Τετάρτη, 28 Οκτώβριος 2020

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

2ο Πανελλήνιο Συνέδριο για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία (ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε.)

«Κοινωνικοί εταίροι, Πολιτεία, ακαδημαϊκή κοινότητα να συνεργαστούμε εποικοδομητικά με αμοιβαία εμπιστοσύνη και σεβασμό και να δημιουργήσουμε από κοινού τις απαραίτητες συνέργειες για ένα ασφαλές και υγιές μέλλον για όλους»
Ξεκίνησε το 2ο Συνέδριο στο Μέγαρο Μουσικής με τη συμμετοχή περισσότερων από 100 Ομιλητών και παρουσία περισσοτέρων των 600 Συνέδρων.
«Στόχος του συνεδρίου, είπε η κ Μπαρδάνη, είναι να ενεργοποιήσει και να φέρει κοντά όλες αυτές τις δυνάμεις της εργασίας και της κοινωνίας που πιστεύουν και εργάζονται ώστε να βελτιώνονται συνεχώς οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, όλες αυτές τις δυνάμεις που δημιουργούν το μέλλον με γνώση, εμπειρία και αξίες.
Οι αλλαγές τις οποίες θα συζητήσουν εξαιρετικοί εισηγητές από διάφορους επιστημονικούς και επιχειρηματικούς χώρους και θα αναλύσουν, είναι ποικίλες, συνεχείς και έρχονται με μεγάλη ταχύτητα.
Οι αλλαγές όμως είναι απόδειξη ζωής και πρέπει να αποτελέσουν πηγή δημιουργίας.
Οι αλλαγές δεν αντιμετωπίζονται μέσα στα λιγότερο ή περισσότερο στενά πλαίσια του καθενός ή της κάθε ομάδας. Οι αλλαγές απαιτούν συνεργασίες, συνέργειες και συντονισμένες δράσεις. Απαιτούν δυναμικές πρωτοβουλίες που στηρίζονται στη συμπληρωματικότητα μέσα σε ένα πλαίσιο ανταλλαγής, προσφοράς και ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας.
Στην συνέχεια η Πρόεδρος του ΕΛΙΝΥΑΕ επισήμανε με έμφαση ότι συντεχνιακές αντιλήψεις, μικροπολιτικές συμπεριφορές, ξεπερασμένες από την πραγματικότητα αντιλήψεις δεν έχουν θέση στο μέλλον που οφείλουμε να δημιουργήσουμε. Διλήμματα και διχαστικές νοοτροπίες είναι έξω από τις προσπάθειες αυτές.
Το όραμα μας είναι η προαγωγή της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία και η εμπέδωση της νοοτροπίας πρόληψης με την συνέργεια και προς όφελος επιχειρήσεων, εργαζομένων και της κοινωνίας».
Απευθυνόμενη στον Υπουργό Εργασίας τόνισε ότι «στο νέο εργασιακό τοπίο που διαμορφώνεται μπροστά μας, και στο οποίο όλοι συμμετέχουμε, οι προκλήσεις για την Υγεία και την Ασφάλεια είναι μεγάλες.
Το ΕΛΙΝΥΑΕ τα τελευταία χρόνια εντατικοποίησε τις προσπάθειες για ταχύτερη και ποιοτική ανταπόκριση στις σύγχρονες προκλήσεις, με ανάπτυξη καινοτόμων εργαλείων, βελτίωση εσωτερικής οργάνωσης, ενίσχυση εξωστρέφειας και προγραμματισμό νέων δράσεων και συνεργασιών. Είμαστε έτοιμοι να συμβάλλουμε στη προσπάθεια της Πολιτείας ώστε η κινητοποίηση που άρχισε μερικές δεκαετίες πριν, με την υποστήριξη σύγχρονου κανονιστικού πλαισίου, να ριζώσει και να αποδώσει καρπούς.
Παραφράζοντας τη γνωστή φράση του Χόκινς «Δεν φοβόμαστε την αλλαγή, αλλά την αξιοποιούμε προς όφελός μας» ανταποκρινόμαστε στην αλλαγή, ενεργούμε προ-δραστικά, με διορατικότητα, επιδιώκουμε την δραστηριοποίηση όλων των επιχειρήσεων: μικρών, μεσαίων και μεγάλων, όλων των εργαζομένων: νέων και ατόμων με μεγαλύτερη εμπειρία.
«Είναι λοιπόν σημαντικό όλοι εμείς, κοινωνικοί εταίροι, Πολιτεία, ακαδημαϊκή κοινότητα να συνεργαστούμε εποικοδομητικά με αμοιβαία εμπιστοσύνη και σεβασμό και να δημιουργήσουμε από κοινού τις απαραίτητες συνέργειες για ένα ασφαλές και υγιές μέλλον για όλους».

Η απόδρομη – λέμε – Ελληνική οικονομική κατάθλιψη

Δύσκολα θα θεωρούσε κανείς ότι ένα βιβλίο που επιλέγει ως υπότιτλο (είναι γνωστό ότι συνήθως στους υποτίτλους βρίσκει κανείς την πρόθεση των συγγραφέων) να μιλήσει για την «Ελληνική οικονομική κατάθλιψη» μπορεί να περικλείει τελικώς αισιόδοξο μήνυμα. Και όμως: το βιβλίο που παρουσίασαν προχθές Γιάννης Στουρνάρας και Στέλιος Πέτσας, το «Οικονομικός Πόλεμος και Νομισματική Ειρήνη» του Κωνσταντίνου Γκράβα, ακόμη κι αν την Great Depression των ΗΠΑ του Μεσοπολέμου την μεταφέρει ως Ελληνική κατάθλιψη, καθώς σ' εμάς η κρίση της δεκαετίας που πέρασε «είναι πολυδιάστατη και υπερβαίνει την οικονομική σφαίρα», ενώ σε βάθος και διάρκεια/η επαναφορά υπήρξε χειρότερη κι από την Great Depression, κατορθώνει να έχει κατάληξη εποικοδομητική – αν όχι αισιόδοξη.
Για τον Γιάννη Στουρνάρα, η πρωτοτυπία του βιβλίου Γκράβα βρίσκεται στο ότι προσεγγίζει την κρίση μέσα (και) από τα μάτια των Κεντρικών Τραπεζών, εγγυητριών της οικονομικής ειρήνης, χωρίς όμως να ξεφεύγει από την γλώσσα που μπορεί να κατανοήσει ο μέσος άνθρωπος. Ο μέσος ενδιαφερόμενος, ο μέσος μη-προκατειλημμένος άνθρωπος εννοείται. Και μάλιστα με προσφυγή όχι μόνο στους οικονομολόγους και τους ιστορικούς της οικονομίας, αλλά και οι εκφραστές άλλων χωρών της σκέψης: άλλωστε, μην ξεχνούμε ότι τα Οικονομικά στο ξεκίνημά τους ήταν Πολιτική Οικονομία. Έτσι μόνον με μια ευρύτερη κοινωνική προσέγγιση «οι κόποι των Ελλήνων πολιτών μέσα στην κρίση θα βρουν ανταμοιβή» με την έξοδο απ 'αυτήν - υπό συνθήκες όμως συνεχιζόμενης σταθερότητας. Και, σ' αυτήν την βάση, θα ξεκινήσει η διεκδίκηση της μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων.
Για τον Στέλιο Πέτσα, το ζητούμενο σήμερα είναι να λειτουργήσει η συνειδητοποίηση του τι συνέβη, του πώς φθάσαμε στην κρίση ως εγγενής άμυνα στο να μην ξαναβρεθούμε στα λάθη, την επανάπαυση, τους εγκλωβισμούς του παρελθόντος. Η αμφιθυμία γύρω από την ανάλυση της Ελληνικής κρίσης - πρόβλημα δημοσιονομικό η ανταγωνιστικότητας; - δεν έπαψε να τραυματίζει σ' όλη την διάρκειά της.
Μιλήσαμε προηγουμένως για το πόσο πολυδιάστατη, πέραν και του οικονομικού, υπήρξε η Ελληνική κρίση. Το έβλεπε αυτό ήδη, με την ματιά του ιστορικού, ο Κώστας Κωστής όταν κατέγραφε το πώς «στην διαμόρφωση των συνθηκών που οδήγησαν στην κρίση, σημαντικό ρόλο έπαιξαν πολλοί παράγοντες , που μόνον στον συνδυασμό τους μπορούν να μας επιτρέψουν να την κατανοήσουμε σ' όλη τους την πολυπλοκότητα». Μικρό δείγμα αυτής της πολυπλοκότητας – ιδιαίτερα πικρό για όσους θυμούνται την πορεία προς και μέσα στην ΟΝΕ – η παρατήρηση του Τάσου Γιαννίτση, ότι «το Ασφαλιστικό υπήρξε σημαντικός γενεσιουργός παράγοντας της κρίσης [...] τα αθροιστικά ελλείμματα και οι συνολικές δαπάνες για το Ασφαλιστικό αντιπροσώπευαν το 83% των αθροιστικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων της περιόδου 2006-2009».
Κανείς δεν θα κατηγορούσε τον Κ. Γκράβα για αντιμνημονιακότητα, πολύ λιγότερο για αντιΕυρωπαϊσμό/αντιΔυτικισμό. Όμως δεν διστάζει να κάνει λόγο για «ανήθικη» διαπραγμάτευση, για υπογραφή του πρώτου (τουλάχιστον) Μνημονίου με την πλάτη στον τοίχο, καθώς «στην ουσία είναι μάλλον αμφίβολο αν υπήρξαν διαπραγματεύσεις, ή αν [η τότε Κυβέρνηση] κλήθηκε να υπογράψει συμφωνία που δεν ήταν σε θέση να διαπραγματευθεί»
Δεν στέκεται ο Κ. Γκράβας – ούτε άλλωστε ο Γ. Στουρνάρας – στην επισήμανση της προαναγγελθείσας αστοχίας του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή που αναγνώρισε άλλωστε ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, αλλά αρκετά εκ των υστέρων... στην «συνταγή» ΔΝΤ. Δίνει το ιδιότυπο ελαφρυντικό του Λούντβιχ ντε Μίζες, ότι «τα πειράματα που πραγματοποιούνται σε εργαστήριο, δεν μπορούν να εκτελεσθούν και να εφαρμοσθούν στην οικονομία». (Μόνο που, εδώ, στην ελληνική περίπτωση πειράματα εκτελέσθηκαν. Με μόνον βαθμιαία φθίνουσα αυταρέσκεια – και των πειραματιστών και, συχνά, του πειραματόζωου, που θεώρησε ότι το ύφος ευπειθούς συμμόρφωσης θα βοηθούσε στην αποτελεσματικότητας της θεραπείας!).
Πάντως στο ιδιότυπο αυτό βιβλίο ο συγγραφέας ενσωματώνει ανάγνωση των πολιτικών συσχετισμών, διδάγματα της οικονομικής ιστορίας, ακόμη-ακόμη και ζεύγματα όπως Θουκυδίδη/Hobbes ή και Αριστοτέλη/Κομφουκιανού Μάο Τσε-Τουνγκ. Υπ' αυτήν την έννοια ακολούθησε την Κεϋνσιανή σύσταση, να προσλαμβάνει ο οικονομολόγος «το παρόν υπό το φως του παρελθόντος για τους σκοπούς του μέλλοντος [όντας] μαθηματικός, ιστορικός, πολιτικός, φιλόσοφος».
Δεν είναι εύκολο να συμμερισθεί κανείς την αισιοδοξία του συγγραφέα ότι ο ρόλος των Κεντρικών Τραπεζών (η «νομισματική ειρήνη») θα αρκέσει για να φέρει το τέλος εκείνου που εύστοχα διαγιγνώσκει ως «οικονομικό πόλεμο». Και ότι, κάπως σαν συνέπεια αυτής της θεσμικής αισιοδοξίας , ότι η Ελλάδα-«ειδική περίπτωση» θα συνεχίσει να πλέει προς μια Καντιανή διηνεκή ειρήνη. Όμως υποχρεώνει τον αναγνώστη να δει τις ίδιες του τις προκαταλήψεις, να ξαναδεί την πολυπλοκότητα – και, ίσως-ίσως, να καταπολεμήσει την αντίληψη αδιεξόδου που άφησε πίσω η «οικονομική κατάθλιψη».

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 23/11/2019. 

Επιστημονικό Συμβουλιο για την Κοινωνία της Πληροφορίας

Το 8ο Διεθνές Συνέδριο 'Ηλεκτρονική Δημοκρατία: Διασφαλίζοντας την Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στην Ψηφιακή Εποχή" λαμβάνει χώρα στις 12-13 Δεκεμβρίου 2019, στην Αθήνα (www.edemocracy2019.eu). Επικεντρώνει τη θεματολογία του στην προάσπιση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ψηφιακή εποχή, από διεπιστημονική σκοπιά. Θα μιλήσουν διακεκριμένες προσωπικότητες, όπως ο Καθηγητής Γεώργιος Μητακίδης (τίτλος ομιλίας: "Reinventimng Democracy in the Digital Era"), καθώς και εκπρόσωποι της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Θα παρουσιαστούν 15 ερευνητικές εργασίες, όπου Έλληνες και ξένοι ειδικοί πληροφορικής, νομικής και άλλων επιστημονικών πεδίων που ασχολούνται με σχετικά θέματα στον ακαδημαϊκό χώρο, τις επιχειρήσεις και τον δημόσιο τομέα, θα παρουσιάσουν το ερευνητικό έργο τους, θα συζητήσουν ενδιαφέροντα θέματα και θα ενημερώσουν για σημαντικές εξελίξεις στα σχετικά ζητήματα. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται σε θέματα δημοκρατίας, προστασίας δεδομένων, ασφάλειας πληροφοριών και ηθικής σε σχέση με τις σημαντικές για τον ψηφιακό μετασχηματισμό τεχνολογίες, όπως την τεχνητή νοημοσύνη, το μελλοντικό διαδίκτυο και τις τεχνολογίες 'blockchain'.
Επίσης, θα λάβουν χώρα και 2 παράλληλες εκδηλώσεις. Η πρώτη θα παρουσιάσει αποτελέσματα από ερευνητικά έργα που χρηματοδοτούνται από την Ε. Ένωση σχετικά με την υποστήριξη της συμμόρφωσης με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ). Η δεύτερη εκδήλωση, στα ελληνικά, αφορά στην 3η Ημερίδα για τον ΓΚΠΔ, όπου θα παρουσιαστούν θέματα διακυβέρνησης της εποπτείας συνεκτικής εφαρμογής του ΓΚΠΔ, τεχνολογικών μέσων ενίσχυσης της προστασίας δεδομένων (ψευδωνυμοποίηση, ανωνυμοποίηση, κρυπτογράφηση), αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων και δημιουργίας προφίλ, διαχείρισης περιστατικών παραβίασης δεδομένων, κ.ά.

*To 8o Διεθνές Συνέδριο "Ηλεκτρονική Δημοκρατία" θα γίνει στις 12-13 Δεκεμβρίου 2019 στο Divani Caravel Hotel, Λεωφ. Βασ. Αλεξάνδρου 2, Αθήνα. 

Η κληρονομιά μιας δικτατορίας: Πολιτική κρίση και κατάρρευση του κοινωνικού συμβολαίου στη Χιλή

Πολλοί Χιλιανοί πιστεύουν ότι η χώρα τους έχει χάσει τον προσανατολισμό της. Οι μαζικές διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις και η απόφαση κήρυξης της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, υπογραμμίζουν την ανάγκη για μια πολιτική μεταρρύθμιση μέσω της οποίας θα δωθεί προτεραιότητα στην καθολική υγειονομική περίθαλψη, και σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, αντιστοίχο των αναπτυγμένων χωρών του ΟΟΣΑ. Υπενθυμίζεται ότι η Χιλή έχει την υψηλότερη εισοδηματική ανισότητα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, μεγαλύτερη ακόμη και από το Μεξικό και την Τουρκία.

Οι αυξήσεις των τιμών του μετρό πυροδότησαν ένα ευρύτατο δημόσιο ακτιβισμό στο Σαντιάγκο και σε ολόκληρη τη χώρα, αναγκάζοντας τη Χιλή να μη διοργανώσει τη διάσκεψη κορυφής για το κλίμα και τη σύνοδο κορυφής οικονομικής συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού. Τα δύο αυτά γεγονότα έχουν φέρει τις κοινωνικές ανισότητες στην πιο εύπορη χώρα της Λατινικής Αμερικής στην πρώτη γραμμή του παγκόσμιου ενδιαφέροντος.

Πως φθάσαμε όμως στις μαζικές αντίδρασεις των πολιτών; Η άνευ κριτικής αξιολόγησης υιοθέτηση της πιο ακραίας εκδοχής της ελεύθερης αγοράς από τη δικτατορία Pinochet στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, οδήγησε στην κατάρρευση του κοινωνικού συμβολαίου και στην ιδιωτικοποίηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Ένα νέο σύστημα προσωπικών λογαριασμών συνταξιοδότησης ήταν υποχρεωτικό για τους νέους εργαζόμενους, ενώ οι υπόλοιποι θα μπορούσαν να αποχωρήσουν από τα υπάρχοντα δημόσια συστήματα. Η φιλοσοφία των προσωπικών λογαριασμών αντιπροσώπευε μια νεοφιλελεύθερη στρατηγική, αναδεικνύοντας το ρόλο του ατόμου πάνω από κάθε σύστήμα αναδιανομής και αλληλεγγύης.

Το σύστημα ασφάλισης και παροχών λόγω αναπηρίας ιδιωτικοποιήθηκε, ενώ η εκπαίδευση και η υγεία υπέστησαν τη δραστική εφαρμογή της επικουρικότητας. Το κράτος παρεμβαίνει μόνο όταν ο ιδιωτικός τομέας δεν ενδιαφέρεται να επενδύσει. Ο βασικός ρόλος της δημόσιας εκπαίδευσης στην ενίσχυση της δημοκρατίας, συμβάλλοντας έτσι στην πολυφωνία και την κοινωνική συνοχή, απορρίφθηκε. Τέλος, επετράπη σε όσους ασφαλισμένους θέλουν να αποχωρήσουν από το κρατικό σύστημα ασφάλισης υγείας (Fondo Nacional de Salud, FONASA) και να συμμετάσχουν σε ιδιωτικες ασφαλίσεις υγείας (Instituciones de Salud Previsional, ISAPREs). Αυτό ήταν και το τελικό χτύπημα στο κοινωνικό κράτος και το τέλος του εθνικού συστήματος υγείας που θεμελιώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 με βάση τις προτάσεις του Salvador Allende. Το 'σύστημα υγείας δύο βαθμίδων' ενσωματώθηκε στο Σύνταγμα της Χιλής το 1980. Κατά ειρωνικό τρόπο, το Σύνταγμα ορίζει ότι κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να επιλέγει μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής ασφάλισης. Ωστόσο, οι πολίτες που επίλεγουν την ιδιωτική ασφάλιση χαίρουν υψηλότερης κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, είναι νεότεροι και υγιέστεροι. Γιατί γίνεται αυτό; Οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες χρεώνουν ασφάλιστρα που αντιστοιχούν στον ασφαλιστικό 'κίνδυνο' του κάθε ασφαλισμένου (οι πολίτες με χρόνια νοσήματα πληρώνουν περισσότερα) και διατηρούν το δικαίωμα να απορρίψουν τους αιτούντες με προϋπάρχουσες παθήσεις. Επίσης, τα ασφάλιστρα είναι ιδιαίτερα περιοριστικά για άτομα με χαμηλό εισόδημα. Το 2015, το μέσο ιδιωτικό ασφάλιστρο ισοδυναμούσε με το 45% του κατώτατου μισθού.

Επιπρόσθετα αρκετοί πολίτες που έχουν καταβάλλει εισφορές στην ιδιωτική ασφάλιση για πολλά χρόνια όταν είναι υγιείς, χωρίς να χρησιμοποιήσουν την ασφάλεια υγείας, μπορούν να επιστρέψουν στη δημόσια ασφάλιση υγείας εάν είναι άνεργοι, πάσχουν από πολλαπλά νοσήματα ή έαν έχουν συνταξιοδοτηθεί και πρέπει να πληρώσουν υψηλά ασφάλιστρα, για να αποφύγουν το κόστος σημαντικών ιατρικών δαπανών. Η πολιτική των κυλιόμενων θυρών ευνοεί τους εύπορους και αποδυναμώνει το δημόσιο σύστημα. Η επίπτωση αυτής της πολιτικής είναι η σημαντική απώλεια πόρων και η έλλειψη πολιτικών αναδιανομής για τον δημόσιο τομέα, που είναι στην ουσία ένα φτωχο σύστημα για τους μη προνομιούχους.

Στην πράξη μόνο το 17-18% του πληθυσμού επιλέγει την ιδιωτική ασφάλιση. Αντίθετα, το δημόσιο σύστημα επιβαρύνεται με ευάλωτους ασθενείς υψηλού κόστους και επιπλέον καλύπτει τους πολίτες χωρίς εισόδημα. Οι περισσότερες ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες έχουν μεγάλη κερδοφορία, της τάξεως του 23% επί των εσόδων τους, για το 2017. Έχουν επίσης μεγάλες διοικητικές δαπάνες που αντιστοιχούν στο 11% των εσόδων τους, 12,67 φορές υψηλότερες ανά ασφαλισμένο σε σύγκριση με το δημόσιο σύστημα. Το μεγαλύτερο μέρος των διοικητικών δαπανών διατίθεται σε διαφήμιση και πολιτικές μάρκετινγκ. Ο στόχος των ιδιωτικών εταιρειών είναι να προσελκύσουν τους εύπορους, τους νέους και τους υγιείς.

Επιπρόσθετα, η πλειονότητα των ανθρώπινων πόρων και ειδικά οι γιατροί είναι δυσανάλογα κατανεμημένοι μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Η σημαντική πλειοψηφία των ιατρών επιλέγουν να εργαστούν στον ιδιωτικό τομέα και να παρέχουν φροντίδα στο μικρό ποσοστό του πληθυσμού που είναι ιδιωτικά ασφαλισμένοι. Μόνο το 44% των γιατρών έχει συμβόλαια (αρκετοί με μερική απασχόληση) με το δημόσιο τομέα. Ο δημόσιος τομέας είναι υποχρηματοδοτημένος και ανεπαρκώς εξοπλισμένος για να παρέχει φροντίδα στην πλειοψηφία του πληθυσμού που επιλέγει να παραμείνει στο δημόσιο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, λόγω της σημαντικής διαφοράς κόστους της ιδιωτικής ασφάλισης. Ως αποτέλεσμα, οι ανισότητες στην πρόσβαση των υπηρεσιών υγείας για τους χρόνια ασθενείς, τους ηλικιωμένους και τους φτωχούς είναι έντονες. Οι λίστες αναμονής για εξειδικευμένες ιατρικές συμβουλές και χειρουργικές επεμβάσεις είναι συνηθισμένο φαινόμενο στα δημόσια νοσοκομεία και τα τμήματα επειγόντων περιπτώσεων κατακλύζονται από ασθενείς.

Η κληρονομιά της δικτατορίας είναι διάχυτη. Το αποτέλεσμα του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού συμβολαίου που εισήγαγε ο José Piñera, ένα από τα Chicago boys και υπουργός εργασίας του Pinochet, ήταν η άδικη κατανομή πόρων και μια περίοδος 40 ετών έντονων κοινωνικών ανισοτήτων. Σήμερα, ο αδελφός του Sebastián Piñera, ο πρόεδρος της Χιλής, πρέπει να αποφασίσει εάν έχει έρθει η ώρα για μια βαθιά διαρθρωτική αλλαγή στο κοινωνικό κράτος βασισμένη σε ένα διαφορετικό αξιακό πλαίσιο.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 23/11/2019. 

Πριν και μετά την πτώση του Τείχους: μια αφήγηση

Να παρουσιάσουμε μιαν ιδιότυπη εμπειρία, πριν 30 χρόνια, από την – κατά κάποιον τρόπο – πλαισίωση του μεγάλου, εμβληματικού για τον βηματισμό της Ιστορίας στην περιοχή αυτή του κόσμου (την πολυτραυματία Ευρώπη, που σήμερα πορεύεται με σχετικά ευπρεπή μελαγχολία τον δρόμο της εγκατάστασης στην λειτουργία πολυ-Μουσείου για την θορυβώδη ανθρωπότητα: άλλη συζήτηση αυτή...) γεγονότος της πτώσης του Τείχους. Που έζησε 40τόσα χρόνια, όμως σημάδεψε πολύ σοβαρά τις συνειδήσεις. Και συμβόλισε την μετάβαση της Ευρώπης, αλλά και του διεθνούς συστήματος σε ένα αύριο που ζούμε σήμερα.
Πτώσης που δεν έφερε τα «ανθισμένα τοπία» το οποίο ο Χέλμουτ Κολ υποσχόταν στους Ανατολικογερμανούς, ούτε και τους γεωπολιτικούς κινδύνους που ο Φρανσουά Μιτεράν διαισθανόταν για την υπόλοιπη Ευρώπη όταν προσπάθησε να αναστείλει την επανένωση των Γερμανιών (και κατέληξε να ποντάρει στην πλαισίωσή της με την προώθηση της ΟΝΕ/της Ευρωζώνης, που όμως οδήγησε στην άλλη, οικονομικοπολιτική αυτή, κυριάρχηση – και βλέπουμε). Όμως, 30 χρόνια αργότερα, έφερε την πυκνή διερώτηση που μαρτυρεί το πλήθος των αναλύσεων, αναστοχασμών, προβολών που διαβάσαμε όλον αυτόν τον καιρό για την πτώση του Τείχους.
Ιδού, λοιπόν, μια μαρτυρία που ξεκινάει τέλη Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου του 1989, μήνες πριν αρχίσει το θεαματικό ξήλωμα του Τείχους. Η σκηνή στο Νταβός, την (ακόμη, τότε) κλειστή σύναξη πεφωτισμένων (κατά την δική τους άποψη) επιχειρηματιών, που, μαζί με εκπροσώπους της πανεπιστημιακής ελίτ, ανθρώπους των think tanks, υψηλά κυβερνητικά στελέχη, διπλωμάτες, ανθρώπους του Τύπου κοκ επιχειρούσαν «να δουν στην κρυστάλλινη σφαίρα», τι θα φέρει το μέλλον, γεωπολιτικό/τεχνολογικό/οικονομικό.
Εκείνη λοιπόν την χρονιά, που η Ρωσική αντιπροσωπεία ξεδίπλωνε την λογική της Περεστρόικα, η οποία είχε ξεκινήσει πριν 3-4 χρόνια αλλά κορυφωνόταν τότε, είχε διακινηθεί και από Αμερικανούς και από ΚεντρΕυρωπαίους συμμετέχοντες η αίσθηση/πρόβλεψη ότι σύντομα σημαντικά γεγονότα/momentous events θα άλλαζαν την χάρτη στην Ευρώπη. Ρώσοι και Ανατολικοί, αντιθέτως, εξηγούσαν ότι το λειώσιμο των πάγων της Περεστρόικα και της Γκλάσνοστ θα οδηγούσαν σε βαθμιαία μετάβαση σε ένα προβλεπτό αύριο. Την νευρικότητα Γάλλων αλλά και Άγγλων την έβλεπες. την αισθανόσουν. Όσο για τους κυρίαρχους στο σκηνικό του Νταβός οικονομικούς παράγοντες, αυτοί θεωρούσαν ότι η εξέλιξη των πραγμάτων θα έφερνε προβλεπτή και χωρίς κραδασμούς ανάπτυξη μέσα από συνεργατικά ιδίως σχήματα. Μάλιστα ένας από τους συμμετέχοντες, Γερμανός αλλ' επικεφαλής Ελβετικής πολυεθνικής, πρότεινε σε ομάδα συμμετεχόντων (μεταξύ τους και δημοσιογράφοι) να πάνε με το προσωπικό του αεροπλάνο επιτόπου, στο Βερολίνο, να αισθανθούν την ένταση/vibrancy των διεργασιών. [Λίγους μήνες αργότερα, με το άνοιγμα των συνόρων στην Ουγγαρία/Αυστρία, η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει...].
Πέρασαν κάποιοι μήνες, και τον Νοέμβριο του 1989 στις Βρυξέλλες διεξαγόταν Σεμινάριο – αυτό πιο πανεπιστημιακό, αλλά και πάλι με δημοσιογραφική παρουσία – όταν έφθασε η έκρηξη, ανέβηκαν οι εικόνες από την πτώση του Τείχους. Αυτή την φορά οι συμμετέχοντες οργάνωσαν μόνοι τους «πορεία» ενημέρωσης προς Βερολίνο, ενώ ήδη τα 10 σημεία Κολ για την επανένωση των Γερμανιών συζητιούνταν ανοιχτά. Με τις διεθνείς τις Ευρωπαϊκές θεσμικές διαστάσεις τους. Στους Γερμανούς του Συνεδρίου, το κλίμα ήταν ευθέως εορταστικό (λεπτομέρεια: περισσότερο στους μεγαλύτερους παρά στην νεότερη γενιά) στους Γάλλους και Βρετανούς είχε πλέον επικρατήσει η αίσθηση της νομοτέλειας – με μουρμουριστή την συζήτηση για τις συνέπειες και τις μετέπειτα ισορροπίες.
Πάλι λίγους μήνες αργότερα, στο Νταβός του 1990, έβλεπε κανείς πώς η πορεία προς την επανένωση είχε ήδη ξεκινήσει, δρομολογηθεί: ακόμη και λεπτομέρειες της διαδικασίας επανένωσης και της αντιμετώπισης των προβλημάτων που διαγράφονταν στον ορίζοντα – από την σχέση ανταλλαγής νομισμάτων 1:1 μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας που εθεωρείτο δυνητικά καταστροφική, ή πάλι την μετάβαση της κρατικοκεντρικής οικονομίας σε Δυτικά πρότυπα (μέχρι και η λογική Treuhand είχε αναφερθεί) - ήταν αντικείμενο συζήτησης. Σε αντίθεση όμως με το τι θα ανέμενε κανείς, οι ενθουσιασμοί είχαν κάνει πίσω.
Περισσότερο οι συζητήσεις στρέφονταν στα σχήματα γεωπολιτικών ισορροπιών, στην λογική και τις συνέπειες του σχήματος 4+2 για την διεθνή διάσταση της διαρρύθμισης της «καρδιάς της Ευρώπης». Κάποιοι, δανειζόμενοι σχήματα παρελθόντος αναφέρονταν σε αναβίωση Mittleuropa. Ενώ στο επιχειρηματικό σκέλος, δυο φυλές/προσεγγίσεις ήδη αναμετριούνταν: οι αισιόδοξοι/ υπεραισιόδοξοι που έβλεπαν ευκαιρία εκρηκτικής ανάπτυξης, και οι επιφυλακτικοί/απαισιόδοξοι που αναζητούσαν ποια αποσταθεροποιητική επίπτωση θα προέκυπτε – και πώς/πότε θα κατορθωνόταν η απορρόφησή της.
Τριάντα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, πολλά από τα τότε ερωτήματα δεν έχουν ακόμη βρει απάντηση – ικανοποιητική τουλάχιστον.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 16/11/2019. 

Με ποιες χώρες μοιάζει η Ελλάδα;

Τα έθνη είναι σαν τους ενήλικους ανθρώπους. Ο λόγος δε που μερικοί ενήλικοι μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους δεν είναι επειδή ζουν στην ίδια γειτονιά ή εργάζονται στο ίδιο επαγγελματικό περιβάλλον. Είναι διότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκαν και μεγάλωσαν υπήρξαν σχετικά κοινές με αποτέλεσμα να διαμορφώσουν παρόμοιους ατομικούς χαρακτήρες.

Με τον ίδιο τρόπο, εξαιτίας της διαφορετικής ιστορικής πορείας που ακολούθησε η Ελλάδα από τα όμορά της βαλκανικά έθνη και την Τουρκία κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, οι μεταξύ τους διαφορές είναι συχνά εντονότερες από τις επιμέρους ομοιότητες. Σημαντικές ανομοιότητες επίσης υπήρξαν ανέκαθεν, και συνεχίζουν να υπάρχουν, ανάμεσα στην Ελλάδα και στις δυτικές ευρωπαϊκές χώρες – και τούτο παρά την κοινή τους συμμετοχή σε διάφορους υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ. Ακόμη και με τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου (Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία), με τις οποίες η Ελλάδα παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες, οι διαφορές φαίνεται να υπερισχύουν, πράγμα που άλλωστε φάνηκε καθαρά από τον ιδιόμορφο τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα στάθηκε απέναντι στην οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας.

Ωστόσο η σύγχρονη Ελλάδα κάθε άλλο παρά αποτελεί ιστορική ιδιαιτερότητα, όπως συχνά μας αρέσει να πιστεύουμε. Η διαδρομή που ακολούθησε η χώρα κατά τους δύο τελευταίους αιώνες παρουσιάζει μεγάλη συγχρονία και εντυπωσιακή ομοιότητα με τις διαδρομές που ακολούθησαν οι χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Παρακολουθήστε επί τροχάδην:

Οπως η τουρκοκρατούμενη Ελλάδα επαναστάτησε για την ανεξαρτησία της στις αρχές του 19ου αιώνα, το ίδιο έπραξαν ταυτοχρόνως και οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, επίσης επηρεασμένες από τη γαλλική και την αμερικανική επανάσταση. Η αρχή έγινε το 1810 στο Μεξικό και διήρκεσε μέχρι το 1825, όταν η Βολιβία και η Ουρουγουάη απελευθερώθηκαν τελευταίες από την ισπανική αποικιοκρατία. Η πιο σημαντική χρονιά ήταν το 1821. Τότε, επτά χώρες της περιοχής απέκτησαν την εθνική τους ανεξαρτησία: η Κόστα Ρίκα, η Δομινικανή Δημοκρατία, η Γουατεμάλα, η Ονδούρα, η Νικαράγουα, ο Παναμάς και το Περού. Η Βραζιλία, πρώην πορτογαλική αποικία, έγινε ανεξάρτητο κράτος με αναίμακτο τρόπο το 1820.

Όπως το νεοσσό ανεξάρτητο αλλά ανίσχυρο βασίλειο της Ελλάδας βρέθηκε αμέσως σε θέση πλήρους οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής εξάρτησης από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, έτσι και τα νεαρά έθνη της Λατινικής Αμερικής δεν μπόρεσαν να αποφύγουν παρόμοιες σχέσεις εξάρτησης από χώρες με ιμπεριαλιστικές βλέψεις, κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες. Καθώς η οικοδόμηση εθνικών κρατών απαιτούσε σημαντικούς οικονομικούς πόρους για στρατό, διοίκηση, εκπαίδευση και οικονομική ανάπτυξη, όλες οι χώρες αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε εξωτερικό δανεισμό που σύντομα κατέληξε σε σχεδόν πλήρη οικονομική εξάρτηση.

Οπως στην Ελλάδα του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε ένα ολιγαρχικό πολιτικό σύστημα, το οποίο όμως διέθετε έναν μικρό πυρήνα αστών με φιλελεύθερες ιδέες φερμένες από τη Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, έτσι και στις χώρες της Λατινικής Αμερικής ολιγάριθμες αστικές ελίτ μετέφεραν τον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό, με έντονη ωστόσο δόση εθνικισμού, στις δικές τους χώρες. Παντού σχεδόν τα νεαρά έθνη καθιέρωσαν δημοκρατικά συντάγματα εμπνευσμένα από το φιλελεύθερο πνεύμα των συνταγμάτων της Γαλλίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ισπανίας. Παντού, επίσης, ο στρατός επενέβη ενεργά στην πολιτική και συχνά στρατιωτικοί αξιωματούχοι εξελίχθηκαν σε σημαντικούς πολιτικούς ηγέτες.

Οπως στην Ελλάδα, όπου, προς τις αρχές του 20ού αιώνα, το πολιτικό σύστημα είχε ήδη διαιρεθεί ανάμεσα σε δύο αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα, έτσι και στις χώρες της Λατινικής Αμερικής δημιουργήθηκαν οι παρατάξεις των Συντηρητικών, με στόχο τη διατήρηση της παραδοσιακής κοινωνικής ιεραρχίας με την ευλογία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, και των Φιλελευθέρων, που επιδίωκαν προοδευτικές μεταρρυθμίσεις και το άνοιγμα των χωρών τους στην παγκόσμια αγορά. Πολύ συχνά, όμως, όταν καμία παράταξη δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις αγροτικές μάζες, το αποτέλεσμα ήταν ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός. Το ελληνικό Κιλελέρ ήταν το αντίστοιχο των επαναστατημένων Πάντσο Βίλα και Εμιλιάνο Ζαπάτα στο Μεξικό.

Οπως η μεταπολεμική Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ενωση, έτσι και η Λατινική Αμερική υποχρεώθηκε να ενταχθεί στο παγκόσμιο αντικομμουνιστικό μπλοκ και μάλιστα για παρόμοιους λόγους: η μεν Ελλάδα αποτελούσε τον προμαχώνα της Δύσης στα Βαλκάνια ενώ η δημιουργία μιας δεύτερης Κούβας στο νότιο ημισφαίριο της αμερικανικής ηπείρου έπρεπε οπωσδήποτε να αποκλειστεί. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας με την υποστήριξη των ΗΠΑ ήταν η μόνη λύση. Και αυτό ακριβώς συνέβη στις δεκαετίες του '60 και του '70, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αργεντινή, στη Χιλή, στη Βραζιλία, στη Βολιβία, στον Ισημερινό, στον Παναμά, στο Περού και στην Ουρουγουάη.

Οπως στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης άνθησε ο λαϊκισμός, έτσι και στις περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής λαϊκιστές ηγέτες, τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, μπόρεσαν να κινητοποιήσουν τους λαούς υποσχόμενοι κοινωνική ισότητα και οικονομική ευημερία μέσω πελατειακών εξυπηρετήσεων και αυθαίρετων παρεμβάσεων στη συνταγματική νομιμότητα. Σε όλες τις περιπτώσεις επικράτησαν χαρισματικοί ηγέτες που, επικεφαλής προσωπικών κομμάτων, έφτασαν στην εξουσία και κατόπιν τη διατήρησαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η περίπτωση του Ανδρέα Παπανδρέου έχει το αντίστοιχό της στις περιπτώσεις των Χουάν Περόν στην Αργεντινή, Αλμπέρτο Φουτζιμόρι στο Περού, Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα, Ραφαέλ Κορέα στον Ισημερινό.

Οπως η Ελλάδα, που τους δύο τελευταίους αιώνες ταλαιπωρείται από περιοδικές χρηματοπιστωτικές κρίσεις, οι οποίες, όχι σπάνια, οδηγούν σε κρατική χρεοκοπία, έτσι και οι περισσότερες χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής κάνουν πρωταθλητισμό σε αθετήσεις πληρωμών χρέους και αναγκαστικής προσφυγής στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Οι χρεοκοπίες της Αργεντινής (2001) και της Ελλάδας (2015) είναι απλώς τα πιο πρόσφατα επεισόδια μιας μακράς αλυσίδας μεγάλων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών κρίσεων που ξεκινούν από τη δημιουργία των εθνικών κρατών σε Ελλάδα και Λατινική Αμερική και φτάνουν μέχρι τις ημέρες μας.

Με τόσες ομοιότητες που παρουσιάζει με τα έθνη της Λατινικής Αμερικής, η νεότερη ελληνική ιστορία κάθε άλλο παρά ως ιδιαιτερότητα μπορεί να γίνει αντιληπτή. Το μόνο πραγματικό παράδοξο είναι ότι η Ελλάδα ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι ιστορικής εξέλιξης που πήραν οι χώρες μιας μακρινής και άγνωστης ηπείρου, παρά ένα από τα μονοπάτια που ακολούθησαν τα κοντινότερα και περισσότερο γνωστά μας ευρωπαϊκά έθνη.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 3/11/2019. 

Μιλώντας για υγιεινή και ασφάλεια εργασίας - το 2019

Ήταν πριν 30 περίπου χρόνια, όταν με προτροπή-πίεση των του συστήματος Βρυξελλών είχε αναδυθεί στην Ελλάδα η από κοινού δραστηριοποίηση των συνδικάτων και των εργοδοτικών οργανώσεων (ως «κοινωνικών εταίρων», όρος που τότε ξεκινούσε να χρησιμοποιείται ευρύτερα) στα θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζόμενων. Στον ΣΕΒ, είχε φέρει αυτήν την προβληματική ο Νίκος Αναλυτής στο τέλος της Προεδρίας Θ. Παπαλεξόπουλου και την φάση Στ. Αργυρού.. στην ΓΣΕΕ ο Γ. Ραυτόπουλος και Λάμπρος Κανελλόπουλος. Όμως η στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής - δίπλα και στην αναβάθμιση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής - στήριξη που δεν ήταν μόνον οικονομική αλλά και οργανωτική/ «εμπνευστική» στο να πάει ο κοινωνικός διάλογος παραπέρα, είχε σταθεί αποφασιστικής σημασίας. Ήταν, ας θυμηθούμε, εποχή Βάσως Παπανδρέου ως Επιτρόπου για Απασχόληση, Εργασιακές Σχέσεις, Ανθρώπινο Δυναμικό και Κοινωνικά Θέματα, σε φόντο της συνολικής προσέγγισης Ζακ Ντελόρ που «αγκάλιαζε» την Ελλάδα σε φόντο Ευρωπαϊκής νέας κοινωνικής πορείας.
Η τότε δραστηριοποίηση των κοινωνικών εταίρων στο ζήτημα αυτό έφερε ή/και στήριξε στην εφαρμογή ενός ολόκληρου πλέγματος νομοθετικών πρωτοβουλιών που κάλυψε όλη την δεκαετία του ΄90 - πάλι παράλληλα στην Ευρωπαϊκή εξέλιξη - κυρίως όμως οδήγησε σε ουσιαστική ευαισθητοποίηση στα ζητήματα υγιεινής και ασφάλειας, των μεγάλων αλλά και μεσαίων-προς-μεγάλων Ελληνικών επιχειρήσεων. Και σε αισθητή αλλαγή νοοτροπίας - όχι γενικευμένη, αλλά αρκετά ευρεία. Αυτή η κατάσταση οδήγησε τα πράγματα μέχρι την κρίση, δηλαδή μέχρι πριν μια δεκαετία. Με ωρίμανση και του κανονιστικού περιβάλλοντος, με προσπάθεια να λειτουργήσουν και ελεγκτικοί μηχανισμοί που, ωστόσο, Ελλάδα είμαστε!, περιορισμένα πέτυχαν διάχυση της μέριμνας (και αποτέλεσμα...) στον κορμό της Ελληνικής οικονομίας , που είναι και θα παραμείνει η μικρομεσαία επιχείρηση. Εδώ, τα πράγματα έμειναν εν πολλοίς σε κάτι που ευγενικά λέγεται αυτορρύθμιση (όσες διαδικασίες πιστοποίησης υπευθύνων ασφάλειας ή/και πρόσβασης σε γιατρό εργασίας και αν θεσπίζονταν).
Όμως, στο ίδιο διάστημα προέκυψε και μια άλλη αλλαγή. Βαρύτερη. Ουσιαστικότερη. Είναι η αλλαγή της ίδιας της εργασίας, του τρόπου και των συνθηκών και του περιεχομένου της εργασίας. Η εργασία με οθόνη, η συνεχής διαθεσιμότητα των ψηφιακά εργαζομένων, η ψηφιοποίηση και οι απαιτήσεις της, η διατάραξη της οικογενειακής ζωής, η επέκταση (ή μάλλον η κατάργηση...) των ωραρίων, η έννοια του νοητικού φόρτου και η εγγενής εντατικοποίηση της on-line παροχής εργασίας - όλα αυτά, άλλαξαν και θα συνεχίσουν να αλλάζουν όλο και ταχύτερα την ίδια την φύση της εργασίας. Άρα και τις επιπτώσεις στην υγεία, άρα και την συζήτηση για τους κινδύνους - από το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα και την έκθεση στην ακτινοβολία της οθόνης μέχρι τις διαταραχές προσοχής ή το άγχος από την διεπαφή ανθρώπου-μηχανής, αύριο από την πραγματικότητα της τεχνητής νοημοσύνης.
Είναι λοιπόν εξαιρετικά ενθαρρυντικό ότι το ΕΛΙΝΥΑΕ - το Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, που είχε ιδρυθεί το 1992 από κοινή πρωτοβουλία ΣΕΒ και ΓΣΕΕ, τώρα συγκεντρώνει και ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΠΕ - ξαναπιάνει το νήμα και ξεκινά νέο γύρο ευαισθητοποίησης στα θέματα αυτά.
Αυτήν την επανεκκίνηση που επιχειρεί, τώρα, το ΕΛΙΝΥΑΕ την τροφοδοτεί με σειρά ερευνών οι οποίες δίνουν πρώτη ύλη στην εκστρατεία ευαισθητοποίησης που δρομολογεί. Από την προσέγγιση της ηλικιακής πτυχής της συζήτησης - την τελευταία 15ετία , η μέση ηλικία του πληθυσμού μεγάλωσε κατά 4 χρόνια και αυτή η διαφορά παίζει ρόλο στην πρόσληψη του χώρου εργασίας και των κινδύνων του - μέχρι την συσχέτιση της νοοτροπίας πρόληψης στην εργασία με την ανάπτυξη αντίστοιχης στο σπίτι/στην οικογένεια (ποιος έχει πυροσβεστήρα στο σπίτι του; ποιος συντηρημένο πυροσβεστήρα; ποιος ξέρει να σβήνει φωτιά από λάδι, τι από ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα;), η συζήτηση αυτή έχει ευρύτατο πεδίο να καλύψει. Κυρίως όμως, οι προσβολές της υγείας «νέας εποχής», η συνειδητοποίηση του στρες και των συνεπακολούθων του θα επιχειρηθεί να έρθουν στο προσκήνιο.
Διήμερο Συνέδριο - 18/19 Νοεμβρίου, στο Μέγαρο Μουσικής, με πολλές ξένες συνεργασίες στην τομή ακαδημαϊκής προσέγγισης, έρευνας και εμπειριών των επιχειρήσεων - θα επιχειρήσει όχι μόνο να ανοίξει την συζήτηση, αλλά και να καταστήσει γνωστές νέες μεθόδους προστασίας. Από τους εξ αποστάσεως ελέγχους μέχρι την ανάπτυξη «έξυπνων μέσων» προστασίας με αποτέλεσμα, νέες τεχνολογίες και μέθοδοι στην υπηρεσία μιας κινητοποίησης που επανέρχεται. Και που είναι απαραίτητο, αυτή την φορά, να ριζώσει.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 8/11/2019. 

Ο ύστερος λαϊκισμός

Ο λαϊκισμός, όπως οι βασικότερες έννοιες στις κοινωνικές επιστήμες, έχει έναν πολυσημικό χαρακτήρα. Για αυτόν τον λόγο είναι σχεδόν αδύνατο να αναλύσει κανείς το φαινόμενο εν γένει, δηλαδή χωρίς να το εντάξει σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο: γεωγραφικό (οι Ναρόντνικοι στην Ρωσία, οι λαϊκιστές τύπου Περόν στην Λατινική Αμερική), θεσμικό (θρησκευτικό, πολιτικό, πολιτισμικό), χρονικό (προνεωτερικό, πρώιμο νεωτερικό, υστερο-νεωτερικό).

Παγκοσμιοποίηση και ο ύστερος λαϊκισμός

Σε αυτό το κείμενο θα ασχοληθώ με έναν τύπο λαϊκισμού που πήρε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά την περίοδο του ανοίγματος των παγκόσμιων αγορών στη δεκαετία του 80. Άνοιγμα που οδήγησε ραγδαία όχι στην εμφάνιση, αλλά στην κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Είναι σε αυτή την περίοδο που το κράτος, αντίθετα με την περίοδο 1945-1975, δεν μπορούσε πια να ελέγξει το κεφάλαιο εντός των εθνικών συνόρων. Κάθε προσπάθεια σοβαρού ελέγχου οδηγούσε τις επενδύσεις σε χώρες όπου η φορολογία ήταν εξαιρετικά χαμηλή και οι κυβερνητικοί ή συνδικαλιστικοί έλεγχοι σχεδόν ανύπαρκτοι. Σε αυτή την περίοδο, ο λαϊκισμός απέκτησε χαρακτηριστικά στον κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό χώρο τα οποία οδήγησαν σε μια κατάσταση που κλιμάκωσε λαϊκιστικά κινήματα και ιδεολογίες (αριστερών και δεξιών) σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε αυτή την περίοδο, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και οι παντοδύναμες πολυεθνικές που κυρίως την χαρακτηρίζουν οδήγησαν πολλές χώρες του κόσμου σε μια ιδιάζουσα κοινωνικοοικονομική, πολιτισμική και μεταναστευτική κρίση. Οι τρεις αυτές αλληλοσυνδεόμενες κρίσεις συγκροτούν σήμερα ένα σύνολο μοναδικό στην ιστορία της νεωτερικότητας.

Οι τρεις κρίσεις

Πιο συγκεκριμένα, στον κοινωνικό χώρο για παράδειγμα, οι ανισότητες εκτινάχτηκαν σε πρωτοφανή επίπεδα. Αφού ένας μικρός αριθμό του παγκόσμιου πληθυσμού (1%) ελέγχει ένα πολύ μεγάλο μέρος του παραγόμενου πλούτου. Επιπλέον, αυτή η τεράστια συγκέντρωση οικονομικών πόρων προσανατολίζεται λιγότερο στον αγροτικό και βιομηχανικό χώρο, και περισσότερο στον υπερδιογκωμένο χρηματοπιστωτικό τομέα. Τομέα όπου τα κέρδη είναι πολύ υψηλά και η φορολογία είναι εύκολο να αποφευχθεί μέσω των φορολογικών παραδείσων και άλλων ημι-παράνομων μέσων.
Στον πολιτισμικό χώρο τώρα, οι κερδισμένοι από το παγκόσμιο άνοιγμα των αγορών αρχίζουν να προσανατολίζονται προς έναν λιγότερο «πατριωτικό» και περισσότερο «κοσμοπολιτικό» τρόπο ζωής (Ulrich Beck, 2006). Ενώ οι χαμένοι αντιμετωπίζουν όχι μόνο μια κοινωνικοοικονομική, αλλά και ταυτοτική κρίση. Αφού η εθνότητα και η εθνική/λαϊκή κουλτούρα υποσκάπτεται.
Υπάρχει βέβαια και η μεταναστευτική/προσφυγική κρίση (κυρίως, αλλά όχι μόνο, στην ΕΕ). Άνθρωποι που η ζωή τους κινδυνεύει από πολέμους ή από την απόλυτη φτώχεια στρέφονται απεγνωσμένα στις πλούσιες, αναπτυγμένες χώρες. Αυτοί που καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα εμπόδια έχουν να αντιμετωπίσουν τους εγχώριους χαμένους από την παγκοσμιοποίηση που βλέπουν την εθνική τους ταυτότητα να απειλείται όχι μόνο από τον κοσμοπολιτισμό εκ των άνω, αλλά και από την πολυπολιτισμικότητα από τα κάτω. Δηλαδή από τις διάφορες κουλτούρες των εισερχόμενων. Κουλτούρες που αλλοιώνουν την «καθαρότητα» της εθνικής κουλτούρας.

Η νέα λαϊκιστική κινητοποίηση

Ο συνδυασμός της κοινωνικοοικονομικής, ταυτοτικής και μεταναστευτικής κρίσης (που εντάθηκε ακόμα περισσότερο με την παγκόσμια κρίση του 2007/8) αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για χαρισματικούς, λαϊκιστές ηγέτες να κινητοποιήσουν τους χαμένους από την άρθρωση των παραπάνω κρίσεων. Έτσι παρατηρούμε την αναζωογόνηση προϋπαρχόντων λαϊκισμών (π.χ. Γαλλία, Ιταλία) και τη δημιουργία ή ραγδαία ανάπτυξη νέων λαϊκιστικών δυνάμεων (από την Σκανδιναβία μέχρι την Γερμανία). Δυνάμεων που στοχεύουν στην αποπαγκοσμιοποίηση, στην επιστροφή της αυτονομίας του κράτους έθνους και στην κατασκευή τειχών που θα εμποδίσουν την είσοδο νέων μεταναστών που, μεταξύ άλλων, θα υποσκάψουν παραπέρα τη δυτική κουλτούρα και τον δυτικό τρόπο ζωής. Βέβαια, και οι τρεις αυτοί στόχοι είναι αδύνατον να υλοποιηθούν. Η παγκοσμιοποίηση μπορεί να αλλάξει χαρακτήρα, αλλά δεν πρόκειται να υποχωρήσει. Η επιστροφή στην αυτονομία του έθνους κράτους είναι εξίσου αδύνατη. Ενώ οι παγκόσμιες μεταναστευτικές ροές θα συνεχίσουν να εντείνονται. Όλα όμως τα παραπάνω δεν εμποδίζουν ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού να στρέφεται προς τα λαϊκιστικά κόμματα που σήμερα υπόσχονται αλλαγές που είναι αδύνατον να υλοποιηθούν.
Συμπερασματικά, στην ύστερη μεταπολεμική περίοδο ο συνδυασμός των τριών κρίσεων που αναφέρονται σε αυτό το άρθρο δικαιολογεί τον όρο «ύστερος λαϊκισμός». Γιατί εξηγεί σε έναν σημαντικό βαθμό τη ραγδαία εξάπλωση του φαινομένου και τις αλλαγές σε έναν λαϊκιστικό λόγο που αντιτίθεται συγχρόνως στην παγκοσμιοποίηση, στις ανισότητες και στην πολυπολιτισμικότητα. Είναι ακριβώς αυτός ο συνδυασμός που υποσκάπτει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία που πολλοί νόμιζαν πως μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης θα κυριαρχήσει παγκόσμια (Francis Fukuyama, 1992).
Βέβαια, μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως το επίθετο «ύστερος» δεν δικαιολογείται. Αφού και παλαιότεροι λαϊκισμοί βασίζονταν στην εναντίωσή τους στις ανισότητες, στους μετανάστες και στον κοσμοπολιτισμό των ελίτ. Κατά την γνώμη μου όμως το επίθετο «ύστερος» δικαιολογείται γιατί ο συνδυασμός των τριών κρίσεων στον οποίο το άρθρο αναφέρεται έχει άμεση σχέση με τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και, πιο συγκεκριμένα, με το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών από το τέλος της δεκαετία του 80 μέχρι σήμερα. Είναι σε αυτό το συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο που παρατηρούμε όχι μόνο ποσοτικές, αλλά και ποιοτικές διαφορές μεταξύ των πριν από την τωρινή παγκοσμιοποίηση λαϊκισμών και τον σημερινό λαϊκισμό που εξαπλώνεται ραγδαία σε παγκόσμιο επίπεδο. Για παράδειγμα, στο επίπεδο της λαϊκιστικής ιδεολογίας οι παλαιοί λαϊκισμοί εστίαζαν στον διαχωρισμό μεταξύ λαού και κατεστημένου. Ενώ ο τωρινός λαϊκισμός δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ταυτοτική και μεταναστευτική κρίση που συνδέονται άμεσα με τον τύπο της παγκοσμιοποίησης που ξεκίνησε στη δεκαετία του 80.
Κλείνοντας, δεν χρειάζεται να τονίσω πως όσο η υπερβολική ελευθερία των αγορών οι οποίες δεν ελέγχονται από παγκόσμιους ισχυρούς πολιτικούς μηχανισμούς, οι τάσεις του ύστερου λαϊκισμού θα εξακολουθούν να εντείνονται.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 2/11/2019. 

Οι δύο όψεις του brain drain

Στα βάθη της κρίσης, μια ταλαντούχα φοιτήτρια που είχε μόλις αποφοιτήσει με επισκέφθηκε στο γραφείο μου. «Ηρθα να σας πω ότι φεύγω για να ψάξω δουλειά στις Βρυξέλλες». «Εχεις κάποια βάση, ξέρεις πού να πας;» τη ρώτησα. «Εχω μια φίλη που σπουδάζει. Θα με φιλοξενήσει όσο χρειάζεται. Εχει έναν καναπέ για να κοιμάμαι».

Παρόμοιες ιστορίες έχουμε ζήσει όσοι διδάσκουμε στο πανεπιστήμιο. Το πρόγραμμα ελληνικής διασποράς της Οξφόρδης εκτιμά ότι περίπου 500.000 Ελληνες μετανάστευσαν από το 2010 (τα δύο τρίτα εργαζόμενοι υψηλών προσόντων), εκ των οποίων μόλις 100.000 έχουν επιστρέψει.

Κανείς δεν φεύγει εάν μπορεί να ευημερήσει στη χώρα του. Φεύγει διότι αντιμετωπίζει περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης, φεύγει διότι τα καθαρά του εισοδήματα δεν εξασφαλίζουν επαρκή ευημερία σε μια κοινωνία ευρέων (ακόμη και μετά την κρίση) μεσοστρωμάτων. Ή φεύγει γιατί απλώς «δεν βγαίνει». Είναι μια άσκηση ελευθερίας ως προϊόν αναγκαιότητας.

Η μαζική «διαρροή εγκεφάλων» είναι απώλεια πολλών δισ. που επένδυσε η χώρα στην εκπαίδευση των γιατρών, μηχανικών, επιστημόνων της. Είναι μείωση της μελλοντικής της παραγωγικής δυνατότητας, και των φόρων και εισφορών που χρηματοδοτούν το κοινωνικό κράτος και τις αυριανές συντάξεις. Εάν παγιωθεί, μπορεί να εγκλωβίσει μια οικονομία σε μακροχρόνια αποανάπτυξη και φτώχεια.

Μπορεί το brain drain να μετατραπεί σε ευκαιρία για τη χώρα προέλευσης; Μπορεί, εάν καταφέρει να τους επανεντάξει στο εργατικό της δυναμικό. Το καθαρό όφελος τότε (από την αυξημένη τεχνογνωσία, εξωστρέφεια, δικτύωση) θα υπερβαίνει την ωφέλεια του να μην είχαν φύγει. Αλλωστε, σε πολλές περιπτώσεις, δεν φεύγουν πλήρως: μετακινούνται διαρκώς, παραμένουν συνδεδεμένοι, επιστρέφουν. Η σύγχρονη εργασία ξεπερνά τους περιορισμούς της φυσικής παρουσίας. Μπορείς να γράφεις προγράμματα για ολλανδικές εταιρείες ατενίζοντας το Αιγαίο.

Η απονομή δυνατότητας ψήφου στους Ελληνες του εξωτερικού βοηθά να διατηρηθεί ο ζωτικός δεσμός. Οπως γράφει ο Αντώνης Καμάρας (Books Journal, 6.10.2019) «αυτά που δεν ξέρει η διασπορά για την Ελλάδα που έχουμε τα αποζημιώνει με αυτά που ξέρει για την Ελλάδα που θέλουμε να αποκτήσουμε, καθώς συγκεντρώνεται στις πιο επιτυχημένες χώρες».

Τείνει να μας διαφεύγει η πανευρωπαϊκή κλίμακα του φαινομένου. Ρουμάνοι, Πολωνοί, Πορτογάλοι, Ιταλοί και Βούλγαροι αποτελούν το 50% της ενδοευρωπαϊκής μετανάστευσης. Κάποιοι θα έλεγαν ότι συνιστά μια μαζική μεταβίβαση πόρων από την περιφέρεια προς τις ανεπτυγμένες οικονομίες της δυτικής και βόρειας Ευρώπης.

Η φωτεινή πλευρά της μετανάστευσης (ακριβέστερα: μετακίνησης) στο εσωτερικό της Ε.Ε. είναι ότι συνιστά άσκηση θεμελιώδους ελευθερίας, χρήση ενός πολύτιμου κεκτημένου της ενιαίας αγοράς και της ιδιότητας του Ευρωπαίου πολίτη. Η κινητικότητα διορθώνει τις ατέλειες της νομισματικής ένωσης, εξομαλύνει τα υψηλά επίπεδα κυκλικής ανεργίας σε μια χώρα. Αρκεί να μη συνιστά μόνιμη εκροή της «κρέμας» του εργατικού της δυναμικού.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι που έσπευσαν να αξιοποιήσουν αυτή την ελευθερία ήταν οι εγκλωβισμένοι σε δεκαετίες στέρησης λαοί της Ανατολικής Ευρώπης. Οι νέοι έφυγαν μαζικά. Η απώλεια παραγωγικού κεφαλαίου δεν ήταν η μόνη ζημιά. Η μετανάστευση της γενιάς των ανοιχτών συνόρων άφησε πίσω τους νοσταλγούς των παρωχημένων εθνικισμών.

Η ανάκτηση δεν είναι φενάκη. Υστερα από μεγάλη διαρροή εργαζομένων στην κορύφωση της ανεργίας, η Ισπανία ζει τώρα μια θεαματική αύξηση πληθυσμού. Επαναπατρίζεται η γενιά της κρίσης, αλλά και νέοι ισπανόφωνοι μετανάστες από τη Λατινική Αμερική. Μεταξύ άλλων με πλατφόρμες, στο Διαδίκτυο, που συνδέουν εκπατρισμένους Ισπανούς με ισπανικές επιχειρήσεις. Και στοχευμένη προσέλκυση ερευνητών από τα ακαδημαϊκά ιδρύματα. Κύριος μοχλός, βέβαια, οι ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης της ισπανικής οικονομίας. Nothing succeeds like success.

Η εσωτερική μετανάστευση στην Ευρώπη είναι μία ακόμη περίπτωση άσκησης ατομικής ελευθερίας που μπορεί να οδηγεί σε αρνητικά (για την εθνική οικονομία) αποτελέσματα. Η απάντηση δεν είναι ούτε να αρνηθούμε την πραγματικότητα (όπως ενίοτε υπαγορεύει ο φιλοευρωπαϊκός μας ζήλος) ούτε να κατηγορούμε τους Γερμανούς και Ολλανδούς ότι μας κλέβουν τους επιστήμονες (όπως πράττουν διάφοροι κήρυκες του εθνικού αναχωρητισμού). Ούτε βέβαια και να περιστείλουμε το πολύτιμο κεκτημένο της ελεύθερης εγκατάστασης στην Ευρώπη. Η απάντηση είναι να αυξήσουμε τις εθνικές δυνατότητες, να δουλέψουμε για να καταστήσουμε την Ελλάδα συνολικά ελκυστικότερη για τα παιδιά της, αλλά και για δημιουργικούς ανθρώπους από άλλες, φτωχότερες χώρες. Και σε επίπεδο Ε.Ε. να συμβάλουμε, μαζί με άλλα κράτη, στην επεξεργασία νέων πολιτικών συνοχής, που θα ενισχύουν τον παραγωγικό δυναμισμό και τη δημογραφική προοπτική της περιφέρειας.

ΥΓ.: Η φοιτήτριά μου κλείνει σύντομα δεκαετία επιτυχούς καριέρας στις Βρυξέλλες.

*Δημοσιεύτηκε στην 'Καθημερινή" στις 27/10/2019. 

Εκδοχές κανονικότητας

Ωραία λοιπόν: με αναβάθμιση από την Standard&Poor's – σε ΒΒ- από Β, και με σταθερή προοπτική που επιτρέπει προσδοκίες πρόσθετης αναβάθμισης μέσα στο α΄6μηνο του 2020 – μπαίνει η Ελλάδα στην ευθεία της φθινοπωρινής της διαπραγμάτευσης, που προσδοκάται ότι θα την φέρει σε μια θέση ακόμη πλησιέστερα στην «Ευρωπαϊκή κανονικότητα». S&P και Fitch, μας έχουν πλέον τρία κλικ κάτω από την επενδυτική βαθμίδα/investment grade, αλλά και οι αγορές προεξοφλούν ομαλή και επιταχυνόμενη πορεία. Πράγματι, με τις αποδόσεις του 10ετούς ομολόγου να έχουν αγγίξει το 1,20% (και τα Ιταλικά βέβαια βρίσκονται στο 1%, τα Πορτογαλικά στο 0,2%), με την τελευταία έκδοση/εκ νέου άνοιγμα του 10ετούς στο 1,5% αλλά και με τα εταιρικά ομόλογα να κάνουν πολύ ενδιαφέρουσα πορεία – «πράσινο ομόλογο» της ΤΕΡΝΑ βγήκε με 2,6%, το 5ετές των ΕΛΠΕ με 2% - διαμορφώνεται μια κατάσταση με προοπτικές.
Όμως, το «επεισόδιο διαδρομής» στην ωρίμανση του σχεδιασμού για ξεκοκκίνισμα των ισολογισμών των συστημικών τραπεζών με το Σχέδιο «Ηρακλής» - για μεγάλης έκτασης μείωση των NPLs, όχι με την βήμα-προς-βήμα προσέγγιση των τελευταίων χρόνων... - , ενός σχεδιασμού που στηριζόταν ακριβώς στην δημιουργία περιβάλλοντος χαμηλού κόστους κεφαλαίων και σημαντικής «όρεξης» των αγορών για Ελληνικό κίνδυνο, δείχνει την ανάγκη προσοχής. Υπήρξαν ή όχι επιφυλάξεις του SSM, κι αν ναι γιατί άργησαν να καταγραφούν τόσο, για το zero-risk weight κατά τις τιτλοποιήσεις με βάση την εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου με το χθεσινό/σημερινό/αυριανό credit rating της Ελλάδας; Κι αν ξεπεραστεί αυτό το επεισόδιο – και «πρέπει» να ξεπεραστεί, αφού θα ήταν και για Φρανκφούρτη/Βρυξέλλες επικίνδυνο να μην προχωρήσει ένας σχεδιασμός που ξεκίνησε με σφραγίδα αποδοχής και των δύο – μένει πίσω μια γεύση εκκρεμότητας. Και η εκκρεμότητα ριμάρει άσχημα με την κανονικότητα...
Τι εννοούμε; Ας μείνουμε ακόμη μια στιγμή σε περιβάλλον «Ηρακλή»: όταν επιχειρήθηκε να περάσει ο σχεδιασμός αυτός, με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου κατά 9 δις ευρώ, στο «καλό»/ασφαλές μέρος, την senior tranche των υπό τιτλοποίηση δανείων αλλά χωρίς να υπάρξουν αντιρρήσεις Βρυξελλών για κρατική ενίσχυση, αξιοποιήθηκε στο έπακρο το επιχείρημα ότι με ανάλογη μεθόδευση ξεκίνησε και προχωράει το ξεκοκκίνισμα των Ιταλικών τραπεζών. Όμως, όσο κι αν η Ιταλία βρέθηκε πολύ κοντά σε δικό της αδιέξοδο ανάλογο με των υπολοίπων PIGS – για να θυμηθούμε την απαξιωτική ονομασία των χωρών του Νότου στα πλαίσια της κρίσης χρέους – ποτέ δεν βρέθηκε να λειτουργεί σε μνημονιακό περιβάλλον...
Αφήνοντας κατά μέρος την συζήτηση για το πόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση/στην Ευρωζώνη, «όλα τα ζώα είναι ίσα, όμως ορισμένα είναι πιο ίσα από άλλα», δεν μπορεί πάντως κανείς να παραβλέψει το γεγονός ότι μια χώρα – όπως η Ελλάδα – που έχει περάσει από την υπερενισχυμενη πειθαρχία των Μνημονίων, και βρίσκεται πλέον σε μεταΜνημονιακη μεν, όμως θεσμικά ενισχυμένη παρακολούθηση, συνεχίζει να διαθέτει περιορισμένους βαθμούς ελευθερίας. Ή, να το πούμε αλλιώς, να παρακολουθείται/εποπτεύεται με πιο ισχυρή δόση προσοχής (αν μη καχυποψίας). Ακόμη και για το δικό τους κύρος, οι φορείς Βρυξελλών και Φρανκφούρτης, η μετα-Τρόικα, μένουν πάντα σε επιφυλακή για το φαινόμενο «Ελλάδα». Κινήσεις όπως της αποδοχής πρόωρης εξόφλησης μέρους των δανείων του ΔΝΤ, ή της επιστροφής κερδών ANFAs και SMPs δεν αλλάζουν αυτή την πραγματικότητα.
Καθώς λοιπόν η δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος από πλευράς κόστους χρήματος καλύπτει πλέον, ευθέως, ΚΑΙ την Ελλάδα, εκείνο που προέχει είναι να μην υπάρξουν κραδασμοί διαδρομής. Έτσι, για να μείνουμε στον «Ηρακλή», σημασία έχει να μην υπάρξουν αντανακλαστικά αναστολής: δηλαδή και οι τράπεζες να προσέλθουν με τιτλοποιήσιμα δάνεια σε ύψος που να οδηγεί στην ριζική μείωση του αποθέματος NPLs των 75 δις ευρώ, αλλά και η αγορά να επαληθεύσει την «όρεξη για Ελληνικό κίνδυνο» τώρα, που τα επιτόκια περνούν φάση βύθισης. Μην παραβλέπουμε ότι – σε μια εκδοχή του διλήμματος «η κότα ή το αυγό;» - βασική προϋπόθεση προκειμένου να προχωρήσουν ταχύτερα οι αναβαθμίσεις του Ελληνικού αξιόχρεου είναι ακριβώς... η βελτίωση του περιβάλλοντος κόκκινων δανείων. Βαριά «λεπτομέρεια»: χωρίς να λιώσουν οι κερδοφορίες των τραπεζών. γιατί αλλιώς η πολυπόθητη «χρηματοδότηση της ανάπτυξης» κινδυνεύει να μείνει αυτό: πολυπόθητη.
[Εδώ, μια παρατήρηση: μπορεί οι συστημικές να την πήραν πολύ εύκολα την επιβολή χρεώσεων! Όμως και η εικόνα του νυν Πρωθυπουργού, δίκην Κ. Καραμανλή ή Γερ. Αρσένη, να ορθοτομεί τον λόγον της κοινωνικής ευαισθησίας στους τραπεζίτες άφησε πίσω μια παράξενη αίσθηση. Όπως άλλωστε, και η σταθερή επιδοματική λογική ή πάλιν η κατά προτεραιότητα στήριξη των συνταξιούχων. Αλλ' είπαμε: κανονικότητα].

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" την 1/11/2019.