμως με τον οποίο ο ιταλός φιλόσοφος αναπτύσσει τις πιο συγκεκριμένες πτυχές της θεωρίας του παρουσιάζει μια βασική δυσκολία. Ο Μπόμπιο αναφέρεται σε διάφορα ιστορικά παραδείγματα. Αλλά, επειδή η μεθοδολογία που ακολουθεί είναι περισσότερο φιλοσοφο-αναλυτική και λιγότερο ιστορικο-κοινωνιολογική (2013: 55), δεν δείχνει με ένα διαφοροποιημένο τρόπο πώς η διάκριση δεξιά-αριστερά και οι αγώνες υπέρ ή κατά της ισότητας εντάσσονται σε ένα συγκεκριμένο, εξελισσόμενο μακροϊστορικό πλαίσιο. Και αυτό γιατί εννοιολογεί την ισότητα σαν ένα αδιάσπαστο όλο. Αναφέρεται πάντα στην ισότητα ή ανισότητα και όχι σε διαφόρων τύπου ισοτήτων ή ανισοτήτων. Έτσι οδηγείται σε μια αυστηρά διχοτομική προσέγγιση. Οι έννοιες αριστερά και δεξιά είναι «αμοιβαία αποκλειόμενες». Για παράδειγμα, ένα κόμμα είτε είναι αριστερό είτε δεξιό, το να έχει και αριστερές και δεξιές στρατηγικές είναι κατά τον Μπόμπιο αδύνατον: «το γεγονός ότι η δεξιά και η αριστερά αντιπροσωπεύουν μια αντίθεση σημαίνει απλώς ότι δεν μπορεί κανείς να είναι συγχρόνως και δεξιός και αριστερός» (2013: 156).
Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί προβλήματα. Σε ένα πιο εμπειρικό, ιστορικό-εξελικτικό επίπεδο συχνά παρατηρούμε πως δεν υπάρχει μία αδιαφοροποίητη ανισότητα, αλλά πολλές - οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές κτλ. Για να το πούμε διαφορετικά, η ανισότητα έχει πολλές διαστάσεις. Σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, αυτές οι διαστάσεις δεν αλλάζουν πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Σε πολλές περιπτώσεις κόμματα και κυβερνήσεις χαρακτηρίζονται από ένα συνδυασμό αυξανόμενων ανισοτήτων σε ένα θεσμικό χώρο και αμβλυνόμενων σε έναν άλλο. Σε αυτή την «υβριδική κατάσταση» η ανάλυση του Μπόμπιο δεν μας βοηθάει. Πιο συγκεκριμένα, αν ισότητα είναι ο κοινός παρανομαστής όλων των αγώνων της αριστεράς, πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε κόμματα ή κυβερνήσεις που μειώνουν τις κοινωνικές ανισότητες χρησιμοποιώντας αυταρχικά μέσα, μέσα που εντείνουν τις πολιτικές ανισότητες μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων;
Ας πάρουμε σαν παράδειγμα τον περονισμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Περόν ακολούθησε μια αριστερή κοινωνική πολιτική. Μείωσε τις κοινωνικές ανισότητες μεταφέροντας συστηματικά πόρους από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Συγχρόνως όμως για να πετύχει αυτή την αναδιανομή χρησιμοποίησε αυταρχικά μέσα όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις δημοκρατικές διαδικασίες εν γένει, αλλά και σε ό,τι αφορά την αυτονομία των συνδικάτων. Κατά έναν τυπικά λαϊκιστικό και πατερναλιστικό τρόπο, κινητοποίησε το «λαό του» ενάντια σε έναν «κατεστημένο» καταργώντας με διάφορους τρόπους τις νομιμοποιητικές διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Και κάτι παρόμοιο βλέπουμε περνώντας από τον «περονισμό» στον πιο πρόσφατο «τσαβισμό». Και σε αυτή την περίπτωση παρατηρούμε μια σημαντική μεταφορά πόρων προς τα κάτω. Η απόλυτη φτώχεια μειώθηκε και το κοινωνικό κράτος έφτασε στην περιφέρεια, σε αυτούς που ήταν αποκλεισμένοι από τα ευεργετήματα του πετρελαϊκού πλούτου της Βενεζουέλας. Την ίδια στιγμή όμως η ανακατανομή πόρων επιτεύχθηκε με έναν αυταρχικό, «βοναπαρτικό» τρόπο, εντείνοντας τις πολιτικές ανισότητες και υποσκάπτοντας βασικούς δημοκρατικούς θεσμούς. Μπορεί κάποιος βέβαια να προτιμά την άμβλυνση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων - ακόμα και αν αυτή οδηγεί στην ένταση των πολιτικών. Αλλά είναι αναγκαίο να διατηρήσουμε το διαχωρισμό των δύο διαφορετικού τύπου ανισοτήτων αν θέλουμε να αποφύγουμε τη γενικευμένη σύγχυση.
Με βάση τα δύο παραπάνω παραδείγματα, είναι προφανές ότι η μονοδιάσταση θέση του Μπόμπιο πως ένα κόμμα, είτε είναι αριστερό είτε δεξιό, δεν βοηθάει τον ερευνητή να αναλύσει υβριδικές καταστάσεις. Υπάρχει τρόπος να διατηρήσουμε τη διάκριση εννοιολογώντας το δίπολο αριστερά-δεξιά κατά ένα διαφορετικό τρόπο, έναν τρόπο που δεν καταργεί αλλά συμπληρώνει τη θεώρηση του Μπόμπιο; Νομίζω πως ναι.

2. Η ιστορική εξέλιξη των δικαιωμάτων

Περνώντας από τον Μπόμπιο στον Μάρσαλ, κατά τον τελευταίο, το κίνημα για την εξάπλωση δικαιωμάτων «προς τα κάτω» ξεκίνησε ήδη στο 17ο αιώνα. Στην περίοδο αυτή όμως λόγω της «συγχώνευσης» (δηλ. της μη διαφοροποίησης) των διάφορων θεσμικών χώρων, τα δικαιώματα ήταν και αυτά μη διαφοροποιημένα (1964: 73). Μόνο κατά το 18ο και 19ο αιώνα, όταν οι θεσμοί διαφοροποιήθηκαν, διακρίνουμε μια διαδικασία διαχωρισμού των δικαιωμάτων - διαδικασία κατά την οποία κάθε κατηγορία δικαιωμάτων (ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά) αρχίζει να προσλαμβάνει τη δική της λογική και δυναμική τροχιά .
Πρώτα αναπτύχθηκαν οι ατομικές πτυχές της ιδιότητας του πολίτη. Δηλαδή τα ατομικά δικαιώματα που είχαν σχέση με την ιδιοκτησία, την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Αυτά τα δικαιώματα σταδιακά κατεδάφισαν τις φεουδαρχικές αρχές της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και καθιέρωσαν σε πιο σταθερή βάση την αρχή της ισότητας έναντι του νόμου. Επομένως, είναι στη σφαίρα του δικαίου και ιδιαίτερα στην αρένα των δικαστηρίων που διαπιστώνουμε την πρώτη στροφή από τον «υπήκοο» στον «πολίτη», από μια κατάσταση κατά την οποία διαφορετικοί νόμοι και δικαστικές διαδικασίες ίσχυαν για διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, σε μια κατάσταση όπου όλοι ήταν ίσοι ενώπιον των κυριότερων νομικών κωδίκων της εθνικής κοινότητας.
Το δεύτερο βήμα προς μια «αποφεουδαρχημένη» κοινότητα πολιτών συντελέστηκε στο 19ο αιώνα με την εξάλειψη περιορισμών σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος της ψήφου και της εκλογής στο Κοινοβούλιο. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής περιόδου η έμφαση μετατοπίστηκε από τη δικαστική σφαίρα στη νομοθετική, καθώς η πολιτική συμμετοχή αυξήθηκε και ενοποιήθηκε η κοινότητα των πολιτών όχι μόνο σε μια νομική αλλά και σε μια πολιτική βάση.
Τέλος, σύμφωνα με τον Μάσραλ, η τρίτη μεγάλη πρόοδος στην πορεία συγκρότησης μιας ενοποιημένης κοινότητας των πολιτών (civic community) συντελέστηκε τον 20ο αιώνα με την ανάπτυξη των κοινωνικών δικαιωμάτων - το δικαίωμα του καθένα για αξιοπρεπή παιδεία, υγειονομική περίθαλψη και φροντίδα για τα γηρατειά. Κατά τη διάρκεια της φάσης αυτής η θεσμική εστίαση μετακινήθηκε πάλι, αυτή τη φορά όμως από την πολιτική στην κοινωνική σφαίρα, καθώς αποτέλεσε αντανάκλαση της μαζικής ανάπτυξης σχολείων, νοσοκομείων, κοινοτικών κέντρων παροχής υγειονομικής περίθαλψης κτλ. Η θέσπιση κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελεί κίνηση, αν και διστακτική, από την τυπική προς την ουσιαστική ισότητα, από τις ταξικές ανισότητες στη σχετική ισότητα των ατόμων ως πολιτών. Διότι, ενώ οι ταξικές ανισότητες εύκολα υπονομεύουν και την ισότητα έναντι του νόμου και την αρχή της ισότητας της ψήφου, η εξάπλωση των κοινωνικών δικαιωμάτων δίνει περισσότερη υπόσταση και νόημα στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Διασφαλίζει ότι η νομική και πολιτική συμμετοχή του λαού στην κοινότητα των πολιτών δεν αποτελεί μια απλή τυπική διαδικασία.
Φυσικά, το γεγονός αυτό δε σημαίνει ότι η ανάπτυξη των κοινωνικών πτυχών της ιδιότητας του πολίτη εξαλείφει τις ταξικές ανισότητες. Αυτό που σημαίνει είναι ότι υπάρχει πλέον μια καλύτερη, πιο στέρεα ισορροπία μεταξύ της αρχής της ισότητας/αλληλεγγύης, όπως εκφράζεται με την έννοια της ιδιότητας του πολίτη, και της ταξικής αρχής της ανισότητας/ανταγωνισμού (1964: 84). Με άλλα λόγια, υπό καπιταλιστικές συνθήκες, τα δικαιώματα των πολιτών δεν μπορούν να εξαλείψουν τις ταξικές ανισότητες, μπορούν όμως να μετριάσουν τις χειρότερες υπερβολές τους.
Μπορεί μεν ο Μάρσαλ να περιγράφει τα ευρύτερα μακρο-στάδια στη συγκρότηση της κοινότητας των πολιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο, ποιοι είναι όμως οι βασικοί μηχανισμοί που εξηγούν έναν τέτοιο μετασχηματισμό; Ως προς το ερώτημα αυτό, τα κείμενα του Μάρσαλ είναι λιγότερο διαφωτιστικά. Είναι σαφές, ότι κύριος στόχος του ήταν να δώσει μια λεπτομερή περιγραφή μάλλον παρά μια εξήγηση του μετασχηματισμού αυτού. Στο βαθμό όμως που αναφέρεται στους μηχανισμούς μετασχηματισμού, η οπτική του γωνία είναι αυτή του φορέα δράσης. Η εξάπλωση των δικαιωμάτων έχει σχέση με συλλογικούς φορείς δράσης και τους αγώνες τους. Για παράδειγμα, οι κοινωνικές πτυχές της ιδιότητας του πολίτη δεν θα είχαν καταστεί δυνατές χωρίς την πρότερη απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων που επέτρεψαν στα λαϊκά στρώματα να οργανωθούν πολιτικά. Επιπλέον, μόνο όταν τα ατομικά δικαιώματα της ελευθερίας του λόγου και του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι ασκήθηκαν συλλογικά (με τη δημιουργία μαζικών εργατικών συνδικάτων και κομμάτων) δημιουργήθηκε η δυνατότητα κράτους πρόνοιας (1964: 111).

3. Από τον Μάρσαλ στον Πάρσονς

Όταν ο Πάρσονς, ο πατέρας της σύγχρονης κοινωνιολογικής θεωρίας, ενσωμάτωσε στοιχεία της θεωρίας του Μάρσαλ για την ιδιότητα του πολίτη, τα τοποθέτησε εντός μιας ευρύτερης εξελικτικής και συγκριτικής προοπτικής (Πάρσονς 1971). Όπως έχω ήδη επισημάνει, στην ανάλυση του Μάρσαλ η θεωρία του πάνω στους μηχανισμούς που εξηγούν την εξέλιξη των δικαιωμάτων της κοινωνικής διαφοροποίησης ούτε σαφής είναι, ούτε έχει κάποια ισχυρή εξηγητική λειτουργία. Από την άλλη μεριά, στην ανάλυση του Πάρσονς το νεο-εξελικτικό πλαίσιο της κοινωνικής διαφοροποίησης καταλαμβάνει κεντρική θέση. Το πλαίσιο αυτό του επιτρέπει και να περιγράφει με θεωρητικά πιο εκλεπτυσμένο τρόπο τη μακρόχρονη εξελικτική πορεία της ιδιότητας του πολίτη στις σύγχρονες κοινωνίες και να εξηγεί την τάση αυτή από μια λειτουργιστική (αλλά όχι τελεολογική, ντετερμινιστική), συστημική σκοπιά (1966, 1977).

Α) Για τον Πάρσονς, η πρώτη μεγάλη καινοτόμος ρήξη στη μετάβαση από μια λιγότερο σε μια περισσότερο διαφοροποιημένη κατάσταση συντελέστηκε με την Αγγλική Βιομηχανική Επανάσταση. Αυτός ο μεγάλος μετασχηματισμός οδήγησε στη συγκρότηση ενός οικονομικού υποσυστήματος το οποίο σαφώς διαχωρίζεται από τα άλλα τρία κύρια
παρσονικά υποσυστήματα (το πολιτικό, το κοινωνικό και το πολιτισμικό). Η κοσμογονική βιομηχανική αλλαγή απελευθέρωσε τους τρεις «συντελεστές της παραγωγής» (δηλαδή τη γη, το κεφάλαιο και την εργασία) από παραδοσιακούς περιορισμούς. Δημιούργησε έτσι έναν οικονομικό χώρο από κανόνες και αξίες διαφορετικές, διακριτές από αυτές των τριών άλλων θεσμικών υποσυστημάτων.
Είναι μέσα σε αυτόν το διαφοροποιημένο χώρο που ο αμερικανός θεωρητικός τοποθετεί την αντίληψη του Μάρσαλ για την ανάπτυξη των ατομικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για ατομικά δικαιώματα που σχετίζονται με την ιδιοκτησία, με τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, με την ελευθερία όλων να πωλούν την εργατική τους δύναμη ως εμπόρευμα σε αυτόν που δίνει περισσότερα. Πρόκειται για όλα εκείνα τα δικαιώματα που καθιερώνουν την ισότητα όλων ενώπιον του νόμου αλλά και ενώπιον της αγοράς, η οποία σαφώς διαφοροποιεί το οικονομικό από το κοινωνικό υποσύστημα (Πάρσονς 1971: 36).
Η δεύτερη μεγάλη ρήξη στη μακρόχρονη διαδικασία διαφοροποίησης συντελέστηκε με την Γαλλική Επανάσταση. Αυτή οδήγησε στη διακριτή ανάδυση μιας εθνικής κοινότητας που περικλείει όλα τα μέλη, όχι μόνο σε μια επιμεριστική αλλά σε μια καθολική βάση. Επομένως, μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, η έμφαση δόθηκε λιγότερο στην οικονομική ελευθερία και περισσότερο στην πολιτική ισότητα, όπως αυτή εκφράστηκε στην Γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εδώ, η ιδιότητα του πολίτη γίνεται η βασική έννοια: το αίτημα ολόκληρου του πληθυσμού για ένταξη στη βάση του δικαιώματος της ατομικής ψήφου (1971: 80). Επιπλέον, τα άτομα θεωρούνται όχι μόνο ελεύθερα και ίσα αλλά «επίσης δένονται με τους δεσμούς της εθνικής αυτόνομης κοινότητας» (1971: 83-4).
Με αυτή τη δημοκρατική επανάσταση η επιμεριστική αλληλεγγύη των προ-νεωτερικών κοινοτήτων (που βασίζονταν στην οικογένεια, στην εθνότητα, τη γλώσσα, τη θρησκεία κτλ.) παραχώρησε τη θέση της σε μια αλληλεγγύη που προσδιορίζεται πλέον κατά έναν καθολικό τρόπο, οδηγώντας σε μια μη κατακερματισμένη, εθνικά ενοποιημένη σύγχρονη κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο η αντίληψη του Μάρσαλ για την εξέλιξη των πολιτικών δικαιωμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο γενικεύεται και τοποθετείται από τον Πάρσονς σε ένα εννοιολογικό πλαίσιο το οποίο εστιάζει στη διαφοροποίηση των νεωτερικών κοινωνιών.
Τέλος, εάν η πρώτη καινοτόμος ρήξη συντελέστηκε στην Αγγλία και η δεύτερη στην Γαλλία, η τρίτη συντελέστηκε στο άλλο άκρο του Ατλαντικού Ωκεανού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η ανάπτυξη των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων συμπληρώθηκε, αν και με υποτυπώδη τρόπο, με το κοινωνικό δικαίωμα στην Παιδεία. Εδώ έλαβε χώρα η τρίτη επανάσταση: η εκπαιδευτική επανάσταση, η οποία ως προς τις συνέπειές της, έμελλε να αποδειχτεί τόσο κρίσιμης σημασίας όσο η βιομηχανική και η δημοκρατική που προηγήθηκαν.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πριν από την εκπαιδευτική επανάσταση, η πρόσβαση στην εκπαίδευση περιοριζόταν σε μια μικρή ελίτ. Η μάζα του πληθυσμού παρέμενε αγράμματη: «Η προσπάθεια παροχής εκπαίδευσης σε ολόκληρο τον πληθυσμό αποτέλεσε ένα ριζοσπαστικό ξεκίνημα [...] Επομένως, το κίνημα αυτό σήμαινε μια τεράστια επέκταση της ισότητας ευκαιριών [...] Η σχετικά σταθερή κατάσταση που επικρατούσε προς τα τέλη του 19ου αιώνα στην Ευρώπη επέτρεπε την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση σε μια μικρή ομάδα ελίτ, που ποτέ δεν ξεπέρασε το 5% της ηλικιακής αυτής ομάδας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έσπασαν αποφασιστικά το φράγμα αυτό. Το ποσοστό των νέων που λαμβάνουν κάποια ανώτατη μόρφωση υπολογίζεται στο 40% και συνεχώς αυξάνεται» (1971: 95).

Β) Εξετάζοντας τα κοινά στοιχεία που υπάρχουν στον Πάρσονς και στον Μάρσαλ για την εξέλιξη και την ανάπτυξη των δικαιωμάτων, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι και οι δυο θεωρητικοί μας έδωσαν μια υπεραισιόδοξη άποψη για την εξάπλωση των δικαιωμάτων και την ανάπτυξη της ιδιότητας του πολίτη κατά τον 20ο αιώνα. Γράφοντας σε εποχή (πριν την κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στη δεκαετία του 1970) που η καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη φαινόταν να είναι συμβατή με χαμηλά επίπεδα ανεργίας και παραδοσιακές, σοσιαλδημοκρατικές μορφές κράτους πρόνοιας, θεώρησαν ότι η απόκτηση δικαιωμάτων από τα μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα αποτελούσε μια σωρευτική, οιονεί μη αναστρέψιμη διαδικασία.
Η απότομη απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών και η άνοδος των νεοφιλελεύθερων ιδεολογιών δημιούργησαν ένα μεταψυχροπολεμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η ισορροπία κεφαλαίου και εργασίας ανατράπηκε σε βάρος της εργασίας. Πρόκειται για ένα πλαίσιο όπου ταξικά πολιτικά κόμματα και ιδεολογίες βρίσκονται σε παρακμή και όπου η απειλή του κομμουνισμού δε λειτουργεί πλέον ως κίνητρο για τη βελτίωση της τύχης των περιθωριοποιημένων τμημάτων του πληθυσμού στον Τρίτο ή/και στον Πρώτο κόσμο. Κατά μια έννοια, η σημερινή κατάσταση, από άποψη σχέσεων εργασίας-κεφαλαίου, θυμίζει αυτήν που επικρατούσε στα πρώτα στάδια εκβιομηχάνισης, όπου η καχεκτική οργάνωση του βιομηχανικού προλεταριάτου που μόλις είχε κάνει την εμφάνισή του στο προσκήνιο, καθώς και ο μη παρεμβατικός χαρακτήρας του κράτους είχαν οδηγήσει σε ακραίες μορφές εκμετάλλευσης (βλ. Τόμσον 1963). Μια τέτοια ανισορροπία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας διαπιστώνουμε και σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο. Η εκπληκτική κινητικότητα του πολυεθνικού κεφαλαίου, οι δυσκολίες οργάνωσης σε παγκόσμιο επίπεδο που αντιμετωπίζει η εργασία, και η απουσία παγκόσμιας διακυβέρνησης με κοινωνικό προσανατολισμό οδηγούν σε νέες μορφές υπερεκμετάλλευσης τόσο στο επίπεδο του κράτους-έθνους όσο και στο επίπεδο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και κοινωνίας. Σε αυτή τη νέα κατάσταση που ούτε ο Μάρσαλ ούτε ο Πάρσονς προέβλεψαν, τα ατομικά πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που φάνηκαν τόσο αμετάκλητα εδραιωμένα έχουν σοβαρά υπονομευθεί.
Για να είμαστε δίκαιοι, ούτε η αντίληψη του Μάρσαλ ούτε αυτή του Πάρσονς για την εξέλιξη και ανάπτυξη των δικαιωμάτων είναι, με την ακριβή έννοια του όρου, ντετερμινιστική/τελεολογική. Όμως, σε αυτό το σημείο, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στους δύο θεωρητικούς. Ο πολύ διστακτικός εξελικτισμός του πρώτου τον οδήγησε να θεωρήσει τους μηχανισμούς που οδηγούν στην ανάπτυξη των δικαιωμάτων από τη σκοπιά των φορέων δράσης. Για αυτόν, ο παράγοντας που εξηγεί όχι μόνο τις διαδικασίες του αυξανόμενου εκδημοκρατισμού αλλά και της διάχυσης των κοινωνικών δικαιωμάτων προς τα κάτω ήταν κυρίως η απόκτηση του δικαιώματος της ψήφου από την εργατική τάξη. Επομένως, ο Μάρσαλ δεν θα είχε καμιά δυσκολία να αποδεχτεί, χωρίς ριζική μετατροπή του εννοιολογικού του πλαισίου, τη σημερινή πρόκληση που αντιμετωπίζει η εξάπλωση των δικαιωμάτων.
Για τον Πάρσονς η κατάσταση είναι διαφορετική. Στην περίπτωσή του το αισιόδοξο σενάριο είναι ενσωματωμένο στο εννονολογικό σχήμα που χρησιμοποιεί. Αυτά που συμβαίνουν σήμερα όχι μόνο δεν είχαν προβλεφθεί από αυτόν, αλλά αμφισβητούν επίσης το υπερσυστημικό, λειτουργιστικό του πλαίσιο. Ο Πάρσονς, τοποθετώντας την ανάπτυξη των δικαιωμάτων εντός της θεωρίας του περί κοινωνικής διαφοροποίησης, κατέστησε δυνατή τη σύγκριση της διαδικασίας εξάπλωσης των δικαιωμάτων σε διάφορες ανεπτυγμένες κοινωνίες και της διασύνδεσής της με τις ευρύτερες μακρο-ιστορικές εξελίξεις. Από την άλλη μεριά, το λειτουργιστικό του σχήμα είναι κατασκευασμένο με τέτοιο τρόπο που δεν είναι σε θέση να «χωρέσει» το γεγονός ότι η διαφοροποίηση μπορεί, σε συνθήκες ύστερης νεωτερικότητας, να θεσμοποιηθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: ορισμένοι εξ αυτών ενθαρρύνουν, ενώ άλλοι αποθαρρύνουν ή ορθώνουν εμπόδια στην εξάπλωση των δικαιωμάτων προς τα κάτω. Με άλλα λόγια, το νεο-εξελικτικό πλαίσιο του αμερικανού θεωρητικού εμποδίζει το μελετητή της νεωτερικότητας να συνειδητοποιήσει ότι ο συντονισμός θεσμικών, διαφοροποιημένων χώρων μπορεί να πάρει και ισόρροπες και μη ισόρροπες μορφές, ή ότι η ένταξη των λαϊκών στρωμάτων στην εθνική κοινότητα μπορεί, σε ό,τι αφορά την απόκτηση δικαιωμάτων, να είναι αυτόνομη αλλά και ετερόνομη.
Αυτή η αδιαφορία απέναντι στη δυνατότητα ύπαρξης άκρως διαφοραποιημένων αλλά συγχρόνως άνισων, μη ισόρροπων, αυταρχικών κοινωνικών διευθετήσεων οφείλεται στο γεγονός ότι ο παρσονικός λειτουργισμός, όπως έχουν επισημάνει πολλοί επικριτές του, δίνει υπερβολική έμφαση στο σύστημα, ενώ υποτονίζει τους φορείς δράσης. Στο μέσο και ύστερο έργο του, η υπερσυστημική παρσονική εννοιολόγηση οδήγησε στο να δοθεί περισσότερο βαρύτητα στο πώς ρόλοι και θεσμικά υποσυστήματα διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των φορέων δράσης και λιγότερο στο πώς οι φορείς αυτοί κατασκευάζουν, αναπαράγουν και μετασχηματίζουν τις θεσμικές δομές (Μουζέλης 1995: 69-81). Με άλλα λόγια, έδωσε υπερβολική έμφαση στους κοινωνικούς φορείς ως παράγωγα παρά ως παραγωγούς του κοινωνικού τους κόσμου.
Σαν αποτέλεσμα αυτής της θεώρησης, τα τέσσερα παρσονικά υποσυστήματα (το οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό) διαφοροποιούνται κατά τέτοιο τρόπο που υπάρχει μια σαφής τάση ισόρροπου συντονισμού τους. Το καθένα, στη διαδικασία του εκσυγχρονισμού, διατηρεί την αυτονομία του, την ιδιαίτερη λογική του. Δεν υπάρχει κυριαρχία της μια λογικής πάνω στις άλλες. Βέβαια δεν χρειάζεται να τονίσω πως η παρσονική θεωρία περί αρμονικής, ισόρροπης ανάπτυξης μεταξύ σχετικά αυτόνομων θεσμικών χώρων δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε τον αυταρχικό κινεζικό εκσυγχρονισμό, ούτε τον λιγότερο αυταρχικό, τωρινό νεοφιλελεύθερο δυτικό εκσυγχρονισμό όπου η λογική της αγοράς αμβλύνει τις λογικές και αξίες των άλλων θεσμικών χώρων.

4. Πέρα από τη δεξιά και την αριστερά

Όπως ήδη ειπώθηκε, σήμερα η διάκριση αριστερά-δεξιά αμφισβητείται. Για πολλούς κοινωνικούς επιστήμονες, η διάκριση είναι τελείως άχρηστη και παραπλανητική. Για άλλους η διάκριση ήταν μεν χρήσιμη στην πρώιμη νεωτερικότητα αλλά σήμερα έχει λιγότερη ευριστική χρησιμότητα. Άρα πρέπει να στοχεύουμε όχι στην κατάργηση αλλά στην υπέρβασή της. Το επιχείρημα που θα αναπτύξω εδώ είναι πως η διάκριση παραμένει χρήσιμη για την ανάλυση του πολιτικού και κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι όχι μόνο στην πρώιμη αλλά και στην τωρινή μεταβιομηχανική νεωτερικότητα. Θα αναπτύξω αυτή τη θέση ασκώντας κριτική στο βιβλίο του γνωστού κοινωνιολόγου Α. Γκίντενς, βιβλίο που έχει ως τίτλο Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς (1994).

Α) Από την παράδοση στον αναστοχαστικό εκσυγχρονισμό

Οι απόψεις του Γκίντενς πάνω στα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κοινωνίες μας έχουν ως θεωρητικό υπόβαθρο ένα ιδεοτυπικό μοντέλο τριών σταδίων. Αυτό επιχειρεί να διερευνήσει πώς μερικές πλευρές της κοινωνικής οργάνωσης, του πολιτισμού και της προσωπικότητας αλλάζουν καθώς οι κοινωνίες περνούν από μια παραδοσιακή φάση σε μια φάση πρώιμης και τελικά ύστερης νεωτερικότητας.
Σε παραδοσιακές καταστάσεις κώδικες με τυποποιημένες «αλήθειες» καθορίζουν αυστηρά το περιθώριο λήψης αποφάσεων του ατόμου. Από πρακτικές αποφάσεις που αφορούν τον γάμο, το μέγεθος της οικογένειας και την καθημερινή συμπεριφορά ως εκείνες που άπτονται θεμελιωδών υπαρξιακών προβλημάτων ζωής ή θανάτου, η παράδοση παρέχει τυποποιημένες συνταγές δράσης τις οποίες τα άτομα ακολουθούν λίγο-πολύ αυτόματα. Στην πρώιμη νεωτερικότητα, από την άλλη πλευρά, οι παραδοσιακές βεβαιότητες αντικαθίστανται από «συλλογικές». Η «προοδευτικότητα» (π.χ. η πίστη του Διαφωτισμού στην απεριόριστη τελειοποίηση του ανθρώπου και της κοινωνίας), οι γραφειοκρατίες του εθνικού κράτους που επιβάλλουν «εσωτερική ειρήνευση» και ασκούν διάχυτη επιτήρηση, η συλλογική ταξική οργάνωση, όλοι αυτοί οι μηχανισμοί δρουν στην πρώιμη νεωτερικότητα με τρόπο που προσομοιάζει αρκετά με αυτόν της παράδοσης. Παρέχουν στα κοινωνικά μέλη ένα νόημα για τη ζωή και καθαρές κατευθυντήριες γραμμές ή κανόνες που μειώνουν δραστικά τα πεδία όπου πρέπει να ληφθούν αποφάσεις.
Με την παγκοσμιοποίηση ωστόσο τόσο οι παραδοσιακές όσο και οι συλλογικές βεβαιότητες υποχωρούν ή εξαφανίζονται. Η υπέρβαση της παραδοσιακής κοινωνίας δημιουργεί μια κατάσταση όπου οι ρουτίνες χάνουν τη σημασία τους και την αναμφισβήτητη ηθική τους βαρύτητα. Δημιουργεί μια κατάσταση όπου τα άτομα δεν μπορούν να καταφύγουν ούτε σε παραδοσιακές αλήθειες ούτε σε συλλογικές ιδεολογίες/βεβαιότητες όταν λαμβάνουν αποφάσεις στην καθημερινή τους ζωή. Στερημένοι από την παραδοσιακή ή συλλογική καθοδήγηση καλούνται, με άλλα λόγια, να χειριστούν «κενά πεδία». Από το αν θα παντρευτούν ή όχι και το αν θα κάνουν ή όχι παιδιά μέχρι του ποιον τρόπο ζωής να υιοθετήσουν και τί είδους ταυτότητα να πλάσουν (ακόμη και τί είδους φυσική εμφάνιση να θέσουν ως στόχο μέσω δίαιτας, αισθητικής χειρουργικής κτλ.), σε όλες αυτές τις περιοχές το άτομο πρέπει να είναι ιδιαιτέρως αναστοχαστικό, πρέπει να κατασκευάσει τη δική του «βιογραφία». Αυτό σημαίνει ότι ο νέος ατομισμός που διαδίδεται ταχύτατα σήμερα έχει πολύ λιγότερο να κάνει με εγωισμό και περισσότερο με αναστοχασμό, με το γεγονός ότι έχουμε περάσει από «απλές» σε «αναστοχαστικές» μορφές εκσυγχρονισμού (1991).

Β) Η υπέρβαση της διάκρισης αριστερά-δεξιά

Για τον Γκίντενς η διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς λειτουργούσε ως μια βασική οργανωτική αρχή στην πολιτική της πρώιμης νεωτερικότητας. Ωστόσο, εν όψει των εξελίξεων στον τομέα του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού, χρειάζεται κριτική επανεξέταση των δύο αυτών όρων. Πρώτον, κατά τον άγγλο κοινωνιολόγο, ο βασικός στόχος της αριστερής πολιτικής δεν είναι η ισότητα ως αυτοσκοπός. Η ισότητα είναι σημαντική διότι είναι μια αναγκαία (αν και όχι επαρκής) προϋπόθεση για μια ποικιλία σκοπών και αξιών στους οποίους στοχεύει η αριστερά - σκοπών όπως η εξαφάνιση της φτώχειας, η κοινωνιακή συνοχή, η αυτοεκπλήρωση κτλ. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι καλύτερα να συνδέσουμε την έννοια της αριστεράς με τη χειραφέτηση μάλλον παρά με την ισότητα. Με τη χειραφέτηση όλων των πολιτών από τη φτώχεια, την πολιτική τυραννία, τις κοινωνικές διακρίσεις και την πολιτισμική χειραγώγηση.
Δεύτερον, και πολύ σημαντικό, η διάκριση αριστερά-δεξιά, ακόμη και όταν εκφράζεται με όρους χειραφέτησης, είναι πολύ περιοριστική. Εστιάζεται σε αυτό που ο Βέμπερ αποκαλούσε «ευκαιρίες ζωής» (life chances): για να χρησιμοποιήσουμε τη θεωρία του Μάρσαλ, εστιάζεται σε αγώνες για τη διάδοση των αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στα λαϊκά στρώματα. Στον αναστοχαστικό εκσυγχρονισμό όμως οι πολιτικές ευκαιριών ζωής αντικαθίστανται σταδιακά από «πολιτικές ζωής» (life politics). Ο Γκίντενς αντιλαμβάνεται τις πολιτικές ζωής ως πολιτικές που σχετίζονται λιγότερο με την ισότητα και περισσότερο με το πώς θα πρέπει κανείς να οργανώσει τη ζωή του σε ένα πλαίσιο ραγδαίας υπέρβασης της παραδοσιακής κοινωνίας. Με άλλα λόγια, έχει να κάνει με την κατασκευή ταυτοτήτων, με εναλλακτικούς και συχνά ανταγωνιστικούς τρόπους ζωής, με το κατά πόσον η εργασία θα πρέπει ή όχι να εξακολουθήσει να είναι η βασική οργανωτική αρχή της ζωής μας, με αμφιλεγόμενες πρακτικές, όπως η άμβλωση, η εξωσωματική γονιμοποίηση, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων κτλ.
Με δεδομένη αυτή τη μετάβαση από τον προβληματισμό της «χειραφέτησης» στον προβληματισμό των «τρόπων ζωής» οι παλαιές διαμάχες (π.χ. καπιταλιστές έναντι εργατών) αμβλύνονται. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί τη δυνατότητα σφυρηλάτησης νέων συμμαχιών, νέων κοινωνικών συμφωνιών που διαπερνούν τους συμβατικούς ταξικούς διαχωρισμούς. Αν πάρουμε υπόψη μας τα παραπάνω, το να υπερβούμε τη διάκριση αριστερά-δεξιά δεν οδηγεί στη μετανεωτερική θέση που πρεσβεύει ότι αυτοί οι όροι δεν έχουν νόημα. Η υπέρβαση σημαίνει απλώς ότι οι όροι είναι λιγότερο χρήσιμοι για την κατανόηση εμφανιζόμενων νέων πολιτικών που έχουν πολύ περισσότερο να κάνουν με τρόπους ζωής και κατασκευής ταυτοτήτων από ό,τι με θέματα ανακατανομής. Με άλλα λόγια, στην εποχή του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού οι πολιτικές ζωής παίζουν πιο κεντρικό ρόλο από τους αγώνες για τα αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που ο Μάρσαλ εξέτασε.

Γ) Δικαιώματα και η ένταξη στο κράτος-έθνος

Η κριτική μου στην άποψη του Γκίντενς περί υπέρβασης της διάκρισης αριστερά-δεξιά βασίζεται στη θεωρία περί νεωτερικότητας που ανέπτυξα πιο πάνω. Όπως ήδη αναφέρθηκε εκεί, το πιο βασικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας είναι μια διαδικασία πρωτοφανούς κοινωνικής κινητοποίησης η οποία περιθωριοποίησε ή κατέστρεψε τελείως τους παραδοσιακούς τοπικισμούς και υποχρέωσε τα άτομα να ενταχθούν στις διευρυμένες εθνικές αρρένες (οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές) του κέντρου. Αυτή η μαζική ένταξη/εισδοχή ανθρώπων στη «φαντασιακή κοινότητα» του κράτους έθνους (Άντερσον 1991) μπορεί να πάρει και αυτόνομες και ετερόνομες μορφές.
Στην περίπτωση της σχετικά αυτόνομης ενσωμάτωσης, για να χρησιμοποιήσουμε τη θεωρία του Μάρσαλ, αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα τα οποία σε προνεωτερικά πλαίσια περιορίζονταν σε ομάδες ελίτ διαχέονται «προς τα κάτω». Στην περίπτωση του ετερόνομου εκσυγχρονισμού υπήρξε ταυτόχρονα «εισδοχή» και «αποκλεισμός» των λαϊκών τάξεων. «Εισήχθησαν» με την έννοια ότι εντάχθηκαν αναπόδραστα στους συγκεντρωτικούς μηχανισμούς του έθνους-κράτους, της εθνικής αγοράς και της εθνικής εκπαίδευσης. Αποκλείονταν όμως σε ό,τι αφορά τη διάχυση των δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, στην Γερμανία του Μπίσμαρκ οι πολίτες, μέσω της καθολικής στρατολόγησης, εισάχθηκαν οριστικά στους μηχανισμούς επιτήρησης του εθνικού κράτους. Σε ό,τι όμως αφορά πολιτικά δικαιώματα ήταν αποκλεισμένοι.
Η αντίληψη του Γκίντενς για τη νεωτερικότητα, παρότι μη εξελικτική με την αυστηρή έννοια του όρου, δεν λαμβάνει υπόψη της τους διαφορετικούς τύπους εκσυγχρονισμού σε ό,τι αφορά τη διάδοση των δικαιωμάτων. Επομένως δεν προκαλεί έκπληξη ότι συνδέει με έναν μάλλον παραπλανητικό τρόπο τη δεξιά με εκείνους που αρνούνται τη νεωτερικότητα κατά τη φάση του πρώιμου εκσυγχρονισμού και την αριστερά με εκείνους που την προωθούν. Είναι βεβαίως αλήθεια ότι ο πολιτικός συντηρητισμός πήρε συχνά τη μορφή αντίστασης στην έλευση της νεωτερικότητας (π.χ. η αριστοκρατική αντίδραση στο βιομηχανικό καπιταλισμό). Από τη στιγμή όμως που η νεωτερικότητα έγινε μη αναστρέψιμη, και πολύ πριν από την έλευση του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού, ο συντηρητισμός έτεινε να επιλέγει ετερόνομες μορφές ένταξης των πολιτών στο εθνικό κέντρο (εξ ού και ο όρος αυταρχικός ή αντιδραστικός εκσυγχρονισμός).
Με βάση τα παραπάνω δεν υπάρχει υπέρβαση της διάκρισης αριστερά-δεξιά στην ύστερη, αναστοχαστική νεωτερικότητα. Δεν υπάρχει δηλαδή ασυνέχεια μεταξύ «ευκαιριών ζωής» και «πολιτικών ζωής». Στο βαθμό που και στις δυο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με δικαιώματα (κυρίως πολιτικά και κοινωνικοοικονομικά στην πρώτη και πολιτισμικά στη δεύτερη) η διάκριση αριστερά-δεξιά είναι και σήμερα εξίσου χρήσιμη. Για παράδειγμα, η αριστερά σήμερα είναι υπέρ και των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων αλλά και των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων ή των δικαιωμάτων των γυναικών στην άμβλωση. Με άλλα λόγια, ο Γκίντενς δεν «υπερβαίνει» τον Μάρσαλ, απλώς τον συμπληρώνει . Για να το επαναλάβω, η διάκριση αριστερά-δεξιά, στο βαθμό που έχει να κάνει με τη διάχυση δικαιωμάτων προς τα κάτω, είναι χρήσιμη για την κατανόηση των κοινωνικών διαμαχών και στην πρώιμη και στην ύστερη νεωτερικότητα.
Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στην ύστερη νεωτερικότητα τα πολιτισμικά δικαιώματα, σε περίοδο οικονομικής κρίσης όπως η σημερινή, παίζουν δευτερεύοντα ρόλο σε σχέση με τα οικονομικοκοινωνικά. Ο άνεργος, περιθωριοποιημένος οικογενειάρχης σήμερα ενδιαφέρεται λιγότερο για τον προβληματισμό γύρω από την τεχνητή γονιμοποίηση ή τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και περισσότερο για την οικονομική εξαθλίωση και την κοινωνική περιθωριοποίηση στην οποία βρίσκεται η οικογένειά του. Με άλλα λόγια, η σχέση μεταξύ ευκαιριών ζωής και τρόπων ζωής δεν είναι γραμμική. Εξαρτάται άμεσα από τον κύκλο ύφεσης/ανάπτυξης.

Γενικό συμπέρασμα

Με βάση τη σύντομη ανάλυση των θεωριών των Μπόμπιο, Μάρσαλ, Πάρσονς και Γκίντενς, νομίζω πως ο πιο χρήσιμος τρόπος ορισμού του τί είναι αριστερά και τί δεξιά, καθώς και αν η διάκριση έχει ξεπεραστεί ή όχι, είναι να εξετάσουμε πώς οι δύο αυτές έννοιες συνδέονται με τα δικαιώματα και τη σχέση που έχουν με τις κοινωνικές δομές της νεωτερικότητας (πρώιμης και ύστερης). Αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, γιατί πρωτοχρησιμοποιήθηκαν κατά την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν έχει νόημα να μιλάμε π.χ. για αριστερά και δεξιά όταν αναφερόμαστε στις πολιτικές διαμάχες μεταξύ «δημοκρατικών» και ολιγαρχικών κομμάτων στην αρχαία αθηναϊκή πολιτεία, όταν η πλειοψηφία του ενήλικου πληθυσμού όχι μόνο ήταν εκτός της πολιτικής αρένας αλλά και γιατί οι κομματικές διαμάχες δεν είχαν να κάνουν με τη σταδιακή έστω ένταξη των αποκλεισμένων (δούλων και γυναικών) στην πολιτική αρένα. Δεν έχει, με άλλα λόγια, νόημα να μιλάμε για αριστερά και δεξιά στο πλαίσιο της αρχαιότητας ή της προνεωτερικότητας πιο γενικά. Σε ένα πλαίσιο όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού ενός κοινωνικού σχηματισμού είναι πλήρως ενταγμένος σε παραδοσιακού τύπου, μη δομικά διαφοροποιημένες κοινότητες.
Η διάκριση αριστερά-δεξιά έχει νόημα όταν αναφερόμαστε λιγότερο σε γενικές/καθολικές έννοιες όπως η ισότητα ή η χειραφέτηση και περισσότερο στο ιστορικά συγκεκριμένο πλαίσιο της διαδικασίας ένταξης ενός πληθυσμού στο εθνικό κέντρο - ένταξη που μπορεί να πάρει αυτόνομες ή και ετερόνομες μορφές. Για να το επαναλάβω, στην πρώτη περίπτωση η ένταξη οδηγεί στη διάχυση δικαιωμάτων (αστικών, πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών) προς την κοινωνική βάση. Όταν η ένταξη παίρνει αυταρχικό χαρακτήρα, όταν οι «εισερχόμενοι» στο κέντρο έχουν υποχρεώσεις χωρίς δικαιώματα, τότε μιλάμε για μια αντιδραστική, συντηρητική, δεξιά διαδικασία. Με άλλα λόγια ο δημοκρατικός εκσυγχρονισμός συνδέεται με την αριστερά ενώ ο αυταρχικός με την αντιδραστική δεξιά.

Δημοσιεύτηκε στο "The book's Journal" (Ιούλιος 2014- τεύχος 45)