Κυριακή, 20 Οκτώβριος 2019

Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ κόμμα μίας χρήσης;

Ο πρόεδρος της Ν.Δ. χαρακτήρισε τον ΣΥΡΙΖΑ «κόμμα της κρίσης» και άρα «κόμμα μίας χρήσης». Ενδιαφέρον, ποιος το λέει αυτό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι ένας αυτοδημιούργητος πολιτικός, αλλά γόνος μιας πανίσχυρης πολιτικής δυναστείας, της ισχυρότερης στην Ελλάδα. Ισχυρότερης και από τους Παπανδρέου και από τους Καραμανλήδες.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης - παππούς, στην Κρήτη, στα 1889-90, είναι αυτός που πατρονάρισε ώστε να εκλεγεί βουλευτής ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Μια δυναστεία λοιπόν που παραπέμπει στο ολιγαρχικό πολιτικό σύστημα του προπερασμένου αιώνα εναντίον ενός κόμματος «μίας χρήσης». Ανανέωση ή αναπαλαίωση της Ελλάδας; Δεν είναι ήδη ρετρό οι δύο από τους τρεις πολιτικούς αρχηγούς (Μητσοτάκης, Γεννηματά) να είναι γόνοι, άνθρωποι χωρίς καμιά ιδιότητα που θα τους αναδείκνυε σε αρχηγούς, πέραν του κληρονομημένου ονόματος;

Δεν θα φαίνεται σαν επιστροφή στο μακρινό παρελθόν το ενδεχόμενο μια χώρα όπου η κυβέρνηση και πρώτος δήμος της περιέρχονται στην πιο παλιά πολιτική οικογένεια; Μπορεί να καυχηθεί κανείς ότι η οικογενειοκρατία σημαίνει εκσυγχρονισμός, πρόοδος της δημοκρατίας και της ισονομίας των πολιτών; Ο Μητσοτάκης, άθελά του, συνοψίζει το πολιτικό πρόβλημα ακριβώς σ' αυτό το ερώτημα.

Αλλά είναι ο ΣΥΡΙΖΑ «κόμμα μίας χρήσης»; Με βάση την πεποίθηση ότι αποτελεί συναισθηματική και αδικαιολόγητη αντίδραση στην κρίση, χωρίς μέλλον, κάτι σαν παροδική καταιγίδα, πορεύτηκε η Ν.Δ. και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. και τα φιλικά τους ΜΜΕ, όχι μόνο από το 2015, θεωρώντας τον παρένθεση και ζητώντας κάθε τρίμηνο εκλογές, αλλά από το 2012, όταν ο δίδυμος σεισμός εκείνου του χρόνου κλόνισε το προηγούμενο κομματικό σύστημα.

Μπορεί να διαψεύστηκαν από την ανθεκτικότητά της κυβέρνησης, από τη βελτίωση των οικονομικών δεικτών, από τη σύσσωμη ευρωπαϊκή αποδοχή της λύσης του Μακεδονικού. Ωστόσο η ιδέα της παροδικότητας υπαγορεύει τις θεωρίες για «στρατηγική ήττα», αλλά και τις αυταπάτες για επιστροφή στο προ της κρίσης κομματικό σύστημα. Ας την εξετάσουμε λοιπόν.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το συλλογικό έργο «ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα εν κινήσει. Από τη διαμαρτυρία στη διακυβέρνηση» σε επιμέλεια Γιάννη Μπαλαμπανίδη, (εκδ. Θεμέλιο). Πρόκειται για ένα συλλογικό πορτρέτο του κόμματος «που αναδύθηκε αιφνιδίως, προκάλεσε έντονα πάθη, εκτοξεύτηκε μέσα από τις αντιφάσεις του και (μοιάζει να) εγκαθιδρύθηκε ως βασικός παίκτης εξουσίας, αφήνοντας βαθύ αποτύπωμα στην εποχή του, για το καλό ή το κακό».

Στην έκδοση αυτή συγκεντρώνονται μελέτες από 19 από τους καλύτερους νέους πολιτικούς επιστήμονες και ιστορικούς, συνομήλικους λίγο πολύ, του εγχειρήματος ΣΥΡΙΖΑ. Και επειδή οι συγγραφείς συγκρίνουν τη δουλειά τους με τις μελέτες των δασκάλων τους για το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή εκείνες που γράφηκαν στη δεκαετία του 1980 και 1990, θα έλεγα ότι είναι καλύτερη.

Γιατί σε εκείνες τις μελέτες, η ανάλυση υποχωρούσε στη δεοντολογία. Οι συγγραφείς δηλαδή τότε είχαν έναν κανόνα στο μυαλό τους και μετρούσαν με τη μεζούρα τις αποκλίσεις. Στον τόμο αυτό δεν υπάρχει η αντίληψη ότι η Ελλάδα είναι εξαίρεση ή απόκλιση από την Ευρώπη. Αντίθετα, ξεδιπλώνεται η αντίληψη ότι μέσα από την κρίση που έπληξε την Ελλάδα προκύπτει ένας πειραματισμός ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, στον οποίο δοκιμάζονται πολλά υλικά, ευρωπαϊκά και ελληνικά.

Το βιβλίο, χωρίς να υποκαθιστά μια ιστορία της κρίσης, διαβάζεται και ως ιστορία της κρίσης. Νομίζω ότι η έκδοση αυτή δίνει μια τεκμηριωμένη απάντηση, με στοιχεία από αλλεπάλληλες εκλογικές μετακινήσεις κατά τη διάρκεια χρόνων, στη θεωρία για την προσωρινότητα του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία τάχα θα εκλείψει με την επιστροφή στην κανονικότητα.

Δεν διαπιστώνουμε μόνο μια συνολική μετατόπιση τριών εκατομμυρίων ψήφων του ΠΑΣΟΚ σε τέσσερις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ ακολούθησε την ίδια αλματώδη πορεία εκείνου του κόμματος, στα 1974-1981, που δημιούργησε ένα από τα μακροβιότερα ελληνικά πολιτικά συστήματα στην ελληνική ιστορία. Δίνει τεκμηριωμένη απάντηση και στις μεταμορφώσεις και μετατοπίσεις του ΣΥΡΙΖΑ που δεν ήταν μικρότερου βεληνεκούς από εκείνες του ΠΑΣΟΚ.

Η σύγκριση με το ΠΑΣΟΚ θεωρείται συνήθως αρνητική λόγω της κατάληξης αυτού το κόμματος. Ωστόσο εξέφρασε μια ιστορική ανάγκη: την άρνηση, τον τερματισμό και την υπέρβαση της μετεμφυλιακής περιόδου. Διεύρυνε τη Μεταπολίτευση και διαχειρίστηκε την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, στην οποία προηγουμένως είχε αντιταχθεί. Εκείνα τα κόμματα από τα οποία το ΠΑΣΟΚ άντλησε μαζικά ψήφους ήταν η προδικτατορική Αριστερά (ΕΔΑ) και Κεντροαριστερά (μέρος της Ε.Κ.), σχηματισμοί που εξέφρασαν ανάλογες ανάγκες στην εποχή τους, και αυτά κόμματα χωρίς συνέχεια.

Παρατηρούμε επομένως ότι η δημοκρατική παράταξη στην Ελλάδα δεν εκφράζεται από ένα κόμμα παγιωμένης καθεστωτικής διαχρονίας, όπως η Δεξιά, αλλά από κομματικούς σχηματισμούς, οι οποίοι ανεξαρτήτως ιστορικής προέλευσης ανταποκρίνονται στις ιστορικές προκλήσεις της εποχής τους. Και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ακόμη μέλλον αλλαγών και μετασχηματισμών. Αν δεν αλλάξει, ένας νέος σχηματισμός θα τον αντικαταστήσει, αργά ή γρήγορα.

Συμπέρασμα: Εχει δίκαιο ο πολιτικός γόνος. Το δίλημμα είναι αναπαλαίωση με δοκιμασμένα τζάκια ολιγαρχικού κοινοβουλευτισμού, πατροναρισμένα από λατινοαμερικάνικου τύπου νονούς, ή διάλογος και πειραματισμός με τη ρέουσα ιστορία;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 6/5/2019. 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση