Friday, 23 October 2020

Η πολιτική του Ερντογάν μετά την Αγία Σοφία

1. Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί βοήθησε τον Ερντογάν να ανεβάσει τη δημοτικότητά του – μια στιγμή, που λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης της χώρας του, έχει πάρει την κατιούσα. Αυτή η κίνηση οδήγησε μεν στη διεθνή κατακραυγή, αλλά κέρδισε την στήριξη των τούρκων πιστών και των υπερπατριωτών. Με αυτή την κίνηση ο Ερντογάν απορρίπτει κατηγορηματικά τον κεμαλικό εκσυγχρονισμό και οδηγεί τη χώρα στην οπισθοδρομική ισλαμοποίηση.

2. Μια δεύτερη κίνηση προς την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή μια κίνηση που θα ενέτεινε ακόμα περισσότερο τη δημοτικότητά του, θα ήταν η κατάληψη μιας ή περισσοτέρων βραχονησίδων που η Τουρκία δεν θεωρεί πως ανήκουν στην ελληνική επικράτεια. Αυτό σίγουρα θα οδηγούσε σε αντιδράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων συμμάχων. Αντιδράσεις όμως που δεν θα οδηγούσαν από τα λόγια στις πράξεις (π.χ. με την επιβολή ευρωπαϊκών κυρώσεων). Η κυρία Μέρκελ δεν θέλει επ' ουδενί λόγο να ταράξει τα ύδατα στην σχέση της με τον Ερντογάν – τουλάχιστον όσο αυτή παραμένει στην καγκελαρία.

3. Πώς θα αντιδράσει η κυβέρνηση σε περίπτωση που ο Ερντογάν αγνοήσει τις συμβουλές της κυρίας Μέρκελ και καταλάβει μια ελληνική βραχονησίδα; Ο πρωθυπουργός έχει δύο εναλλακτικές λύσεις. Η πρώτη, μάλλον απίθανη, είναι να προσπαθήσει να κινητοποιήσει τους συμμάχους μας στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στα Ηνωμένα Έθνη και αλλού για να επέμβουν δυναμικά. Σίγουρα θα υπάρξουν έντονες διαμαρτυρίες, αλλά μόνο στα λόγια. Σε αυτή την περίπτωση, η ακινησία της κυβέρνησης θα θεωρηθεί από πολλούς, κυρίως υπερπατριώτες, ως προδοσία. Η δεύτερη λύση είναι η άμεση στρατιωτική απάντηση. Είναι η αντιμετώπιση της παράνομης τουρκικής βίας με τη δίκαιη ελληνική στρατιωτική επέμβαση. Θα υπάρξουν βέβαια προσπάθειες από τους συμμάχους μας για να σταματήσει όσο πιο γρήγορα γίνεται μια στρατιωτική σύγκρουση. Δεν είναι όμως καθόλου σίγουρο πως ο απρόβλεπτος Ερντογάν θα συμμορφωθεί. Μπορεί κάλλιστα να παίζει τον παλικαρά στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αφού έχει να αντιμετωπίσει την αντίδραση μιας χώρας που είναι στρατιωτικά λιγότερο ισχυρή. Γιατί όσο ηρωικός και ετοιμοπόλεμος και αν είναι ο ελληνικός στρατός, η Τουρκία αργά ή γρήγορα θα επικρατήσει.
Βέβαια ο Ερντογάν θα μπορούσε να επιλέξει μια παρέμβαση όχι στο Αιγαίο, αλλά στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτή την περίπτωση όμως θα είχε να αντιμετωπίσει πολύ πιο σοβαρούς αντιπάλους – από το Ισραήλ και την Αίγυπτο μέχρι την Γαλλία. Σε αυτό το πλαίσιο βέβαια, οι ψευτοπαληκαρισμοί του σουλτάνου δεν πιάνουν.

4. Ο μόνος τρόπος αποφυγής του παραπάνω καταστροφικού για τη χώρα μας σεναρίου, όπως έχουν πολλοί επανειλημμένα υποστηρίξει, είναι η προσφυγή στο Δικαστήριο της Χάγης. Το επιχείρημα αυτών που διαφωνούν με την παραπάνω λύση είναι πως ο Ερντογάν θα την απορρίψει. Αλλά αυτό που αγνοούμε είναι πως ο τούρκος πρόεδρος έχει απορρίψει και θα εξακολουθήσει να απορρίπτει την προσφυγή στην Χάγη όσο η ελληνική κυβέρνηση θέλει Χάγη α-λα-καρτ. Δηλαδή το δικαστήριο να ασχοληθεί μόνο με τις διαφορές μας στο πλαίσιο της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, και όχι με τις άλλες διαφορές που κατά την γνώμη της κυβέρνησης δεν υπάρχουν. Εάν όμως δεχόμασταν το προφανές, δηλαδή πως υπάρχουν και άλλες διαφορές, τότε δεν είναι καθόλου σίγουρο πως ο Ερντογάν θα απέρριπτε μια προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο. Για παράδειγμα, πρόσφατα ο τούρκος πρόεδρος μέσω του Ιμπραήμ Κενίν, δήλωσε πως η Τουρκία δέχεται την έναρξη συνομιλιών που θα ασχοληθούν με όλα τα θέματα, όχι μόνο με αυτά που μας συμφέρουν (βλ. Καθημερινή, 26/7/2020). Αυτή η τουρκική στάση δυστυχώς απορρίπτεται από τη χώρα μας. Όπως τόνισε ο υπουργός εξωτερικών Νίκος Δένδιας (Το Βήμα, 2/8/2020), οι συζητήσεις με την Τουρκία θα περιοριστούν στις διαφορές που έχουμε σε ό,τι αφορά την υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ (στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο). Κατά τον κύριο Δένδια, κάθε άλλη διεύρυνση θα μας οδηγούσε σε μια παγίδα. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, σίγουρα η γείτονα χώρα θα απορρίψει τις διαπραγματεύσεις. Άρα οι συνομιλίες θα αποτύχουν. Δηλαδή θα γίνει πολύς θόρυβος για το τίποτα.
Εάν η κυβέρνηση δεχόταν την τουρκική πρόταση, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει όχι σε συνομιλίες φούμαρα, αλλά σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις με μεσοπρόθεσμο στόχο ένα συνυποσχετικό για μια προσφυγή σε ένα διεθνές δικαστήριο που θα αποφασίσει σε ποιες διαφορές έχουμε δίκιο και σε ποιες δεν έχουμε.

5. Βέβαια δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις αποφάσεις του δικαστηρίου. Αλλά όπως σχεδόν όλοι πιστεύουν με βάση τις αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου, θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, μια απόφαση της Χάγης που δεν θα οδηγήσει στο να πάρουμε χωρίς να δώσουμε, θα φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τον πρωθυπουργό. Οι «σαμαρικοί» θα αντιδράσουν δυναμικά, αφού μια τέτοια εξέλιξη θα υπέσκαπτε τη συνοχή του κόμματος. Την ίδια αρνητική αντίδραση μπορεί να προβλέψει κανείς σε ό,τι αφορά την πλειοψηφία των πολιτών – διότι κανένα κόμμα δεν είχε το θάρρος να πει στον κόσμο την αλήθεια. Δηλαδή πως υπάρχουν και άλλες διαφορές μεταξύ των χωρών.

Συμπέρασμα. Ο μόνος τρόπος να τα βρούμε με την Τουρκία είναι μέσω της δικαστικής απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου. Άλλη λύση απλά δεν υπάρχει. Δυστυχώς για την στιγμή, κανένα κόμμα δεν λέει τα σύκα σύκα και την σκάφη σκάφη. Είναι καιρός όμως τα κόμματα να συμφωνήσουν στη μόνη λύση που μπορεί να οδηγήσει στην αποφυγή μιας εθνικής καταστροφής. Δυστυχώς για την στιγμή, μια τέτοια λύση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 15/8/2020. 

Add comment


Security code
Refresh