Κυριακή, 24 Οκτώβριος 2021

Περί νεωτερικότητας

Παρά το ότι έχω ασχοληθεί ξανά με την έννοια της νεωτερικότητας σε σχέση με την Ελλάδα και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες, σε αυτό το κείμενο θα ασχοληθώ πιο γενικά/θεωρητικά με το θέμα. Η νεωτερικότητα συνδέεται κυρίως με την Γαλλική Επανάσταση. Μια επανάσταση που κατάργησε τον φεουδαρχισμό του ancient regime, εναντιώθηκε στην απολυταρχία του θρόνου, στον θρησκευτικό σκοταδισμό και στις λαϊκές δεισιδαιμονίες. Στήριξε δηλαδή τις αξίες της λογικής ανάλυσης των φαινομένων, την επιστημονική πρόοδο και την αυτονομία του ατόμου. Ο παραπάνω ορισμός της νεωτερικότητας δεν είναι ικανοποιητικός. Δεν τονίζει την ιδιαιτερότητα των νεωτερικών κοινωνιών σε σχέση με τις προνεωτερικές. Αυτό είναι προφανές αν λάβουμε υπόψη μας πως μερικές από τις αξίες και συμπεριφορές που αναδύθηκαν στην περίοδο του Γαλλικού Διαφωτισμού τις παρατηρούμε και σε μη νεωτερικές κοινωνίες. Τις βλέπουμε για παράδειγμα στους προ και μετα-σωκρατικούς φιλοσόφους, καθώς και στους μαθητές τους (βλ. Minois 1998). Το ίδιο ισχύει αν επικεντρωθούμε σε κοινωνικοπολιτισμικά φαινόμενα, όπως η αυξανόμενη αναστοχαστικότητα, η υπαρξιακή αγωνία, η αμφισημία κτλ. Χαρακτηριστικά που μπορεί ένας ιστορικός να τα βρει, στο επίπεδο των ελίτ, στα μεγάλα αστικά κέντρα της ελληνιστικής περιόδου – όπως για παράδειγμα στην Αλεξάνδρεια, την Αντιόχεια και την Ρόδο (βλ. Ferguson 1969).
Αν θέλουμε να καταλάβουμε την ιδιαιτερότητα του νεωτερικού φαινομένου είναι απαραίτητο να εστιάσουμε λιγότερο στις αξίες και τη γενική κουλτούρα και περισσότερο στην κοινωνική οργάνωση που βλέπουμε στην περίοδο της ανάπτυξης του βιομηχανικού καπιταλισμού και της ανάδυσης του έθνους κράτους τον 19 ο αιώνα. Είναι σε αυτή την περίοδο που αναδύονται τα τρία βασικά δομικά χαρακτηριστικά των νεωτερικών κοινωνιών:
- Η μαζική ένταξη του πληθυσμού στο κράτος έθνος.
- Η ολική διαφοροποίηση των θεσμικών χώρων.
- Η διάχυση της εξατομίκευσης από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας.

Μαζική ένταξη στο εθνικό κέντρο

Χρησιμοποιώντας την ορολογία του Durkheim μπορούμε να υποστηρίξουμε πως οι προνεωτερικές, παραδοσιακές κοινωνίες είχαν μια μη διαφοροποιημένη κοινωνική οργάνωση. Από αυτή την άποψη ήταν αυτάρκεις, σχετικά αυτόνομες έναντι περισσότερο συμπεριληπτικών κοινωνικών ομάδων. Στην Δύση η τοπικιστική αυτή αυτάρκεια υπονομεύτηκε πρώτα από το απολυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης που πήρε την πλέον αναπτυγμένη μορφή του στην Γαλλία του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Εκείνη την εποχή, με δεδομένες τις τεχνολογικές εξελίξεις στην στρατιωτική σφαίρα και τον διακρατικό ανταγωνισμό, το απολυταρχικό μοντέλο διαδόθηκε σε όλη την ηπειρωτική Ευρώπη – ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την κυριαρχία του έθνους κράτους κατά τον 19ο και 20ο αιώνα. Αυτό οδήγησε στην σταδιακή αποδυνάμωση του παραδοσιακού τοπικισμού και στη μαζική κινητοποίηση και ένταξη του πληθυσμού στις ευρύτερες οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αρένες του έθνους κράτους. Η εν λόγω διαδικασία ένταξης μπορεί να θεωρηθεί ως μια τεράστια μετατόπιση πόρων από την περιφέρεια στο εθνικό κέντρο.
Από την οπτική των φορέων δράσης μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια διαδικασία συγκέντρωσης στην κορυφή όχι μόνο των μέσων οικονομικής παραγωγής αλλά επίσης εκείνων της βίας/κυριαρχίας όπως και εκείνων της επιρροής/πολιτισμικής παραγωγής. Καθώς το κέντρο βάρους μετατίθεται από την περιφέρεια στο κέντρο, οι ταυτότητες των ανθρώπων διαμορφώνονται όλο και περισσότερο από τους εθνικούς θεσμούς και ιδεολογίες. Οι άνθρωποι που ζουν στην περιφέρεια ταυτίζονται πλέον λιγότερο με τις τοπικές κοινωνίες και περισσότερο με το εθνικό κέντρο. Αισθάνονται για παράδειγμα λιγότερο πατρινοί και περισσότερο έλληνες. Εισέρχονται σε αυτό που ο B. Anderson (1991) αποκαλεί φαντασιακή κοινότητα του έθνους κράτους. Οι παραπάνω διαδικασίες υποδεικνύουν πως στη νεωτερική εποχή το κράτος διεισδύει στην περιφέρεια κατά τρόπο που ήταν αδιανόητος στις προνεωτερικές κοινωνίες.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως η ένταξη στο εθνικό κέντρο έχει και αυτόνομες και ετερόνομες μορφές. Στην πρώτη περίπτωση μπορούμε να μιλάμε για δημοκρατικό εκσυγχρονισμό: αστικά, πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά δικαιώματα διαχέονται σταδιακά από το επίπεδο των ελίτ σε αυτό των λαϊκών στρωμάτων. Για παράδειγμα αυτό συνέβη στην Αγγλία του 19ου αιώνα και στις δυτικοευρωπαϊκές σοσιαλδημοκρατίες του 20ου. Από την άλλη μεριά, η ετερόνομη ένταξη οδηγεί στο κέντρο την πλειονότητα του πληθυσμού (ένταξη στον εθνικό στρατό, στο εθνικό σύστημα παιδείας, στις εθνικές αγορές), χωρίς όμως τη διάχυση δικαιωμάτων προς τα κάτω. Πρόκειται για έναν αυταρχικό εκσυγχρονισμό κατά τον οποίο οι πολίτες είναι «εντός» του εθνικού κέντρου σε ό,τι αφορά τις λειτουργίες ενός αυταρχικού συστήματος εξουσίας και «εκτός» αναφορικά με την απόκτηση δικαιωμάτων. Για παράδειγμα στην Πρωσία του 18ου και 19ου αιώνα υπήρξε μαζική ένταξη στον στρατιωτικό και ιδεολογικό χώρο, χωρίς όμως την παροχή πολιτικών δικαιωμάτων. Το ίδιο φαινόμενο, πολύ εντονότερο, παρατηρούμε στη ναζιστική Γερμανία και στην σταλινική Σοβιετική Ένωση. Επομένως είναι λάθος να ταυτίζουμε, όπως γίνεται συχνά, τον εκσυγχρονισμό (modernization) με τον εκδημοκρατισμό. Ο εκσυγχρονισμός μπορεί να πάρει τόσο χειραφετημένες όσο και χειραγωγημένες μορφές ένταξης στο κράτος έθνος.

Ολική διαφοροποίηση θεσμικών χώρων

Περνώντας τώρα από την σκοπιά των φορέων δράσης σε μια πιο συστημική προσέγγιση, ένα δεύτερο δομικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας είναι η πρωτοφανής κοινωνική διαφοροποίηση καθώς οι θεσμικοί χώροι της οικονομίας, της πολιτικής εξουσίας και του πολιτισμού τείνουν να αποκτήσουν ξεχωριστή δυναμική, λογική και αξίες. Παρόμοιου τύπου διαφοροποιήσεις μπορούμε βεβαίως να συναντήσουμε και σε προνεωτερικούς κοινωνικούς σχηματισμούς (για παράδειγμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία). Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως η διαφοροποίηση περιορίζεται στην κορυφή. Ο κύριος κορμός της κοινωνίας εξακολουθεί να είναι οργανωμένος βάσει της μη διαφοροποιημένης παραδοσιακής κοινότητας (βλ. Marx 1959/1864). Ακριβώς αυτή η σταδιακή έκλειψη του δυισμού μεταξύ ενός θεσμικά διαφοροποιημένου κέντρου και μιας μη διαφοροποιημένης περιφέρειας χαρακτηρίζει τη νεωτερικότητα.
Με την ολική διαφοροποίηση της κοινωνίας σε σχετικά αυτόνομους θεσμικούς χώρους τίθεται το πρόβλημα του συντονισμού αυτών των χώρων. Στην πρώιμη νεωτερικότητα ο συντονισμός πραγματοποιείται κυρίως μέσω της κυριαρχίας του πολιτικού. Και αυτό γιατί, αντίθετα με τη μαρξιστική θεώρηση της κοινωνικής αλλαγής, η μετάβαση από το προνεωτερικό στο πρώιμο νεωτερικό στάδιο, δηλαδή η μετάβαση από την παραδοσιακή κυριαρχία στο έθνος κράτος, έγινε λιγότερο μέσω της επέκτασης των αγορών και περισσότερο μέσω της κρατικής επέκτασης και της διείσδυσης της κρατικής μηχανής στην περιφέρεια (Tilly 1975).

Ευρεία εξατομίκευση

Η διάκριση του Durkheim (1964/1893) μεταξύ μηχανικής και οργανικής αλληλεγγύης είναι ένας τρόπος να συνδέσει κανείς την κοινωνική διαφοροποίηση με την εξατομίκευση. Κατά τον Durkheim, στις μη διαφοροποιημένες κοινωνίες η κοινωνική συνοχή βασίζεται στις κοινές αξίες και τους κανόνες που λίγο πολύ αυτόματα ασπάζονται όλα τα μέλη της κοινωνίας. Σταδιακά με τον αυξανόμενο καταμερισμό της εργασίας, οι κοινοί κανόνες αποδυναμώνονται. Το υποκείμενο έχει την ικανότητα να κρατά αποστάσεις από τα οικογενειακά και κοινοτικά δίκτυα αντιμετωπίζοντας έτσι τον εαυτό του ως ξεχωριστό άτομο. Για να το πω διαφορετικά, στην κατάσταση της μηχανικής αλληλεγγύης κυριαρχεί ό,τι έχει το υποκείμενο κοινό με τους άλλους. Από την άλλη μεριά, στην οργανική κατάσταση το κοινό περιθωριοποιείται (χωρίς ποτέ να εξαφανίζεται). Ενώ, στο επίπεδο της ατομικής συνείδησης, το διαφορετικό καθίσταται κυρίαρχο. Αυτό βέβαια υποδηλώνει την εξατομίκευση. Το πέρασμα από τη μηχανική στην οργανική αλληλεγγύη γίνεται μέσω των μηχανισμών του καταμερισμού της εργασίας. Ο καταμερισμός της εργασίας δεν οδηγεί μόνο στην εξειδίκευση, αλλά και στον πολλαπλασιασμό των ρόλων στην οικονομία και αλλού.

Η μοναδικότητα των νεωτερικών σχηματισμών

Θεωρώ πως η αποδυνάμωση της παραδοσιακής κοινότητας και η μαζική ένταξη του πληθυσμού στο εθνικό κέντρο, η ολική διαφοροποίηση των θεσμικών σφαιρών και η ευρεία εξατομίκευση, στη συνάρθρωσή τους, καταδεικνύουν τη μοναδικότητα της νεωτερικής κοινωνίας. Αυτή η συνάρθρωση δεν είναι δυνατόν να υπάρξει σε κανέναν προνεωτερικό κοινωνικό σχηματισμό. Συμπερασματικά, η μοναδικότητα της νεωτερικότητας αποδεικνύεται λιγότερο με πολιτισμικούς και περισσότερο με κοινωνικοδομικούς όρους. Τα κοινωνικοπολισμικά χαρακτηριστικά αποκτούν την ιδιότητα του μοναδικού μόνο όταν ειδωθούν στο πλαίσιο της κοινωνικοδομικής οργάνωσης.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 17/10/2021. 

Τα πυρηνικά υποβρύχια και η AUKUS

1. Η συμφωνία AUKUS μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου, ΗΠΑ και Αυστραλίας για την εγκατάσταση πυρηνικών όπλων σε υποβρύχια της τελευταίας, είναι μια κίνηση εξαιρετικά επικίνδυνη. Μπορεί να αλλάξει καθοριστικά την ισορροπία δυνάμεων στον σύγχρονο κόσμο. Σίγουρα θα αλλάξει την σχέση Κίνας και ΗΠΑ. Η Κίνα αντέδρασε με αίτηση να ενταχθεί στη Συνολική και Προοδευτική Συμφωνία στον Ειρηνικό Ωκεανό. Από την παραπάνω Συμφωνία είχε αποκλειστεί από τον πρόεδρο Τραμπ. Η Κίνα σήμερα απαίτησε ξανά την ένταξή της σε μια συμφωνία που κεντρικό ρόλο έπαιξε η Αυστραλία με στόχο την στενή συνεργασία μεταξύ αυτής και της Κίνας. Λόγω του AUKUS, είναι πολύ πιθανόν αυτή η πρόταση να απορριφθεί για μια ακόμα φορά από τις ΗΠΑ – πράγμα που θα επιβαρύνει περαιτέρω την σχέση Κίνας-ΗΠΑ. Αυτές οι εξελίξεις μπορεί να οδηγήσουν τον Κινέζο πρόεδρο να εντάξει την Ταϊβάν στη χώρα του με το σλόγκαν «μία χώρα, δύο συστήματα» όπως από καιρό θέλει. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, οι ΗΠΑ θα βρεθούνε μπροστά σε ένα δίλημμα. Τυπικά δεν υποχρεώνονται να υπερασπιστούν στρατιωτικά την Ταϊβάν. Αλλά δεν αποκλείεται να εμποδίσουν δυναμικά την κινεζική παρέμβαση. Όπως έγραψε ο Economist, η Ταϊβάν μπορεί να εξελιχθεί στην πιο επικίνδυνη χώρα στον κόσμο.
Όσο για την σχέση ΗΠΑ-Ευρώπης, η Γαλλία αντέδρασε δυναμικά στην Βρετανοαμερικανική συμφωνία. Γιατί είχε προηγουμένως έρθει σε συμφωνία με την Αυστραλία για τον εκσυγχρονισμό των υποβρυχίων της, αρχικά χωρίς εγκατάσταση πυρηνικών όπλων. Ο Γάλλος υπουργός εξωτερικών θεώρησε την AUKUS «μια πισώπλατη μαχαιριά». Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η γαλλική κυβέρνηση ανακάλεσε τους δύο πρέσβεις της από τις ΗΠΑ και την Αυστραλία. Επιπλέον, η Ευρωζώνη μέσω της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σε μια συζήτηση για την ασφάλεια της Ένωσης, κάλεσε την Ευρώπη να επιταχύνει την στρατηγική αυτονομία της ΕΕ από ΗΠΑ και Κίνα. Με αυτόν τον τρόπο, ο Μπάιντεν ουσιαστικά ενέτεινε την απομάκρυνση των ΗΠΑ από την Ευρώπη που ξεκίνησε ο Τραμπ.

2. Πώς εξηγούνται οι παραπάνω κινήσεις του Αμερικανού προέδρου; Νομίζω πως ο Μπάιντεν δεν αντιλαμβάνεται πως η άνοδος της Κίνας τα τελευταία 20 χρόνια έχει αλλάξει τη δομή του παγκοσμιοποιημένου κόσμου. Βέβαια οι ΗΠΑ, επειδή στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο επέβαλαν τους κανόνες λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας και επειδή έχουν τα πρωτεία στην έρευνα, θεωρητική και εφαρμοσμένη, θα εξακολουθήσουν να παίζουν τον ηγεμονικό ρόλο. Αλλά δεν μπορούν πλέον να αλλάξουν την τεκτονική αλλαγή που η άνοδος της κινεζικής υπερδύναμης επέφερε. Δηλαδή την εξάπλωση της κινεζικής επιρροής μέσω του «δρόμου του μεταξιού» που οδήγησε σε μαζικές επενδύσεις σε όλον σχεδόν τον πλανήτη – καθώς και μέσω της επίδρασης του κινεζικού μοντέλου ανάπτυξης σε φτωχές χώρες που ενδιαφέρονται λιγότερο για την ψήφο και περισσότερο για το ψωμί (η Κίνα μείωσε την απόλυτη φτώχεια σημαντικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες).
Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να ηγεμονεύουν, αλλά δεν μπορούν πια να αλλάξουν τον καθοριστικό μετασχηματισμό που η άνοδος του κινεζικού γίγαντα επέφερε. Γιατί δημιούργησε έναν μη αναστρέψιμο διαχωρισμό μεταξύ Δύσης και μη Δύσης – είτε η τελευταία είναι φιλική, αντιθετική ή ουδέτερη προς τις ΗΠΑ. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει αντιληφθεί ακόμα πως οι παραπάνω εξελίξεις δεν μπορούν να ανακοπούν. Επιμένει σε μια αυταπάτη πως τα πράγματα μπορεί να επιστρέψουν στο παρελθόν όπου η αμερικανική κυριαρχία ήταν ολοκληρωτική. Όμως η συνεχώς αυξανόμενη επιρροή της Κίνας είναι ένα ποτάμι που δεν γυρίζει πίσω.

3. Όσο εξακολουθεί ο Αμερικανός πρόεδρος την ιδεολογική σταυροφορία εναντίον της Κίνας, αυτό θα οδηγήσει αναπόφευκτα στη μη συνεργασία μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Άρα, οι παγκόσμιοι κίνδυνοι όπως η κλιμακούμενη οικολογική καταστροφή, η συνεχιζόμενη πανδημία και ένας δεύτερος Ψυχρός Πόλεμος που μπορεί να οδηγήσει σε ολική πυρηνική καταστροφή δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Για την αντιμετώπισή τους δεν αρκεί ο πολυπολισμός (multipolarity) που πολλοί προτείνουν. Απαιτείται επιπρόσθετα η συνεργασία των υπερδυνάμεων. Αν αυτό δεν συμβεί, σε περίπτωση σύγκρουσης, δεν θα υπάρχουν νικητές και νικημένοι όπως στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Θα υπάρχουν μόνο ηττημένοι.
Ας ελπίσουμε πως κάποια στιγμή ο Αμερικανός πρόεδρος θα το αντιληφθεί αυτό και θα έρθει ξανά σε επαφή με τη σημερινή πραγματικότητα. Αν γίνει αυτό, σίγουρα θα επιλέξει τη συνεργασία και όχι τον πόλεμο με την Κίνα. Θα επιλέξει τον ανταγωνισμό μέσω του εμπορίου και όχι μέσω των όπλων.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 25/9/2021. 

Πανδημίες και εξοπλισμοί

1. Η αντιμετώπιση της πανδημίας δεν θα είναι ποτέ αποτελεσματική αν συνεχιστεί η σημερινή διαχείριση. Ούτε οι G7, ούτε οι G20, ούτε οι διάφοροι διεθνείς οργανισμοί δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα. Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω προσπαθειών είναι αποκαρδιωτικό. Οδηγεί στην ένταση του χάσματος μεταξύ των ανεπτυγμένων/πλούσιων χωρών όπου οι εμβολιασμοί οδηγούν στην ανοσία της αγέλης και των φτωχών χωρών του τρίτου κόσμου όπου τα εμβόλια είναι λίγα και τα κρούσματα αναρίθμητα, κρούσματα που συχνά οδηγούν στο θάνατο.

2. Επειδή το πρόβλημα είναι παγκόσμιο, ο μόνος τρόπος να λυθεί είναι από φορείς δράσης που έχουν την πολιτική και οικονομική ισχύ να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ του πρώτου και του τρίτου κόσμου. Τρεις είναι αυτές οι δυνάμεις. Πρόκειται για δυνάμεις που ξοδεύουν αμύθητα ποσά για πυρηνικούς εξοπλισμούς σε μια ξέφρενη κούρσα που δεν έχει τέλος. Πρόκειται βέβαια για τις ΗΠΑ, την Κίνα και την Ρωσία. Αν και οι τρεις παραπάνω δυνάμεις αποφάσιζαν συγχρόνως να μειώσουν κατά 0,01% τους πόρους που κατευθύνονται σε νέους τρόπους καταστροφής του πλανήτη θα λύνονταν το πρόβλημα του εμβολιασμού όλων – αναπτυγμένων, αναπτυσσόμενων και των φτωχών χωρών της παγκόσμιας περιφέρειας.
Βέβαια, για πολλούς η παραπάνω πρόταση είναι ουτοπική. Και οι τρεις υπερδυνάμεις έχουν διαφορετικά συμφέροντα και στόχους. Η καθεμιά προσπαθεί όχι μόνο να διατηρήσει την ισορροπία τρόμου, αλλά και να ηγεμονεύσει σε αυτόν τον χώρο. Αναμφίβολα, το πώς θα εξελιχθεί αυτός ο παράλογος αγώνας δρόμου εξαρτάται όχι μόνο από τις πολιτικές ελίτ των εν λόγω υπερδυνάμεων, αλλά και από τα οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα με τα οποία συνδέονται. Και στις τρεις περιπτώσεις υπάρχει ένα πλέγμα το οποίο αποτελεί αυτό που C. Wright Mills ονόμασε «the rulling class» (η κυβερνώσα τάξη), η οποία αποτελείται από την κυβέρνηση, τους μεγάλους επιχειρηματίες και τις στρατιωτικές ηγεσίες. Βέβαια, ο Mills αναφερόταν κυρίως στις ΗΠΑ αλλά επειδή σήμερα ο καπιταλισμός κυριαρχεί με ελάχιστες εξαιρέσεις παντού, το τρίπτυχο του αμερικανού στοχαστή το βλέπουμε και στις τρεις υπερδυνάμεις.

3. Είναι παράλογη και ουτοπική η προτεινόμενη λύση; Ίσως λιγότερο από ό,τι φαίνεται αρχικά. Γιατί πρόκειται για μια αμοιβαία επωφελή λύση (win-win). Δηλαδή κανένας από τους τρεις παγκόσμιους παίκτες δεν θα βγει χαμένος. Η ισορροπία τρόμου δεν θα αλλάξει. Αυτό που θα αλλάξει είναι πως και οι τρεις παίκτες θα κερδίσουν ένα σημαντικό «παράσημο». Δηλαδή και η Ρωσία και η Κίνα και οι ΗΠΑ θα αυξήσουν αυτό που ο Bourdieu ονομάζει πολιτισμικό κεφάλαιο. Γιατί και οι τρεις θα συμβάλλουν καθοριστικά στη λύση της τωρινής πανδημίας και των επόμενων πανδημιών που σίγουρα θα ακολουθήσουν.

4. Σε αυτό το όραμα ένας άλλος παίκτης μπορεί να συμβάλλει θετικά. Είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Προφανώς δεν είναι σημαντική πυρηνική δύναμη. Αλλά στη σημερινή συγκυρία ακολουθεί μια «πολιτική αυτονομίας». Με την έννοια αυτή προσπαθεί, αντίθετα με τον αμερικανό πρόεδρο, να έχει καλές σχέσεις όχι μόνο με τις δυτικού τύπου δημοκρατίες αλλά επίσης με την Κίνα και την Ρωσία. Με άλλα λόγια, η ΕΕ μπορεί να παίξει έναν σημαντικό διαμεσολαβητικό ρόλο που θα βοηθούσε στην υλοποίηση της πρότασης διασύνδεσης της πανδημίας με την, έστω μικρή, μείωση των πυρηνικών εξοπλισμών.

5. Η παραπάνω προτεινόμενη λύση θα μπορούσε να εφαρμοστεί και σε άλλα πεδία συμβάλλοντας στην αλλαγή του σημερινού, αδιέξοδου τοπίου. Για παράδειγμα, σε αυτό της κλιματικής αλλαγής. Όλοι σχεδόν οι ειδικοί πιστεύουν πως οι στόχοι των μεγάλων χωρών για την απεξάρτηση από τον άνθρακα (decarbonization) δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν λόγω έλλειψης πόρων. Οι τρεις πυρηνικές δυνάμεις θα μπορούσαν να βοηθήσουν οικονομικά σε ό,τι αφορά αυτό το πρόβλημα χωρίς να αλλάξουν την ισορροπία δύναμης που αυτή την στιγμή υπάρχει μεταξύ τους.

Είναι θέμα βούλησης. Τα σημερινά προβλήματα είναι πιο παγκόσμια παρά ποτέ. Τόσο η αλλαγή του κλίματος που φέτος το καλοκαίρι έδειξε το ζοφερό μέλλον που μας περιμένει, όσο και η πανδημία που καλά κρατεί δεν πρόκειται να λυθούν χωρίς παγκόσμια συσπείρωση. Οι τρεις μεγάλες δυνάμεις, και η Ευρώπη στο μερίδιο που της αναλογεί, κρατούν τα κλειδιά της λύσης στα χέρια τους. Η, ίσως ουτοπική για πολλούς, παραπάνω πρόταση θα μπορούσε να αποτελέσει μια παραδειγματική αλλαγή διεξόδου από τον αδιέξοδο κλοιό που σφίγγει γύρω μας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 21/8/2021.

Εμβολιασμοί και δικαιώματα

Στις κοινωνικές επιστήμες, σε ό,τι αφορά την γνώση, δεν υπάρχει καμία καθολικότητα. Καμία θεωρία που αγνοεί το κοινωνικό πλαίσιο δεν είναι πειστική. Κάθε γενίκευση που αγνοεί την πλαισιοποίηση, είτε είναι λανθασμένη είτε είναι κοινότυπη.

1. Θα προσπαθήσω να καταστήσω την παραπάνω θέση πιο σαφή παίρνοντας ως παράδειγμα τον εμβολιασμό. Παντού οι σκεπτόμενοι πολίτες θεωρούν την πανδημία έναν «αόρατο εχθρό» που βάζει σε κίνδυνο την υγεία όλων. Συχνά ο ιός οδηγεί ακόμα και στον θάνατο. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια έκτακτη κατάσταση αντίστοιχη με αυτή του πολέμου, μια κατάσταση κατά την οποία μερικά δικαιώματα, εκ των πραγμάτων, αμβλύνονται ή/και καταργούνται. Για παράδειγμα, όταν κινδυνεύει μια χώρα να καταστραφεί ή να υποδουλωθεί, η αντίδραση είναι μια γενική κινητοποίηση όπου κάθε στρατεύσιμος που είναι υγιής υποχρεώνεται να καταταγεί στο στρατό και να πολεμήσει.

2. Στη χώρα μας, ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού θεωρεί πως έχει το δικαίωμα να μην εμβολιαστεί. Μερικοί λόγω υπερβολικού φόβου για τις αρνητικές επιπτώσεις του εμβολίου. Άλλοι λόγω κακής πληροφόρησης και σκοταδισμού. Άλλοι πάλι ως θύματα συνομωσιολογίας.
Η κυβέρνηση της ΝΔ ακολούθησε την στρατηγική της πειθούς. Υπήρξε ανεκτό να μην εμβολιαστούν ακόμα και οι γιατροί ή νοσηλευτές που έρχονται σε επαφή με ασθενείς με κορωνοϊό. Η «αυταρχική» επιβολή θεωρήθηκε παραβίαση του δικαιώματος κάθε πολίτη να αρνηθεί τον εμβολιασμό. Όπως ανέφερε ο πρωθυπουργός πρόσφατα, «δεν μπορώ να πιάσω κανέναν από τον λαιμό. Δεν μπορώ να καταστήσω τον εμβολιασμό υποχρεωτικό» (Καθημερινή, 4/7/21). Αυτή η στάση οδήγησε σε περισσότερα κρούσματα και θανάτους. Τελικά, μετά από μήνες καθυστέρησης, η κυβέρνηση αποφάσισε επιτέλους πως το υγειονομικό προσωπικό και όσοι απασχολούνται σε μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων να είναι υποχρεωμένοι να εμβολιαστούν. Αυτό όχι μόνο ήρθα αργά, αλλά και δεν αρκεί. Το ίδιο θέμα, φυσικά, έχει απασχολήσει τις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου. Κάποιες χώρες, όπως αρχικά η Ιταλία και στη συνέχεια η Γαλλία, προχώρησαν σε αντίστοιχες πρωτοβουλίες νωρίτερα.
Μερικοί υποστήριξαν πως ο υποχρεωτικός εμβολιασμός είναι αντίθετος με το Σύνταγμα. Άλλοι διαφώνησαν ως προς αυτό. Ευτυχώς, πρόσφατα, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε πως για λόγους «δημοσίου συμφέροντος» συγκεκριμένες ομάδες εργαζομένων (νοσηλευτικό προσωπικό, εργαζόμενοι σε σχολεία, σε μέσα μαζικής μεταφοράς κτλ.) είναι υποχρεωμένοι να εμβολιαστούν. Πιο γενικά, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τόνισε πως ο υποχρεωτικός εμβολιασμός όλου του πληθυσμού δεν παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων.

3. Παρόλ' αυτά, για τη στιγμή μια πιο ριζοσπαστική πολιτική εμβολιασμού όλων δεν συζητείται σοβαρά. Αυτό δείχνει σε ποιον βαθμό το δικαίωμα στο μη εμβολιασμό θεωρείται ακόμα απαραβίαστο. Αυτή η στάση όμως αφαιρεί από τον εμβολιασθέντα το δικαίωμά του να προστατεύσει την υγεία του από τον μη εμβολιασμένο που αδιαφορεί για τις σοβαρές επιπτώσεις αυτής της συμπεριφοράς του. Αγνοεί, όπως λέει ο Κάντ, ότι η ελευθερία του ενός σταματάει εκεί που αρχίζουν τα όρια της ελευθερίας του άλλου. Επιπλέον, αν λάβουμε υπόψη πως ο μη εμβολιασμός μειώνει τις πιθανότητες επίτευξης ανοσίας της αγέλης, αναπαραγόμενος και μεταλλασσόμενος, το δικαίωμα του μη εμβολιασμού είναι παράλογο. Με άλλα λόγια, σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει δικαίωμα, αλλά καθήκον/υποχρέωση του πολίτη να εμβολιαστεί.
Συμπερασματικά, ο μη υποχρεωτικός καθολικός εμβολιασμός είναι είτε αποτέλεσμα του πολιτικού κόστους που δεν θέλουν να λάβουν οι κυβερνήσεις (στην Ελλάδα όπως και αλλού στο Δυτικό κόσμο), είτε προϊόν μιας εδραιωμένης άποψης πως τα δικαιώματα στις νεωτερικές κοινωνίες είναι απροϋπόθετα. Μπορεί και τα δύο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα θέματα συνείδησης είναι πολύπλοκα, ωστόσο όπως υποστήριξα στην αρχή καμία κοινωνική πράξη δεν μπορεί να ειδωθεί έξω από το πλαίσιο στο οποίο διαδραματίζεται. Η τωρινή πανδημία είναι μια έκτακτη συνθήκη όπου η ελευθερία των σκεπτικιστών ή των αρνητών του εμβολίου είναι πράξη ενάντια στις ζωές των υπολοίπων. Και αυτό δεν μπορεί να είναι ανεκτό.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 24/7/2021. 

Εργασία, κεφάλαιο, κράτος. Το εργασιακό νομοσχέδιο της ΝΔ

1. Πριν από την Βιομηχανική Επανάσταση η κατ' οίκον οικονομία (domestic economy) ήταν κυρίαρχη. Η παραγωγή γίνονταν στον οικογενειακό χώρο όπου ο παραγωγός κατείχε, σε έναν μεγάλο βαθμό, τα μέσα παραγωγής. Με την Βιομηχανική Επανάσταση παρατηρούμε την σταδιακή προλεταριοποίηση των εργαζομένων στις μεγάλες βιομηχανικές μονάδες όπου οι εργαζόμενοι δεν είχαν εργατικά δικαιώματα. Υπήρχε δηλαδή μια τεράστια ανισορροπία δύναμης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου σε ένα πολιτικό πλαίσιο όπου το κράτος λειτουργούσε απλά ως «νυχτοφύλακας», δηλαδή δεν επενέβαινε στον εργασιακό χώρο. Αυτή η κατάσταση οδήγησε στην πλήρη εξαθλίωση. Όχι μόνο των ενηλίκων, αλλά και μικρών παιδιών που δούλευαν 12-14 ώρες τη μέρα κάτω από συνθήκες απόλυτης βαρβαρότητας. Η κατάσταση άλλαξε σταδιακά με την οργάνωση των εργατών σε συνδικάτα. Αυτό επέφερε μια σχετική ισορροπία δύναμης μεταξύ εργαζόμενων και εργοδοτών. Έτσι, ο συνδικαλισμός καθιερώθηκε ως γενικός θεσμός σε όλες τις πολιτισμένες κοινωνίες του δυτικού κυρίως κόσμου.

2. Μετά την οικονομική κρίση του 2008, η πανδημία οδήγησε στην ενδυνάμωση του συνδικαλισμού στην Ευρώπη αλλά και, επί προεδρίας Μπάιντεν, στις ΗΠΑ. Πιο γενικά, παρατηρούμε το πέρασμα από νεοφιλελεύθερες σε σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές. Στον χώρο της εργασίας παρατηρούμε συστηματικές προσπάθειες στήριξης των συλλογικών συμβάσεων. Σε αντίθεση με τις παραπάνω εξελίξεις, στη χώρα μας η κυβέρνηση προτείνει ένα εργασιακό νομοσχέδιο που κινείται προς την αντίρροπη κατεύθυνση. Ένα νομοσχέδιο νεοφιλελεύθερου «εκσυγχρονισμού» που περιθωριοποιεί τα συνδικάτα και προωθεί την ατομική σχέση του εργαζόμενου με τον εργοδότη. Προτείνει μια σειρά από μέτρα που επιφανειακά φαίνεται να εξασφαλίζουν την αυτονομία του εργαζόμενου και να του παρέχουν περισσότερη ασφάλεια και περισσότερα δικαιώματα. Για παράδειγμα, δικαιώματα όπως η προστασία της μητρότητας με καθιέρωση άδειας από τη σύλληψη μέχρι 18 μήνες, άδεια πατρότητας 14 ημερών, προστασία του πατέρα από την απόλυση για 6 μήνες μετά τον τοκετό κλπ. Όσο γα την ψηφιακή κάρτα εργασίας, και αυτή εξασφαλίζει τα δικαιώματα των εργαζομένων. Αφού γίνεται έλεγχος τήρησης του ωραρίου, αποφεύγονται περιπτώσεις όπως η μη δήλωση επιπλέον ωρών εργασίας που ο εργοδότης υποχρεώνει τον εργαζόμενο να δουλέψει. Αποφεύγονται επίσης οι απλήρωτες υπερωρίες και άλλες περιπτώσεις εργοδοτικού καταναγκασμού.
Σε ό,τι αφορά τώρα την κατάργηση του ωραρίου, η κυβέρνηση υποστηρίζει πως σαφώς δεν το καταργεί. Αντίθετα δίνει τη δυνατότητα στον εργαζόμενο να χειριστεί τις καθιερωμένες 40 ώρες εργασίας με πιο ευέλικτο τρόπο. Με τρόπο που να συνάδει με τις συγκεκριμένες ανάγκες του καθενός. Επιπλέον, όποιος εργαζόμενος επιθυμεί να κερδίσει περισσότερα χρήματα, το όριο των υπερωριών αυξάνεται στις 150 ώρες. Τέλος, σε περιπτώσεις εξ αποστάσεως επικοινωνίας εργοδότη και εργαζόμενου, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί κάθε πίεση για περαιτέρω εργασία με το κλείσιμο, για παράδειγμα, του τηλεφώνου ή του υπολογιστή.

3. Όλα τα παραπάνω φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, εντυπωσιακά αλλά είναι υπερφίαλα και, ουσιαστικά, ανεφάρμοστα. Ο εργοδότης, επειδή έχει πολύ μεγαλύτερη δύναμη από τον εργαζόμενο, μπορεί να βρει τρόπους να καταργήσει στην πράξη τη θέσπιση των παραπάνω δικαιωμάτων. Αν όχι άμεσα, σίγουρα έμμεσα. Σε περίπτωση, για παράδειγμα, της άδειας μητρότητας από τη σύλληψη μέχρι 18 μήνες, ο εργοδότης μπορεί να στείλει το μήνυμα πως εάν η εργαζόμενη δεν δεχθεί να μειώσει τον χρόνο της άδειάς της, αυτό μπορεί να έχει επιπτώσεις στο μέλλον. Δεν είναι και τόσο δύσκολο να αιτιολογήσει ένας εργοδότης την απόλυση όσων εργαζομένων δεν συμφωνούν με τις αυθαίρετες απαιτήσεις του – λόγω, για παράδειγμα, οικονομικής κρίσης της επιχείρησής του. Με άλλα λόγια, τα εργατικά δικαιώματα, όταν δεν είναι αποτέλεσμα συλλογικών συμβάσεων, ουσιαστικά καταργούνται. Γιατί χωρίς την ύπαρξη ισχυρών συνδικάτων δεν αλλάζουν την ανισορροπία δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Κυρίως την τωρινή περίοδο όπου γιγαντιαίες επιχειρήσεις, όπως η Amazon και το Facebook, συγκεντρώνουν τέτοια οικονομική και πολιτική δύναμη που ελέγχουν κυβερνήσεις και υποσκάπτουν τους δημοκρατικούς θεσμούς.

4. Τελειώνω με μερικές σύντομες παρατηρήσεις σε ό,τι αφορά τις απεργίες και τις εργατικές κινητοποιήσεις. Η κυβέρνηση υποστηρίζει πως μια απεργία μπορεί να θεωρηθεί παράνομη από την Δικαιοσύνη – ενώ δεν επιτρέπεται η ακύρωσή της από δευτεροβάθμιες ή τριτοβάθμιες επαγγελματικές οργανώσεις. Με ποιο σκεπτικό προκρίνεται αυτό το μέτρο, ιδίως σε μια χώρα όπου η δικαιοσύνη επηρεάζεται συχνά από την κυβέρνηση; Επιπλέον, όπως σωστά υποστηρίζει η αντιπολίτευση, η κυβέρνηση προσπαθεί να εκφοβίσει τους συμμετέχοντες σε απεργιακές κινητοποιήσεις προβλέποντας ένα προσωπικό ασφαλείας για τη λειτουργία των επιχειρήσεων που μπορεί να φτάσει το 40%. Είναι προφανές πως ο τρόπος επίλυσης των προβλημάτων που σχετίζονται με τις απεργίες και τις εργατικές κινητοποιήσεις λύνονται μόνο μέσω συνεννοήσεων μεταξύ συνδικάτων, άλλων ενδιαφερόμενων μερών και οργανώσεων στον χώρο της κοινωνίας των πολιτών. Δεν είναι δυνατόν να λυθούν μέσω της αστυνομίας και δικαστικών αποφάσεων. Βέβαια, στα εν λόγω θέματα ο εγχώριος συνδικαλισμός είχε και εξακολουθεί να έχει αδυναμίες. Αλλά πρέπει και μπορεί να αλλάξει αποτελεσματικά μόνο «από μέσα». Από τους συνδικαλισμένους και μη συνδικαλισμένους εργαζόμενους, και από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Δεν πρόκειται να αλλάξουν από μια κυβέρνηση που υπονομεύει το εργατικό κίνημα γενικότερα.
Συμπέρασμα: Υποτίθεται πως η Νέα Δημοκρατία θέλει να εκσυγχρονίσει το εργατικό δίκαιο που δεν ανταποκρίνεται πια στη σύγχρονη εποχή. Στην πραγματικότητα όμως, είναι η νεοφιλελεύθερη πολιτική της που στον χώρο της εργασίας αλλά και πιο γενικά δεν αντιλαμβάνεται τη σημερινή πραγματικότητα. Δεν κάνει βήματα προς τα μπρος, αλλά προς τα πίσω. Δεν είναι δυνατόν, όπως υποστηρίζει ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, να δώσει περισσότερα δικαιώματα στον εργαζόμενο στη βάση ιδιωτικής σύμβασης ενός εργαζόμενου με έναν πολύ πιο ισχυρό εργοδότη. Αυτό δεν το αντιλαμβάνεται ο κ. Χατζηδάκης, αλλά το αντιλαμβάνονται οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που συνδέονται με την ΝΔ. Ο υπουργός υποστηρίζει πως το προτεινόμενο νομοσχέδιο έχει δύο στόχους: την ανάπτυξη και την παροχή περισσότερων δικαιωμάτων στους εργαζόμενους. Το νομοσχέδιο όμως δεν οδηγεί ούτε στον πρώτο ούτε στον δεύτερο στόχο.

Το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

1. Η σύγκρουση μεταξύ ισραηλινών και παλαιστινίων θα συνεχιστεί για πολύ καιρό. Μόνο αν ο Νετανιάχου χάσει τις επόμενες εκλογές θα ήταν δυνατόν να βρεθεί μια λογική και ανθρώπινη λύση. Με την παρέμβαση, δηλαδή, των ΗΠΑ να ξεκινήσουν συνομιλίες για τη δημιουργία δύο κρατών. Για την στιγμή, η αμερικανική στρατηγική δεν έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας. Αφού ο πρόεδρος Μπάιντεν πήρε αρχικά θέση υπέρ του Ισραήλ με το επιχείρημα πως οι ισραηλινοί έχουν κάθε δικαίωμα να υπερασπιστούν τη χώρα τους. Αργότερα αντιλήφθηκε τον μονομερή χαρακτήρα της στάσης του και άλλαξε την αρχική δήλωσή του.

2. Τρία είναι τα βασικά επιχειρήματα που το Ισραήλ αναπτύσσει για να δικαιολογήσει την εγκατάστασή του σε μια περιοχή όπου από χρόνια ζούσαν όχι εβραίοι αλλά μουσουλμάνοι.
- Κατά τους ισραηλινούς, η περιοχή τους ανήκει, αφού εδώ και πάνω από 2.000 χρόνια ο χώρος ήταν η «χώρα της Βίβλου». Άρα, η δική τους χώρα.
- Δεύτερον, το Ισραήλ υποστηρίζει πως η γενοκτονία των εβραίων από τους ναζί οδήγησε αναπόφευκτα στη δημιουργία του ισραηλινού κράτους. Το ότι δεν έφταιγαν οι παλαιστίνιοι κάτοικοι της περιοχής για τη ναζιστική θηριωδία, δεν τους αφορά. Απλώς δεν υπήρχε άλλη λύση από την εγκατάσταση και σταδιακή εκτόπιση όλων αυτών που ζούσαν στην περιοχή.
- Τέλος, η βίαιη αντίδραση των αραβικών κρατών στη δημιουργία του Ισραήλ οδήγησε στη συντριπτική τους ήττα. Συνεπώς, αυτό νομιμοποιεί ακόμα περισσότερο τη σημερινή κατάσταση.

3. Σε ό,τι αφορά την στάση των ΗΠΑ, τη μόνη χώρα που θα μπορούσε να επιβάλει μια εκεχειρία, όπως έχω τονίσει σε ένα προηγούμενο άρθρο μου (Τα Νέα, 23/3/2021), ο Μπάιντεν, παρ' όλη την προοδευτική πολιτική του στο εσωτερικό της χώρας, έχει ξεκινήσει έναν ιδεολογικό πόλεμο εναντίον της Κίνας και της Ρωσίας (χώρες οι οποίες όντως καταπιέζουν βάναυσα τους πολίτες τους και αγνοούν τα πολιτικά δικαιώματά τους). Εδώ όμως τίθεται το εξής ερώτημα. Γιατί ο αμερικανός πρόεδρος παραβλέπει τα δικαιώματα των παλαιστινίων που σταδιακά ο ισραηλινός επεκτατισμός κατάργησε; Γιατί παραβλέπει πως οι παλαιστίνιοι χάνουν συνεχώς τον περιορισμένο χώρο που ακόμα τους απομένει; Επιπλέον, γιατί ο Μπάιντεν δεν αναφέρεται στα δικαιώματα των παλαιστινίων που ζουν εντός της ισραηλινής επικράτειας; Γιατί αυτοί αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας; Μια κατάσταση που, ως γνωστόν, έχει οδηγήσει σε ένα ιδιότυπο Απαρτχάιντ νοτιοαφρικανικού τύπου. Με βάση τα παραπάνω, γιατί ο αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τον Πούτιν εγκληματία (που όντως είναι), άλλα όχι και τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμά που έδωσε διαταγή να κατακρεουργηθεί ο Τζαμάλ Κασόγκι, ένας ήπιος ακτιβιστής; Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πρόκειται για τον πρίγκιπα διάδοχο που είναι φανατικός εχθρός των παλαιστινίων και, εκτός απροόπτου, θα γίνει ο επόμενος βασιλιάς της Σαουδικής Αραβίας.
Πιο γενικά, ο πρόεδρος Μπάιντεν δεν ασκεί καμιά κριτική σε συμμαχικές χώρες (π.χ. τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα) που καταπατούν με τον πιο προφανή τρόπο τα ανθρώπινα δικαιώματα. Βέβαια, η αμερικανική απάντηση είναι πως οι εν λόγω υποχωρήσεις γίνονται λόγω της ανάγκης άσκησης μιας ρεαλιστικής πολιτικής στον διπλωματικό χώρο. Δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό είναι αναγκαίο. Αλλά αν είναι, προκειμένου να αποφύγει τις κραυγαλέες αντιφάσεις στον λόγο του, ο αμερικανός πρόεδρος θα πρέπει να ξεχάσει την ιδεολογική εκστρατεία περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

4. Με την ισραηλινή-παλαιστινιακή σύγκρουση δεν κινδυνεύουν μόνο οι παλαιστίνιοι και οι ισραηλινοί. Κινδυνεύουν επίσης και οι γειτονικές χώρες. Μπορεί ακόμα να κινδυνεύσει η υφήλιος σε περίπτωση μιας πυρηνικής σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ και Ιράν (δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το Ισραήλ προσπάθησε να καταστρέψει τις ιρανικές εγκαταστάσεις που στοχεύουν στη δημιουργία πυρηνικών όπλων). Μια τέτοια σύγκρουση θα έπειθε τους ισραηλινούς πως η επ' άπειρον διατήρηση του σημερινού status quo δεν είναι δυνατή. Αλλά όταν το αντιληφθούν μπορεί να είναι πολύ αργά.

Συμπέρασμα. Αν ο αμερικανός πρόεδρος αποφασίσει να συνεχίσει την επιθετική ρητορική εναντίον της καταπάτησης των δικαιωμάτων στην Κίνα και αλλού, θα πρέπει να πράξει το ίδιο και για τις μη δημοκρατικές χώρες που είναι σύμμαχοί του. Επειδή δεν πρόκειται να το κάνει, πρέπει άμεσα να ξεχάσει την ιδεολογική σταυροφορία του. Πρέπει επιτέλους να αντιληφθεί πως μόνο με συνεργασία με την αυταρχική Κίνα μπορούν να αντιμετωπιστούν μεγάλα παγκόσμια προβλήματα όπως αυτά της πανδημίας, της εντεινόμενης οικολογικής καταστροφής, του περιθωριοποιημένου τρίτου κόσμου, καθώς και της πιθανότητας ενός τρίτου παγκόσμιου πολέμου.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 22/5/2021. 

Για μία Μεταπτυχιακή Σχολή Κλασικών Σπουδών

Το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ) έθεσε σε λειτουργία, στην αρχή της φετινής ακαδημαϊκής χρονιάς ένα προπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Αρχαιολογίας, Αρχαίας Ιστορίας και Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας. Πρόγραμμα διάρκειας 4 ετών που είναι αγγλόφωνο και απευθύνεται σε αλλοδαπούς φοιτητές και φοιτήτριες. Είκοσι-οκτώ νέοι από 10 χώρες έχουν ήδη εγγραφεί στο πρόγραμμα. Πρόκειται ασφαλώς για μια σημαντική πράξη που θα συμβάλει στο άνοιγμα του πανεπιστημίου προς τα έξω.
Η γενέθλια επέτειος του σύγχρονου ελληνικού κράτους έδωσε την αφορμή να ξανακοιτάξουμε την Ιστορία και τη συμβολή και τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο. Είναι μια καλή ευκαιρία να τεθεί μια πρόταση για τη δημιουργία μιας μεταπτυχιακής σχολής κλασσικών σπουδών (Αρχαίας Γραμματείας, Φιλοσοφίας, Τέχνης κτλ.) η οποία δεν θα περιορίζεται σε αλλοδαπούς φοιτητές. Όπως και στο προπτυχιακό πρόγραμμα, όλα τα μαθήματα και σεμινάρια θα γίνονται στην αγγλική γλώσσα. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών σε συνεργασία με τις ξένες Αρχαιολογικές Σχολές στην Ελλάδα να δημιουργήσει μια ανεξάρτητη Σχολή Μεταπτυχιακών Σπουδών.
Με άλλα λόγια, η Σχολή θα έχει μεγάλη αυτονομία. Καθώς και μια παγκόσμια εμβέλεια. Εκτός από την προσφορά μαθημάτων στα συγκεκριμένα επιστημονικά αντικείμενα στόχος είναι η ανάπτυξη της έρευνας και της γνώσης σε ένα προνομιακό για την Ελλάδα πεδίο. Οι διδάσκοντες θα είναι στην πρωτοπορία των σχετικών κλάδων και θα μπορούν να διδάσκουν μόνιμα ή σε περιορισμένα χρονικά διαστήματα. Αυτού του είδους οι επιστήμονες είναι πολύ πιθανό να επιθυμούν την εμπλοκή τους σε ένα τέτοιο εγχείρημα που είναι επενδυμένο με μεγάλο κύρος στον κόσμο όλο.
Όπως η χώρα μας οργάνωσε τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες, με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να δημιουργήσει μια Σχολή Αρχαιοελληνικών Σπουδών σε παγκόσμιο επίπεδο. Ένα κέντρο για την περαιτέρω εξέλιξη της γνώσης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Πρόκειται βέβαια για ένα πολύ φιλόδοξο όραμα που απαιτεί νομικό πλαίσιο, πόρους, άρτια οργάνωση και συσπείρωση δυνάμεων. Ένα όραμα όμως που μπορεί να γίνει πραγματικότητα και να αναπτυχθεί ουσιαστικά μέσα στο χρόνο. Τα δίδακτρα θα μπορούν να καλύψουν ένα μόνο μικρό μέρος των αναγκών δεδομένου ότι θα πρέπει να προσφέρονται υποτροφίες σε Έλληνες αλλά και σε αλλοδαπούς φοιτητές και φοιτήτριες που δεν θα έχουν τα μέσα. Υπάρχουν όμως δυνατότητες αναζήτησης πόρων από την ΕΕ, από οργανισμούς ελληνικούς και ξένους, καθώς και από εύπορους Έλληνες της διασποράς.
Τελειώνοντας, δεν υπάρχει αμφιβολία πως το παραπάνω εγχείρημα, αν υλοποιηθεί, θα αναπτύξει περαιτέρω το πολιτισμικό κεφάλαιο της χώρας – από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ μέχρι την Κίνα και την Ρωσία.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 30/4/2021. 

Η διαδρομή του Σύριζα

1. Ο ΣΥΡΙΖΑ από ένα μικρό κόμμα του 4% με ουτοπική ιδεολογία και μαξιμαλιστικές θέσεις κατόρθωσε να γίνει η «πρώτη φορά αριστερά». Για να το καταφέρει, αναγκάστηκε να συμμαχήσει με τους Ανεξάρτητους Έλληνες – ένα ακραίο, εθνολαϊκιστικό κόμμα που προέκυψε από την τότε πολιτική συγκυρία. Ήταν το πρώτο βασικό λάθος του. Θα έπρεπε να κάνει πιο συστηματικές προσπάθειες για να βρει έναν πιο κατάλληλο σύμμαχο. Αν δεν τον έβρισκε, θα έπρεπε να οργανωθεί καλύτερα και να διεκδικήσει την εξουσία αργότερα.

2. Από την άλλη μεριά, μετά τους πρώτους έξι μήνες με αβέβαιο βηματισμό, παρατηρούμε μια σειρά από θετικές εξελίξεις. Πρώτα την αποχώρηση της Αριστερής Πλατφόρμας και αργότερα του Γιάνη Βαρουφάκη ο οποίος κινδύνευσε να οδηγήσει τη χώρα σε Grexit. Ο Αλέξης Τσίπρας κάνοντας έναν επώδυνο ελιγμό κατόρθωσε να αποφύγει την έξοδο από την ΕΕ αποδεχόμενος ένα εξαιρετικά τμωρητικό μνημόνιο. Το υλοποίησε μέχρι τέλους. Μια δεύτερη σημαντική στροφή του προέδρου του κόμματος ήταν το σταδιακό άνοιγμα προς τον μεσαίο χώρο που οδήγησε στον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία. Ενώ μια σημαντική μερίδα του κόμματος αντέδρασε στην παραπάνω κίνηση, με το επιχείρημα πως με αυτό τον τρόπο το κόμμα θα έχανε την ταυτότητά του ως «γνήσιο» αριστερό κόμμα, ο Αλέξης Τσίπρας κέρδισε αυτή τη μάχη. Παρά τις διαφωνίες στο εσωτερικό του κόμματος, το άνοιγμα προς το κέντρο έγινε.

3. Στη δύσκολη περίοδο που διανύουμε όπου η αντοχή των πολιτών είναι στο ναδίρ, ο Αλέξης Τσίπρας πρότεινε ένα μορατόριουμ. Χωρίς να σημαίνει ότι η Βουλή θα σταματούσε να νομοθετεί, πρότεινε η κυβέρνηση και η αξιωματική αντιπολίτευση να συμφωνήσουν στην αποφυγή μέχρι το τέλος της πανδημίας ευαίσθητων πολιτικών θεμάτων, αντικείμενο διενέξεων που οδηγούν σε κινητοποιήσεις και κατ' επέκταση σε αύξηση των κρουσμάτων. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη το αρνήθηκε. Σε συνδυασμό με την αλλοπρόσαλλη υγειονομική πολιτική, προχώρησε σε μια σειρά από αυταρχικά μέτρα. Ανάμεσα σε αυτά παραδειγματική είναι η εγκατάσταση αστυνομικής φρουράς στον πανεπιστημιακό χώρο – φρουράς που θα αναφέρεται στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη. Με αυτή την απόφαση ο πρωθυπουργός αγνόησε άλλους, πιο αποτελεσματικούς και λιγότερο βίαιους, τρόπους επίλυσης των δυσλειτουργιών του πανεπιστήμιου. Τρόπους που στήριξαν ακόμη και σημαντικές προσωπικότητες της ΝΔ. Αυτή η άκαιρη αλλά και άστοχη πολιτική απόφαση οδήγησε αναπόφευκτα σε κινητοποιήσεις που ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε το ΚΚΕ θα μπορούσαν να σταματήσουν. Αναπόφευκτα αυξήθηκε ο αριθμός των κρουσμάτων.

4. Η διογκούμενη ένταση κορυφώθηκε όταν με αφορμή τον εορτασμό της εθνικής επετείου ο Παύλος Πολάκης, σε μια από τις συνηθισμένες αμετροεπείς αντιδράσεις του, κατηγόρησε την ΝΔ ως παράταξη δοσίλογων. Ο Αλέξης Τσίπρας αντέδρασε άμεσα, δεν υιοθέτησε τον χαρακτηρισμό Πολάκη λέγοντας ότι «οι παρατάξεις έχουν την ιστορία τους. Δεν είναι η ΝΔ παράταξη δοσίλογων», αλλά εντούτοις προσπάθησε να απαλύνει την αντίδραση του συνεργάτη του υποστηρίζοντας ότι αυτά συμβαίνουν στο πλαίσιο πολιτικών διενέξεων. Ο Πολάκης ωστόσο αμετανόητος επέμεινε στην κριτική του δηλώνοντας «τελεία και παύλα».
Θα περίμενε κανείς πως ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ θα περιόριζε τον ευέξαπτο κρητικό, οι παρεμβάσεις του οποίου υποσκάπτουν την αξιοπιστία του κόμματος. Όχι μόνο δεν το έκανε αλλά αντ' αυτού τον έβαλε στην προανακριτική επιτροπή που εξετάζει τον ρόλο του Νίκου Παππά στο θέμα της αδειοδότησης των ΜΜΕ. Αυτό μάλλον δείχνει πως θεωρεί τον στενό του φίλο χρήσιμο για μια πιο ριζοσπαστική/επιθετική στρατηγική εναντίον της κυβέρνησης. Νομίζω πως κάνει λάθος. Ο πολακισμός δεν πείθει τους ψηφοφόρους του μεσαίου χώρου αλλά ούτε και πολλά στελέχη του κόμματος. Δεν πείθει ούτε αυτούς που ήδη ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ ούτε αυτούς που είναι αναποφάσιστοι.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η συνεχιζόμενη ανοχή στον πολακισμό είναι αντίθετη με τον στόχο του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ να βρει περισσότερους συμμάχους στον μεσαίο/κεντροαριστερό χώρο ακολουθώντας μια σχετικά μετριοπαθή πολιτική στρατηγική. Από αυτή την σκοπιά, αν ο πολακισμός συνεχίσει, σε συνδυασμό με άλλες εξελίξεις, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μη κερδίσει στις επόμενες κρίσιμες εκλογές.
Βέβαια, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των εκλογών, αντίθετα με αυτό που ελπίζει το ΚΙΝΑΛ, ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει να είναι ο δεύτερος μεγάλος πόλος του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Όμως στην περίπτωση ήττας, το κόμμα θα χάσει την ευκαιρία να γίνει κυβέρνηση και να υλοποιήσει τις προοδευτικές αλλαγές που χρειάζεται η χώρα. Μπορεί να αλλάξουν πολιτικές όπως η τωρινή στήριξη στον Πολάκη; Ας ελπίσουμε πως ναι. Μια αλλαγή σε αυτό θέμα είναι ακόμα πιθανή.
Συμπέρασμα. Με τη θεαματική άνοδό του ο ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε μια σειρά από σημαντικές κινήσεις. Οδήγησε στην έξοδο την Αριστερή Πλατφόρμα και τον Γιάνη Βαρουφάκη. Στη συνέχεια στράφηκε προς τον μεσαίο, κεντροαριστερό χώρο δημιουργώντας τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία. Κατάφερε να επιλύσει τη χρονίζουσα εκκρεμότητα του Μακεδονικού. Έκανε όμως δύο βασικά λάθη. Τη συμμαχία με τους ΑΝΕΛ και τη διατήρηση του παρωχημένου πολακισμού. Αντί να σταματήσει τις εξαλλοσύνες του ευέξαπτου βουλευτή, τον διόρισε κεντρικό μέλος της προανακριτικής επιτροπής. Με αυτόν τον τρόπο συνεχίζει να κάνει ένα θαυμάσιο δώρο στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είναι καιρός ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ να αλλάξει πολιτική και να βρει έναν τρόπο να απαλλαγεί από στελέχη όπως ο Πολάκης. Αν δεν το κάνει, το κόμμα θα συνεχίζει την αυτοϋπονόμευσή του.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 17/4/2021. 

Ο Μπάιντεν εναντίον της Κίνας

1. Ο Πρόεδρος Μπάιντεν δήλωσε αρχικά πως οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας δεν θα βασίζονται πλέον σε «πόλεμο», όπως στην περίοδο Τραμπ, αλλά σε ένα νόμιμο ανταγωνισμό. Από την άλλη μεριά, σχεδόν από την αρχή της προεδρίας του παρατηρούμε ένα ιδεολογικό πόλεμο εναντίον της κινεζικής υπερδύναμης. Τονίζει συνεχώς την έλλειψη δημοκρατικών αξιών και πρακτικών όπως ο απαράδεκτος εγκλεισμός μουσουλμανικών μειονοτήτων σε στρατόπεδα «επιμόρφωσης», η κατάργηση της αυτονομίας των συνδικάτων, η εναντίωση σε κάθε αντιφρονούντα κτλ.
Επιπρόσθετα, ο Μπάιντεν στηρίζει κινήσεις και σχηματισμούς συμμαχιών που έχουν σαν κύριο στόχο το αυταρχικό κινεζικό καθεστώς. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η θέση του πως η ΕΕ πρέπει να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ στην αποφυγή προσπαθειών που στηρίζουν την Κίνα. Έτσι, δεν συμφωνεί με την επενδυτική συνεργασία της Γερμανίας με την Κίνα. Σε απάντηση στον αμερικανό πρόεδρο, η καγκελάριος Μέρκελ υποστήριξε ότι η γερμανοκινεζική συνεργασία είναι χρήσιμη για την Ευρώπη και πιο γενικά. Μεταξύ άλλων, θα αμβλύνει τη σύγκρουση με την Κίνα. Προς την ίδια κατεύθυνση, ο Εμανουέλ Μακρόν υποστήριξε πως η ΕΕ πρέπει να συνεχίσει την προσπάθειά της για την ενδυνάμωση της αυτονομία της, αφού συχνά τα συμφέροντα ΕΕ και ΗΠΑ δεν συμπίπτουν.

2. Με την ένταξη της Κίνας στις παγκόσμιες αγορές παρατηρούμε σημαντικές αλλαγές στο εσωτερικό της. Κυρίως στην ιδιωτικοποίηση μερικών από τις τεράστιες και, συχνά, αναποτελεσματικές κρατικές επιχειρήσεις. Συγχρόνως οι ξένες ιδιωτικές επιχειρήσεις έγιναν ευπρόσδεκτες. Βέβαια, με την προϋπόθεση ότι θα λειτουργούν σε ένα πλαίσιο επιβαλλόμενο από το κράτος. Ένα πλαίσιο που απαγορεύει τους επενδυτές να ασκούν κριτική στην κυβέρνηση.
Οι παραπάνω ριζικές αλλαγές οδήγησαν στη θεαματική ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας. Όμως συγχρόνως εντάθηκαν οι τεράστιες ανισότητες. Ανισότητες, βέβαια, που δεν εμπόδισαν τη μείωση της απόλυτης φτώχιας, αφού σήμερα πάνω από ένα δισεκατομμύριο κινέζοι έχουν ξεπεράσει την απόλυτη εξαθλίωση.
Οι συνεχιζόμενες αλλαγές στην οικονομία δεν φαίνεται να απομειώνουν την κυριαρχία του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος. Κάθε αλλαγή προς τον πολιτικό φιλελευθερισμό καταπιέζεται, ενώ ο τωρινός δια βίου πρόεδρος της Κίνας εντατικοποιεί τις προσπάθειες εμπέδωσης της κομμουνιστικής ιδεολογίας στις νέες γενιές. Όσο για την ανάπτυξη των μεσαίων στρωμάτων που η οικονομική εκτίναξη δημιούργησε, αυτή δεν οδήγησε σε πιέσεις για άνοιγμα του πολιτικού συστήματος. Έτσι, αντίθετα με αυτό που συνέβη στην Νότιο Κορέα, η ραγδαία ανάπτυξη δεν φαίνεται να καταλήγει σε έναν, έστω καχεκτικό, εκδημοκρατισμό. Η ολοκληρωτική, σοβιετικού τύπου οργάνωση του κόμματος και της κρατικής μηχανής, ο έλεγχος του στρατού από το κόμμα και πιο γενικά η κομμουνιστική κουλτούρα, η οποία βασίζεται σε ένα μείγμα κομματικής πειθαρχίας και κομφουκιανής παράδοσης, δίνει στον κινεζικό κοινωνικό σχηματισμό μια ισχυρή σταθερότητα που δεν υπάρχει σε άλλα αυταρχικά συστήματα.

3. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η κριτική του αμερικανού προέδρου σε ό,τι αφορά την έλλειψη δημοκρατικών αξιών και πρακτικών στην Κίνα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Αλλά με βάση τα παραπάνω, είναι προφανές πως ο ιδεολογικοπολιτικός πόλεμος δεν πρόκειται να αλλάξει το αυταρχικό κινεζικό καθεστώς. Απλά θα οδηγήσει σε μια εντεινόμενη σύγκρουση που θα υποσκάψει περισσότερο τη συνεργασία μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Συνεργασία που είναι απαραίτητη για να αντιμετωπιστούν παγκόσμια προβλήματα όπως η εντεινόμενη οικολογική καταστροφή, ο κίνδυνος ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου και η καταπολέμηση πανδημιών.

4. Πιο γενικά, κατά διαφορετικό τρόπο από τον Τραμπ, ο Τζο Μπάιντεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει την τεκτονική αλλαγή μεταξύ Δύσης και του υπόλοιπου κόσμου που η ραγδαία παγκοσμιοποίηση δημιούργησε. Αυτή η αλλαγή έχει να κάνει με την αποδυνάμωση της δυτικής κυριαρχίας. Κυριαρχίας που υπήρξε πιο έκδηλη στην περίοδο της αποικιοκρατίας και αργότερα με τη ραγδαία μεταπολεμική άνοδο των ΗΠΑ. Αυτή η κατάσταση δεν πρόκειται να επανέλθει. Εξελίσσεται μια εντεινόμενη ανισορροπία δύναμης μεταξύ Δύσης και του υπόλοιπου κόσμου. Ο αμερικανός πρόεδρος δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η κινεζική ανάπτυξη και η πρόθεση διαφόρων χωρών στην Ασία και αλλού να ακολουθήσουν το κινεζικό αναπτυξιακό μοντέλο θα οδηγήσει σε ένα διαφορετικό παγκόσμιο σύστημα.
Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως προχωρούμε σε μια «κινεζοποίηση» της οικουμένης. Το παγκόσμιο σύστημα θα εξακολουθεί να αποτελείται από τρία καπιταλιστικά υποσυστήματα: το νεοφιλελεύθερο υποσύστημα που κυρίως αντιπροσωπεύουν οι ΗΠΑ, το αυταρχικό κινεζικό και αυτό της ΕΕ που όλο και περισσότερο παίρνει ένα σοσιαλδημοκρατικό χαρακτήρα – σοσιαλδημοκρατικό με την έννοια πως στην περίοδο της πανδημίας η δημιουργία του Ταμείου Ανάπτυξης και άλλων μη νεοφιλελεύθερων μέτρων έχουν οδηγήσει σε έναν καπιταλισμό με πιο ανθρώπινο πρόσωπο. Για να μπορέσει η ανθρωπότητα να αντιμετωπίσει τους παγκόσμιους κινδύνους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, απαιτείται η συνεργασία και όχι ο πόλεμος μεταξύ των τριών σχηματισμών. Γιατί αν κυριαρχήσει η παγκόσμια σύγκρουση, θα δούμε καταστροφές βιβλικού τύπου.
Η πανδημία δημιουργεί προοπτικές παγκόσμιας συνεργασίας. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων θέλουν μια παγκόσμια αλλαγή προς το καλύτερο. Συγχρόνως οι ηγεσίες των τριών υποσυστημάτων αρχίζουν να αντιλαμβάνονται πως, λόγω της ραγδαίας αλληλοσύνδεσης μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, σε περίπτωση σύγκρουσης δεν θα υπάρξουν νικητές και ηττημένοι. Θα υπάρξουν μόνο χαμένοι.

Συμπέρασμα: Οι ΗΠΑ, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, θα εξακολουθήσουν να κατέχουν τον ηγεμονικό θρόνο στην παγκόσμια αρένα. Αλλά ο στόχος να εκδημοκρατίσουν σταδιακά τον κινεζικό γίγαντα είναι ουτοπικός. Βέβαια, ο πρόεδρος Μπάιντεν είναι υποχρεωμένος να αντιδρά όταν ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ ακολουθεί ημι-παράνομες πολιτικές που στρέφονται εναντίον των αμερικανικών συμφερόντων. Αλλά πρέπει να πάψει να ανακατεύεται στις εσωτερικές εξελίξεις στην Κίνα. Θα πρέπει να στρέψει περισσότερο την προσοχή του στα τεράστια εσωτερικά προβλήματα της χώρας του.
Τελειώνοντας, θέλω να αναφερθώ στην πρόσφατη δήλωση του αμερικανού προέδρου στην οποία αναφέρεται στον Πούτιν ως δολοφόνο – αφού βρίσκεται πίσω από την απόπειρα δολοφονίας του Ναβάλνι. Αυτό είναι σωστό, αλλά εντείνει τις πιθανότητες επιστροφής σε έναν Ψυχρό Πόλεμο, χειρότερο από τον προηγούμενο.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 23/3/2021. 

Η διαχείριση της τωρινής κρίσης

Η κατάσταση σήμερα γίνεται συνεχώς όλο και πιο έκρυθμη. Από τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον της απόφασης εγκατάστασης αστυνομικών φρουρών στο πανεπιστήμιο μέχρι τις κινητοποιήσεις εναντίον της αστυνομικής βίας και υπέρ του Κουφοντίνα, οι εξελίξεις δημιουργούν ένα βαθύ ρήγμα στο πολιτικό σύστημα. Ρήγμα που υποσκάπτει τους δημοκρατικούς θεσμούς.

1. Ποιος φταίει για αυτή την κατάσταση; Για πολλούς φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αφού είναι κυρίως η αξιωματική αντιπολίτευση που είναι πίσω από τις κινητοποιήσεις. Πρόκειται για μια θέση που, έτσι και αλλιώς, αποδίδει δυσανάλογη δύναμη στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης το οποίο συνήθως σύρεται από τις εξελίξεις. Για άλλους, η ιδέα πως την κύρια ευθύνη φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ έχει να κάνει με τα ΜΜΕ που, συστηματικά, υποστηρίζουν την κυβέρνηση και κατασκευάζουν μια παραπλανητική εικόνα του τι συμβαίνει σήμερα. Βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι άμοιρος ευθυνών – κυρίως με δηλώσεις τύπου Δρίτσα ή με τις γνωστές πολακικές συμπεριφορές. Την κύρια όμως ευθύνη την έχει η κυβέρνηση. Αφού εν μέσω πανδημίας ο πρωθυπουργός προχωρεί σε μια πολιτική που εντείνει την πόλωση. Μια πολιτική που, μεταξύ άλλων, οδηγεί στην επιδείνωση της υγειονομικής κρίσης και στην άνοδο του αριθμού των κρουσμάτων.

2. Αυτή η πολιτική είναι ακόμα πιο απαράδεκτη αφού υπάρχουν άλλοι, λιγότερο πολεμοχαρείς τρόποι διαχείρισης των δυσλειτουργιών του πανεπιστημίου. Καθώς και άλλοι τρόποι διαχείρισης της υπόθεσης Κουφοντίνα. Στην πρώτη περίπτωση, όπως έχουν υποστηρίξει και προσωπικότητες που στηρίζουν την ΝΔ, αντί για την εγκατάσταση αστυνομικής φρουράς εντός του πανεπιστημίου θα έπρεπε να υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός μη αστυνομικών φρουρών υπό την εποπτεία όχι του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, αλλά των πρυτανικών αρχών. Πρυτανικών αρχών που θα υποχρεώνονται να καλούν την αστυνομία όταν συντρέχουν λόγοι. Γιατί ως γνωστόν, πολλές φορές για ενδοπανεπιστημιακούς/πελατειακούς λόγους η αστυνομία δεν καλείται.
Τέλος, ακόμα και αν ο πρωθυπουργός θέλει να υλοποιήσει την εσωτερική αστυνόμευση των πανεπιστημίων, τίθεται το εξής ερώτημα: γιατί δεν αναβάλλει το σχέδιό του μέχρι το τέλος της πανδημίας, αποφεύγοντας έτσι την κοινωνική ένταση και την παρεπόμενη αύξηση των κρουσμάτων που οι κινητοποιήσεις δημιουργούν; Σε αυτό το ερώτημα ο πρωθυπουργός δεν πρόκειται ποτέ να απαντήσει. Γιατί η μόνη απάντηση θα ήταν πως το κάνει για μικροκομματικούς λόγους. Προτιμά τις πολιτικές που ευνοούν το κόμμα του. Προτιμά τα περισσότερα κρούσματα και την προσπάθεια για μετάθεση των ευθυνών στην αξιωματική αντιπολίτευση από το τέλος των κινητοποιήσεων και την κοινωνική ειρήνη.

3. Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση Κουφοντίνα. Με βάση μια νομοθετική ρύθμιση που η ίδια η κυβέρνηση θέσπισε, ο ισοβίτης τρομοκράτης έχει το δικαίωμα να επιστρέψει στον Κορυδαλλό. Αλλά ακόμα και αν υποθέσουμε πως ο Κουφοντίνας δεν έχει αυτό το δικαίωμα, δεν είναι προτιμότερο να του επιτραπεί η μετάβαση στον Κορυδαλλό για να αποφευχθεί μια κατάσταση που συνεχώς τον ηρωοποιεί και ισχυροποιεί τους αναρχικούς υποστηρικτές του; Με δύο λόγια, αν ο πρωθυπουργός ήθελε να αποφύγει τις κινητοποιήσεις υπέρ του Κουφοντίνα, θα έπρεπε να αφήσει τον τελευταίο να επιστρέψει στον Κορυδαλλό. Γιατί δεν το κάνει; Για προφανείς λόγους. Ο κύριος είναι πως με τις ταραχές και στην υπόθεση του πανεπιστημίου και σε αυτή του Κουφοντίνα η προσοχή του κόσμου στρέφεται περισσότερο προς τους «ταραχοποιούς» και λιγότερο προς τα λάθη της κυβέρνησης.
Υπάρχουν επίσης και ψηφοθηρικοί λόγοι. Το κόμμα της ΝΔ επένδυσε, υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, στην πόλωση και στον διχασμό (βλ. Συμφωνία των Πρεσπών). Διαμόρφωσε ένα πολιτικό ακροατήριο με όρους σφοδρής αντιπαλότητας, σε αντίθεση μάλιστα με όσα πρεσβεύει μια μεγάλη μερίδα μετριοπαθών κεντροδεξιών. Το επιχείρημα λοιπόν πως για τις κινητοποιήσεις φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ, συγκρατεί αυτό το ακροατήριο – δίνοντας ψήφους που χρειάζεται στις επόμενες εκλογές. Εκλογές που μπορεί να έρθουν σύντομα. Είναι για τέτοιου είδους λόγους που ο πρωθυπουργός δεν ενδιαφέρεται για τις αρνητικές επιπτώσεις των κινητοποιήσεων. Δεν τον απασχολεί το γεγονός πως οι διαδηλώσεις και οι πορείες, τις οποίες ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε το ΚΚΕ δεν θα μπορούσαν να αποτρέψουν, θέτουν σε κίνδυνο την εξέλιξη της πανδημίας. Αυτό που μετράει πάνω από όλα είναι η συνέχιση της επιμεριστικής και αυταρχικής κυβερνητικής πολιτικής.

Συμπέρασμα. Είναι λιγότερο ο ΣΥΡΙΖΑ και περισσότερο η ΝΔ που ευθύνεται για τις τωρινές ταραχές. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ακολουθεί μια έξαλλη, αυταρχική πολιτική που δεν λύνει τα σοβαρά προβλήματα που η χώρα αντιμετωπίζει. Ο πρωθυπουργός, όπως στις ταινίες του Φαρ Ουέστ, λειτουργεί ως «ήρωας που σώζει τα θύματα και τιμωρεί τους ληστές».

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 20/3/2021. 

Σελίδα 1 από 14